Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στα χαρτιά, τα πετρελαϊκά κοιτάσματα εξακολουθούν να ανήκουν στη Βενεζουέλα. Στην πράξη, όμως, η συμφωνία που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα πρωτοφανές πλέγμα εξουσιών πάνω σε 17 πετρελαϊκά πεδία, τα οποία εκτιμάται ότι περιέχουν περίπου 65 δισ. βαρέλια ανακτήσιμου αργού. Πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο των αποδεδειγμένων αποθεμάτων της Βενεζουέλας και υπερβαίνει τα περίπου 46 δισ. βαρέλια των αποδεδειγμένων αποθεμάτων των ίδιων των ΗΠΑ.

Η συμφωνία δεν αποτελεί απλή εμπορική σύμβαση αγοράς πετρελαίου. Συνδυάζει κρατική συμμετοχή σε ιδιωτική εταιρεία, δικαιώματα διοίκησης, προνομιακή αγορά της παραγωγής και μακροχρόνιες παραχωρήσεις.

Παράλληλα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Ουάσιγκτον να αυξήσει την πετρελαϊκή προσφορά στο δυτικό ημισφαίριο, να περιορίσει την κινεζική και ρωσική επιρροή και να επαναφέρει αμερικανικά κεφάλαια σε μια βιομηχανία που υποφέρει από χρόνια υποεπένδυση.

Έλεγχος χωρίς μεταβίβαση της κυριότητας

Οι μεταβατικές αρχές της Βενεζουέλας παραχώρησαν στην ιδιωτική North American Blue Energy Partners, γνωστή ως NABEP, δικαιώματα διάρκειας 100 ετών για την ανάπτυξη 17 πεδίων στη Ζώνη του Ορινόκο και γύρω από τη λίμνη Μαρακαΐμπο. Τα πεδία περιλαμβάνουν και ώριμες εγκαταστάσεις με υφιστάμενη παραγωγή και περιοχές που θα χρειαστούν ανάπτυξη σχεδόν από μηδενική βάση.

Σε αντάλλαγμα για την αμερικανική στήριξη, η NABEP παραχώρησε στο Γραφείο Στρατηγικού Κεφαλαίου του αμερικανικού Υπουργείου Πολέμου συμμετοχή 35% στη μητρική της εταιρεία. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, το μερίδιο αποκτήθηκε χωρίς άμεση επιβάρυνση των Αμερικανών φορολογουμένων, ενώ οι επενδύσεις προβλέπεται να χρηματοδοτηθούν κυρίως από ιδιωτικά κεφάλαια.

Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών αποκτά, ταυτόχρονα, το δικαίωμα να αγοράζει σε κόστος παραγωγής το 20% του πετρελαίου από όλα τα σημερινά και μελλοντικά πεδία που θα διαχειρίζεται η NABEP. Για το υπόλοιπο 80%, οι ΗΠΑ θα έχουν δικαίωμα πρώτης προτίμησης. Η Ουάσιγκτον θα μπορεί επίσης να ασκεί βέτο στους διορισμούς του διοικητικού συμβουλίου, η πλειονότητα των μελών του οποίου πρέπει να αποτελείται από Αμερικανούς πολίτες.

Αυτός ο συνδυασμός μετοχικής συμμετοχής, διοικητικών εξουσιών και δικαιωμάτων αγοράς εξηγεί γιατί ο Λευκός Οίκος κάνει λόγο για «πλειοψηφικό αμερικανικό έλεγχο», παρότι το άμεσο κρατικό μερίδιο περιορίζεται στο 35%.

Μία συμφωνία με τρία διαφορετικά επίπεδα

Πίσω από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις βρίσκεται μια περίπλοκη κατασκευή. Το πρώτο επίπεδο είναι η διακρατική συμφωνία Ουάσιγκτον-Καράκας. Το δεύτερο αφορά τις συμβάσεις παραγωγής που πρέπει να συναφθούν στη Βενεζουέλα, πιθανότατα με τη συμμετοχή της κρατικής PDVSA. Το τρίτο είναι η απόκτηση του αμερικανικού μεριδίου στη μητρική εταιρεία της NABEP.

Η συμφωνία ανακοινώθηκε από τον Τραμπ στις 28 Αυγούστου, ύστερα από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, στις οποίες συμμετείχαν η μεταβατική κυβέρνηση της Ντέλσι Ροντρίγκες, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ. Ο Λευκός Οίκος δημοσιοποίησε το βασικό περίγραμμά της στις 31 Αυγούστου και την επομένη η ελεγχόμενη από το κυβερνών κόμμα Εθνοσυνέλευση της Βενεζουέλας την ενέκρινε πολιτικά.

Η κοινοβουλευτική ψήφος, ωστόσο, δεν έδωσε απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα. Τα πλήρη συμβατικά κείμενα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, ενώ δεν έχει αποσαφηνιστεί ποιο ακριβώς νομικό μοντέλο θα εφαρμοστεί σε κάθε πεδίο. Η νομοθεσία της Βενεζουέλας προβλέπει κοινοπραξίες με την PDVSA ή συμβάσεις κατανομής παραγωγής, με διαφορετικά δικαιώματα και χρονική διάρκεια.

Το στοίχημα των 100 δισ. δολαρίων

Η NABEP υποστηρίζει ότι μπορεί να κινητοποιήσει έως 100 δισ. δολάρια για γεωτρήσεις, αγωγούς, μονάδες επεξεργασίας, ηλεκτροδότηση και άλλες υποδομές. Το Καράκας εκτιμά ότι, κατά τα πρώτα 25 χρόνια, θα μπορούσε να εισπράξει περίπου 200 δισ. δολάρια από φόρους και δικαιώματα εκμετάλλευσης.

Το μέγεθος των αποθεμάτων, όμως, δεν πρέπει να συγχέεται με την άμεσα διαθέσιμη παραγωγή. Η εκτίμηση των περίπου 65 δισ. βαρελιών βασίζεται σε συντελεστή ανάκτησης 20%, ο οποίος θεωρείται τεχνικά εφικτός αλλά δεν έχει ακόμη επιτευχθεί στα συγκεκριμένα πεδία. Ορισμένες περιοχές διαθέτουν ήδη παραγωγή και εξαγωγική δυνατότητα, άλλες όμως χρειάζονται εκτεταμένα έργα προτού αποδώσουν.

Η συνολική παραγωγή των 17 πεδίων θα μπορούσε, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς, να φτάσει έως το 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η πλήρης ανάπτυξή τους, ωστόσο, ενδέχεται να απαιτήσει περισσότερα από 25 χρόνια. Η Βενεζουέλα παράγει σήμερα περίπου 1,25 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από περισσότερα από τρία εκατομμύρια πριν από δύο δεκαετίες, έπειτα από χρόνια κακοδιαχείρισης, κυρώσεων και φθοράς των εγκαταστάσεων.

Η Chevron ακολουθεί ξεχωριστό δρόμο

Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Chevron έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά δεν συμμετέχει στη συμφωνία των 17 πεδίων. Η αμερικανική πετρελαϊκή ανακοίνωσε ένα χωριστό επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 7 δισ. δολαρίων, με στόχο να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή των δραστηριοτήτων της στη Βενεζουέλα, ανεβάζοντάς την κοντά στα 600.000 βαρέλια ημερησίως μέσα στην επόμενη πενταετία.

Η επέκταση αφορά κυρίως την Petroindependencia, κοινοπραξία στην οποία θυγατρική της Chevron κατέχει ποσοστό 49%. Στην κοινοπραξία παραχωρήθηκαν δικαιώματα ανάπτυξης στις γειτονικές περιοχές Carabobo-1 και Carabobo-2-South-A, στη Ζώνη του Ορινόκο. Η Chevron διαθέτει ακόμη συμμετοχές στις Petropiar και Petroboscan και δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα από το 1923.

Το πλεονέκτημά της είναι ο χρόνος. Διαθέτει ήδη προσωπικό, αγωγούς, δρόμους, ηλεκτροδότηση και εγκαταστάσεις, γεγονός που της επιτρέπει να αυξήσει την παραγωγή ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος από έναν νεοεισερχόμενο επενδυτή. Η εταιρεία υπολογίζει ότι το συνολικό κόστος παραγωγής θα παραμείνει κάτω από τα 20 δολάρια ανά βαρέλι. Η Chevron δεν είναι, συνεπώς, ο φορέας της κεντρικής συμφωνίας, αλλά αποτελεί τον πιο άμεσα αξιοποιήσιμο επιχειρησιακό βραχίονα της επιστροφής των ΗΠΑ στον βενεζουελάνικο πετρελαϊκό τομέα.

Πετρέλαιο για τα στρατηγικά αποθέματα

Ο Τραμπ δήλωσε ότι μέρος της βενεζουελάνικης παραγωγής θα χρησιμοποιηθεί για την αναπλήρωση του Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου των ΗΠΑ, το οποίο έχει υποχωρήσει κοντά στα 290 εκατ. βαρέλια, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 44 ετών.

Το σχέδιο δεν είναι, ωστόσο, τόσο απλό. Το μεγαλύτερο μέρος του βενεζουελάνικου αργού είναι βαρύ και πλούσιο σε θείο, χαρακτηριστικά που το καθιστούν ακατάλληλο για άμεση αποθήκευση στις υπόγειες εγκαταστάσεις του αμερικανικού αποθέματος. Ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ πρότεινε ως λύση μια ανταλλαγή: τα αμερικανικά διυλιστήρια θα παραλαμβάνουν βενεζουελάνικο αργό και θα επιστρέφουν ισοδύναμες ποσότητες ελαφρύτερου αμερικανικού πετρελαίου στις κρατικές αποθήκες.

Τα νομικά και γεωπολιτικά ναρκοπέδια

Η διάρκεια των 100 ετών, η απουσία ανοικτού διαγωνισμού και η περιορισμένη δημοσιοποίηση των όρων έχουν προκαλέσει επιφυλάξεις σε νομικούς και ενεργειακούς αναλυτές. Ανησυχία επικρατεί και σε μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, οι οποίες φοβούνται ότι θα κληθούν να ανταγωνιστούν μια NABEP ενισχυμένη από την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση.

Η ExxonMobil και η ConocoPhillips, που εγκατέλειψαν τη χώρα μετά τις κρατικοποιήσεις του 2007, εξακολουθούν να ζητούν εγγυήσεις για την ασφάλεια των συμβάσεων και την προστασία των επενδύσεών τους.

Για την Ουάσιγκτον, πάντως, το πετρέλαιο αποτελεί μόνο τη μία πλευρά της συμφωνίας. Από τα 14 νέα έργα που παραχωρήθηκαν στη NABEP, πέντε είχαν προηγουμένως κινεζική παρουσία και ένα συνδεόταν με ρωσική εταιρεία. Η μεταφορά τους σε μια εταιρεία με αμερικανική κρατική συμμετοχή περιορίζει την επιρροή Πεκίνου και Μόσχας και κατευθύνει μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προς τα διυλιστήρια των ΗΠΑ.

Η συμφωνία είναι, επομένως, ταυτόχρονα ενεργειακό σχέδιο, γεωπολιτικό εργαλείο και τεράστιο επενδυτικό στοίχημα. Δεν εγγυάται άμεση εκτόξευση της παραγωγής ούτε γρήγορη μείωση των τιμών των καυσίμων. Η πραγματική της αξία θα κριθεί από τη νομική ανθεκτικότητα των συμβάσεων, την άρση των κυρώσεων, την εξεύρεση των 100 δισ. δολαρίων και την αποκατάσταση ενός πετρελαϊκού συστήματος που παραμένει πλούσιο σε αποθέματα, αλλά εξαιρετικά φτωχό σε λειτουργικές υποδομές.

Πηγή: Reuters