Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ αιφνίδια κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά την περασμένη εβδομάδα ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες για το διασυνοριακό εμπόριο πετρελαίου και στις δύο χώρες, εάν δεν επικρατήσει η ψυχραιμία.
Το βασικό δεδομένο είναι απλό: ΗΠΑ και Καναδάς χρειάζονται ένα ισχυρό διασυνοριακό εμπόριο πετρελαίου, φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα ενεργειακής ασφάλειας.
Το εμπόριο πετρελαίου είναι επιτακτική ανάγκη και για τις δύο πλευρές
Παρότι το συνεχιζόμενο εμπόριο φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας είναι σημαντικό και για τις δύο χώρες, η διατήρηση ενός σταθερού διασυνοριακού εμπορίου αργού πετρελαίου αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.
Περισσότερα από 4 εκατ. βαρέλια καναδικού αργού πετρελαίου εισέρχονται στις ΗΠΑ καθημερινά, 365 ημέρες τον χρόνο, αντιπροσωπεύοντας το 63% των αμερικανικών εισαγωγών αργού το 2025. Οι ίδιες ποσότητες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των καναδικών εξαγωγών πετρελαίου, για τις οποίες δεν υπάρχει κάποια άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική αγορά.
Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των ποσοτήτων αφορά βαριά, όξινα πετρέλαια που παράγονται από τις πετρελαιοφόρες άμμους της Αλμπέρτα. Πρόκειται για τύπους αργού που δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα, με τις αμερικανικές εταιρείες διύλισης να μην έχουν τη δυνατότητα να στραφούν άμεσα σε ελαφρύτερα πετρέλαια από τη Λεκάνη του Πέρμιαν ή άλλες εξαγωγικές χώρες.
Η αμερικανική υποδομή διύλισης —ιδίως τα σύνθετα διυλιστήρια της Μεσοδυτικής και της Ακτής του Κόλπου— έχει διαμορφωθεί εδώ και δεκαετίες ώστε να επεξεργάζεται ακριβώς αυτόν τον τύπο αργού. Οι ποσότητες βαρέος καναδικού πετρελαίου, σε συνδυασμό με ελαφρύτερες εγχώριες ποιότητες, τροφοδοτούν την παραγωγή βενζίνης, ντίζελ, αεροπορικού καυσίμου και άλλων προϊόντων που στηρίζουν την αμερικανική οικονομία.
Χωρίς άμεση πρόσβαση στις καναδικές εισαγωγές, τα ποσοστά λειτουργίας αυτών των διυλιστηρίων θα υποχωρούσαν σημαντικά. Η παραγωγή προϊόντων θα επηρεαζόταν αρνητικά και οι τιμές στα πρατήρια, τόσο για τη βενζίνη όσο και για το ντίζελ, θα μπορούσαν να αυξηθούν από τα ήδη υψηλά επίπεδα.
Η σημερινή στενότητα στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου επιδεινώνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η διαθέσιμη εφεδρική παραγωγική ικανότητα είναι περιορισμένη, ενώ οι εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού από περιοχές όπως η Βενεζουέλα και η Μέση Ανατολή αντιμετωπίζουν τα δικά τους γεωπολιτικά και εφοδιαστικά εμπόδια. Παράλληλα, η μεταφορά πετρελαίου σε μεγαλύτερες αποστάσεις μέσω θαλάσσης αυξάνει τόσο το κόστος όσο και την ευπάθεια της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η αντικατάσταση των καναδικών ποσοτήτων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα ήταν σχεδόν αδύνατη για τα αμερικανικά διυλιστήρια, τα οποία ήδη λειτουργούν σε υψηλά επίπεδα προκειμένου να εκμεταλλευτούν τα ισχυρά περιθώρια κέρδους, ιδίως στο ντίζελ.
Η αβεβαιότητα πλήττει το εμπόριο πετρελαίου
Η αλληλεξάρτηση αυτή αποτελεί πλεονέκτημα και για τις δύο χώρες όταν οι σχέσεις είναι σταθερές και ισχυρές, αλλά μετατρέπεται σε εμφανή αδυναμία όταν οι σχέσεις επιδεινώνονται.
Η κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων —με δασμούς 50% να τίθενται πλέον σε ισχύ για καναδικά προϊόντα αξίας δισεκατομμυρίων και την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνι να προαναγγέλλει αντίποινα— εισάγει ακριβώς το είδος της αβεβαιότητας που οι αγορές και οι επενδυτές απεχθάνονται.
Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν ακόμη περισσότερο όταν ο Κάρνι δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν επειδή “δεχθήκαμε επίθεση. Όταν δέχεσαι επίθεση, βρίσκεσαι σε πόλεμο”. Ο Καναδός πρωθυπουργός άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο ως εργαλείο πίεσης στον εμπορικό πόλεμο.
Ωστόσο, ο Κάρνι θα πρέπει να κινηθεί προσεκτικά εάν επιλέξει αυτή την κατεύθυνση, δεδομένων των ίδιων των ευάλωτων σημείων του Καναδά στο πετρελαϊκό εμπόριο.
Όπως προαναφέρθηκε, οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμη πηγή εσόδων για την καναδική οικονομία και δεν μπορούν να ανακατευθυνθούν εύκολα ή γρήγορα προς άλλες αγορές. Πρόκειται για μια σημαντική αδυναμία.
Μια δεύτερη σημαντική ευπάθεια προκύπτει από το γεγονός ότι, λόγω της μακροχρόνιας απροθυμίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να επιτρέψει την κατασκευή επαρκών εγχώριων αγωγών, οι ανατολικές επαρχίες του Καναδά προμηθεύονται σήμερα σχεδόν όλο το πετρέλαιό τους είτε μέσω απευθείας εισαγωγών από τις ΗΠΑ είτε μέσω αγωγών που μεταφέρουν πετρέλαιο από την Αλμπέρτα προς τα ανατολικά, περνώντας εν μέρει από αμερικανικές πολιτείες της βόρειας ζώνης, όπως η Μινεσότα, το Ουισκόνσιν και το Μίσιγκαν.
Δεδομένου ότι στις ανατολικές επαρχίες κατοικεί η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού του Καναδά —συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων αστικών κέντρων της Οτάβα, του Τορόντο και του Μόντρεαλ— οποιαδήποτε διακοπή αυτών των ροών θα είχε τεράστιες επιπτώσεις στην καναδική οικονομία.
Έτσι, εάν η κατάσταση εξελιχθεί πραγματικά σε “πόλεμο”, όπως τον περιγράφει ο Κάρνι, και οι δύο κυβερνήσεις διαθέτουν μια σειρά από ενεργειακά “όπλα”. Το πρόβλημα είναι ότι πολλά από αυτά θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως μπούμερανγκ, πλήττοντας τα εγχώρια συμφέροντα τουλάχιστον όσο και εκείνα του αντιπάλου.
Οι απειλές για το πετρέλαιο πλήττουν και τις ενεργειακές υποδομές
Αυτό μας φέρνει στα έργα αγωγών πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που βρίσκονται σήμερα στο στάδιο του σχεδιασμού, με στόχο να μεταφέρουν ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες καναδικού αργού προς τις ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει την επιθυμία του να αναβιώσει το εδώ και χρόνια ακυρωμένο έργο Keystone XL. Μάλιστα, τις ημέρες πριν από την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων προωθούσε δημόσια την ιδέα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το έργο “μπορεί να ξυπνήσει από τον τάφο”.
Η πλήρης αναβίωση του Keystone XL, ωστόσο, αποτελεί για πολλούς λόγους ένα απίθανο σενάριο. Μια αναθεωρημένη εκδοχή του έργου, γνωστή ως Prairie Connector, έχει πάντως προχωρήσει σημαντικά. Το σχέδιο αξιοποιεί τμήμα του ήδη υφιστάμενου συστήματος αγωγών Keystone στην καναδική πλευρά και συνεργάζεται με αμερικανό εταίρο.
Το Prairie Connector έχει εξασφαλίσει δεσμεύσεις από μεταφορείς για έως και 550.000 βαρέλια ημερησίως, εν αναμονή της τελικής επενδυτικής απόφασης, η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2027. Παράλληλα, έχουν συζητηθεί και άλλες επεκτάσεις υφιστάμενων συστημάτων, καθώς και νέοι διάδρομοι μεταφοράς, με στόχο την αύξηση της δυναμικότητας προς την αμερικανική αγορά κατά εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως.
Θα μπορούσε η κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων να οδηγήσει στην ακύρωση αυτών και άλλων πιθανών έργων;
Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και αυξάνεται. Οι διασυνοριακές ενεργειακές υποδομές απαιτούν όχι μόνο ρυθμιστικές εγκρίσεις, αλλά και ένα βασικό επίπεδο πολιτικής εμπιστοσύνης και εμπορικής βεβαιότητας. Οι δασμοί, τα αντίποινα και η δημόσια αντιπαράθεση που ακολούθησαν την αποχώρηση της καναδικής αντιπροσωπείας την περασμένη Παρασκευή υπονομεύουν και τα δύο.
Το πετρελαϊκό εμπόριο ΗΠΑ–Καναδά δεν πρέπει να καταρρεύσει
Το γενικότερο συμπέρασμα είναι σαφές: η αμερικανική βιομηχανία διύλισης και τα καύσιμα που παράγει παραμένουν βαθιά συνδεδεμένα με το καναδικό αργό. Το να προσποιείται κανείς το αντίθετο ισοδυναμεί με το να “σφυρίζει αδιάφορα περνώντας από το νεκροταφείο”.
Ταυτόχρονα, η καναδική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα των εξαγωγών πετρελαίου προς τις ΗΠΑ, ενώ οι μεγάλες πόλεις της χώρας θα αντιμετώπιζαν σοβαρές συνέπειες από μια παρατεταμένη διακοπή των ροών πετρελαίου από τις ΗΠΑ.
Μια παρατεταμένη επιδείνωση των διμερών σχέσεων δεν δημιουργεί ως διά μαγείας νέες ποσότητες βαρέος πετρελαίου για τα αμερικανικά διυλιστήρια ούτε νέους αγωγούς αποκλειστικά για την τροφοδοσία των ανατολικών καναδικών επαρχιών.
Ένα παρατεταμένο αδιέξοδο απλώς αυξάνει την πιθανότητα σύσφιξης των αγορών πετρελαϊκών προϊόντων, υψηλότερων τιμών για τους αμερικανούς και καναδούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, καθώς και απώλειας ευκαιριών για την ανάπτυξη ασφαλών εγχώριων και διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών.
Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί εθνική προτεραιότητα και για τις δύο χώρες και είναι εξίσου άρρηκτα συνδεδεμένη με την εθνική ασφάλεια όσο ένας ισχυρός στρατός και ασφαλή σύνορα.
Η πραγματική ασφάλεια δεν μετριέται με απειλές, επιχειρήματα και συνθήματα. Μετριέται με τα φυσικά βαρέλια πετρελαίου που φτάνουν εγκαίρως στον προορισμό τους, με αγωγούς που χρηματοδοτούνται, αδειοδοτούνται και κατασκευάζονται και με εμπορικές σχέσεις που δίνουν προτεραιότητα στην αμοιβαία οικονομική ισχύ αντί για την προσωρινή πολιτική επιρροή και τις πολιτικές εντυπώσεις.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων και οι πιθανές σοβαρές συνέπειές της για το διασυνοριακό εμπόριο πετρελαίου έχουν καταστήσει αυτή την κρίσιμη ισορροπία πολύ πιο επισφαλή.
