Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η συμπερίληψη της φράσης «μη οικονομία της αγοράς» σε κείμενο για τις παγκόσμιες εμπορικές ανισορροπίες αποτέλεσε το βασικό σημείο σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών της G20, σύμφωνα με το Bloomberg.

Η αντιπαράθεση εμπόδισε την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος μετά τη διήμερη συνάντηση στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας, με τις δύο πλευρές να αποτυγχάνουν να συμφωνήσουν στη διατύπωση του κειμένου.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ κατηγόρησε δημόσια την κινεζική αντιπροσωπεία ότι μπλόκαρε το ανακοινωθέν, αποδίδοντας το αδιέξοδο σε διαφωνίες για σειρά θεμάτων, από τα κρίσιμα ορυκτά μέχρι την αναδιάρθρωση του χρέους.

Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, ωστόσο, η σημαντικότερη διαφωνία αφορούσε τη χρήση του όρου «non-market». Το Πεκίνο θεώρησε ότι αποτελούσε συγκαλυμμένη επίθεση στις κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν κεντρικό ρόλο στην οικονομία της χώρας.

Η αντιπρόταση του Πεκίνου

Κατά τις διαπραγματεύσεις, η Κίνα πρότεινε εναλλακτική διατύπωση, η οποία θα αναφερόταν στις εμπορικές ανισορροπίες χωρίς να επικεντρώνεται στις κρατικές επιχειρήσεις της.

Οι Κινέζοι διαπραγματευτές φέρεται να εξασφάλισαν ανεπίσημα τη στήριξη ορισμένων χωρών, χωρίς όμως να καταφέρουν να πετύχουν συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Η τελική δήλωση της αμερικανικής προεδρίας της G20 ανέφερε ότι οι χώρες θα πρέπει να συμφωνήσουν στην «κατάργηση πολιτικών και πρακτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς και επιτείνουν τις ανισορροπίες».

Η αμερικανική κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον όρο «μη οικονομία της αγοράς» για να περιγράψει κρατικές παρεμβάσεις που, κατά την Ουάσιγκτον, στρεβλώνουν το διεθνές εμπόριο υπέρ εγχώριων βιομηχανιών. Σε αυτές περιλαμβάνονται πρακτικές κρατικών ή ελεγχόμενων από το κράτος επιχειρήσεων.

Η φράση αποτελεί εδώ και χρόνια μέρος της αμερικανικής κριτικής για τις εμπορικές πρακτικές της Κίνας. Η ένταξή της στο κοινό ανακοινωθέν θα μπορούσε, σύμφωνα με τις πηγές, να εκληφθεί ως έμμεση αναφορά στο Πεκίνο, χωρίς να κατονομάζεται ρητά η χώρα.

Η συνάντηση Τραμπ-Σι στην Ουάσιγκτον

Η διαφωνία στη G20 φέρνει εκ νέου στην επιφάνεια τις εντάσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, λίγες εβδομάδες πριν από τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον.

Ο Σκοτ Μπέσεντ έχει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Κίνας, καθώς ηγείται των εμπορικών διαπραγματεύσεων. Αναμένεται επίσης να τεθεί επικεφαλής των διμερών συνομιλιών για την τεχνητή νοημοσύνη τις επόμενες εβδομάδες.

«Είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι Κινέζοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν», δήλωσε ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών στο Fox News, αναφερόμενος στις αντιρρήσεις του Πεκίνου.

Επικεφαλής της κινεζικής αντιπροσωπείας στο Άσβιλ ήταν ο διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας Παν Γκονγκσένγκ και ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Λιάο Μιν. Ο τελευταίος συμμετείχε και στη διαπραγματευτική ομάδα του Πεκίνου κατά τη διάρκεια του εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ.

Η απάντηση της Κίνας

Το κινεζικό Υπουργείο Οικονομικών δεν απάντησε ευθέως στις δηλώσεις Μπέσεντ. Ανέφερε, ωστόσο, ότι «όλα τα μέρη οφείλουν να υιοθετήσουν μια σφαιρική, αντικειμενική και ισορροπημένη προσέγγιση στο ζήτημα των παγκόσμιων ανισορροπιών και να επιλύσουν ουσιαστικά τα προβλήματα χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών προωθώντας την ανάπτυξη».

Ο Παν Γκονγκσένγκ δήλωσε ότι η ενίσχυση του προστατευτισμού, η υπερβολική διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας και η έλλειψη προβλεψιμότητας στην άσκηση πολιτικής επιτείνουν τις παγκόσμιες ανισορροπίες.

Κάλεσε τις χώρες με εμπορικά ελλείμματα να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους κενά και να αυξήσουν τα ποσοστά αποταμίευσης. Παράλληλα, παρότρυνε τις χώρες με πλεονάσματα να ενισχύσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις.

«Όλες οι χώρες πρέπει να καταρτίσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδια πολιτικής, να αναλάβουν σαφείς δεσμεύσεις και να τις υλοποιήσουν με αποφασιστικότητα», ανέφερε.

Στο επίκεντρο οι κινεζικές επιδοτήσεις

Η εξαγωγική δραστηριότητα της Κίνας παραμένει κεντρικό σημείο τριβής στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Το 2025, το Πεκίνο κατέγραψε εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ 1,2 τρισ. δολαρίων, αυξημένο κατά 20% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Την ίδια περίοδο, οι ΗΠΑ εμφάνισαν εμπορικό έλλειμμα περίπου 200 δισ. δολαρίων στις συναλλαγές τους με την Κίνα, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης.

Ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι οι πολιτικές του Πεκίνου περιορίζουν την εγχώρια ζήτηση και στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη στις εξαγωγές. Ανέφερε ακόμη ότι περίπου το 4% του κινεζικού ΑΕΠ διοχετεύεται σε βιομηχανικές επιδοτήσεις.

Ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών κατονόμασε την αυτοκινητοβιομηχανία BYD ως μία από τις εταιρείες που, κατά την άποψή του, επωφελούνται από την κρατική στήριξη.

«Έχει δει ποτέ κανείς εδώ αυτοκίνητο της BYD;» διερωτήθηκε σε εκδήλωση στη Βόρεια Καρολίνα. «Είναι το καλύτερο αυτοκίνητο αξίας 70.000 δολ. που μπορεί να αγοράσει κανείς με 35.000 δολ. – καθώς τυγχάνει μεγάλης κρατικής επιδότησης».

Η Κίνα απορρίπτει τις κατηγορίες ότι το εμπορικό πλεόνασμά της οφείλεται σε αθέμιτη κρατική στήριξη. Σε έκθεση που δημοσίευσε τον Ιούλιο, το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου σημείωσε ότι και οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδοτούν κλάδους όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και η τεχνητή νοημοσύνη.

Στο έγγραφο χαρακτηρίζονται οι κατηγορίες περί «αθέμιτου ανταγωνισμού» και πρακτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς ως «κλασική περίπτωση διπλών μέτρων και σταθμών».

Capital.gr