Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟι συντάξεις είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση τού πώς η Πολιτεία αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο που εργάστηκε και συνεισέφερε επί δεκαετίες. Και σήμερα στην Κύπρο υπάρχει ένα δεδομένο που από μόνο του θα έπρεπε να καθορίζει την όποια συζήτηση γύρω από το συνταξιοδοτικό: Το ένα τρίτο των ατόμων άνω των 65 ετών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Καταδικάζοντας αυτούς πάνω στους οποίους δομήθηκε η σημερινή μας ευμάρεια, σε ανασφάλεια και αναξιοπρέπεια. Και αυτό δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία σε μια σύγχρονη κοινωνία.
Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να αποφεύγουμε και τον εύκολο λαϊκισμό. Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα πρέπει να είναι βιώσιμο για δεκαετίες. Δεν μπορούμε να υποσχόμαστε σήμερα παροχές που θα κληθούν να πληρώσουν αύριο οι σημερινοί νέοι.
Άρα, το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «κοινωνική δικαιοσύνη ή βιωσιμότητα». Η σοβαρή πολιτική οφείλει να πετύχει και τα δύο.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατά την άποψή μου, η αδυναμία της συζήτησης, όπως διεξάγεται σήμερα. Η μείωση της αναλογιστικής αποκοπής από το 12% στο 7,5% και άλλες ρυθμίσεις πάνω στη βασική σύνταξη αναντίλεκτα αποτελούν βελτίωση. Αλλά δεν είναι μεταρρύθμιση. Μεταρρύθμιση σημαίνει αλλαγή κανόνων εκεί όπου οι κανόνες παράγουν αδικία.
Γι’ αυτό, η πρώτη αρχή της όποιας μεταρρύθμισης πρέπει να είναι ότι κανένας συνταξιούχος δεν μπορεί να ζει κάτω από ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η καταπολέμηση της φτώχειας στην τρίτη ηλικία, όμως, δεν μπορεί και ούτε και πρέπει να βαραίνει αποκλειστικά το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ). Είναι πρωτίστως ευθύνη του κράτους. Άρα, πρέπει να χρηματοδοτείται και από τον κρατικό προϋπολογισμό, μέσω ενός πραγματικού κοινωνικού πυλώνα, που θα συμπληρώνει στοχευμένα το εισόδημα των χαμηλοσυνταξιούχων. Σε μόνιμη βάση.
Πρόγραμμα ενίσχυσης
Και ναι, υπάρχει δημοσιονομικός χώρος. Το 2025 το κράτος κατέγραψε πλεόνασμα πέραν του €1,2 δισ. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μετατρέψουμε κάθε πρόσκαιρο πλεόνασμα σε μόνιμη δαπάνη. Σημαίνει όμως ότι, με σωστή και ορθολογική διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, ένα μέρος των σταθερών εσόδων μπορεί και επιβάλλεται να στηρίζει εκείνους που έχουν πραγματική ανάγκη.
Εδώ χρειάζεται και μια αλλαγή νοοτροπίας. Ένα σύγχρονο κράτος είναι πετυχημένο μόνον όταν αξιοποιεί υπεύθυνα τους πόρους του, διατηρεί τη δημοσιονομική του σταθερότητα και ταυτόχρονα προστατεύει την κοινωνική συνοχή. Με αυτά να έχουν ίση βαρύτητα.
* Ένα στοχευμένο πρόγραμμα ενίσχυσης χαμηλοσυνταξιούχων της τάξης των €90 – €120 εκατ. ετησίως είναι δημοσιονομικά διαχειρίσιμο, εφόσον σχεδιαστεί σωστά και χρηματοδοτηθεί από σταθερές πηγές. Και ενυπάρχουν πολλές τέτοιες πηγές – αρκεί να υφίσταται πολιτική βούληση.
* Δεύτερη αρχή πρέπει να είναι η δικαιοσύνη στη διάρκεια της εργασίας. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται το ίδιο κάποιος που εργάστηκε 45 χρόνια και κάποιος που έχει πολύ μικρότερη εργασιακή διαδρομή.
Πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά μια νέα θεμελιώδη αρχή: πλήρης σύνταξη στα 65 ή με 45 χρόνια εισφοράς, όποιο έρθει πρώτο.
Με μία λογική ελάχιστη ηλικία -πχ τα 61- ώστε να αποφεύγονται ακραίες περιπτώσεις. Όποιος μπήκε στην αγορά εργασίας στα 17 και συμπλήρωσε 45 χρόνια πραγματικών εισφορών έχει εκπληρώσει το δικό του μέρος του κοινωνικού συμβολαίου. Δεν είναι κοινωνικά δίκαιο να τιμωρείται ισόβια με αναλογιστική μείωση επειδή δεν έφτασε ακόμη τα 65.
Η αρχή αυτή δεν είναι ούτε πρωτόγνωρη, ούτε ακραία. Εφαρμόζεται σε πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Επομένως, η συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο πόσο θα είναι το «πέναλτι». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν το σύστημα αναγνωρίζει δίκαια τη συνολική συνεισφορά ενός ανθρώπου.
Παράλληλα, περίοδοι μητρότητας, φροντίδας παιδιών ή ατόμων με βαριά αναπηρία και άλλες κοινωνικά αναγνωρίσιμες περίοδοι πρέπει να καλύπτονται με κρατικές ασφαλιστικές πιστώσεις. Διαφορετικά, ένα σύστημα που εμφανίζεται ουδέτερο καταλήγει στην πράξη να τιμωρεί εκείνους -συχνά γυναίκες- που ανέλαβαν απλήρωτη εργασία φροντίδας προς όφελος ολόκληρης της κοινωνίας.
* Τρίτη αρχή πρέπει να είναι η δημιουργία πραγματικού δεύτερου πυλώνα σύνταξης για όλους. Ένα σύγχρονο σύστημα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην κρατική σύνταξη. Κάθε εργαζόμενος πρέπει να αποκτήσει πρόσβαση σε Ταμείο Προνοίας ή επαγγελματική σύνταξη, με αυτόματη εγγραφή και ουσιαστική εργοδοτική συμμετοχή. Και όπου ο εργοδότης δεν έχει ανάλογο Ταμείο, ο πυλώνας να συμπληρώνεται με ένα Εθνικό Ταμείο Συμπληρωματικής Σύνταξης, χαμηλού κόστους, και ανεξάρτητης διαχείρισης,
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους σημερινούς 25άρηδες, 35άρηδες και 45άρηδες. Αν η μεταρρύθμιση ενδιαφέρεται μόνο για το πώς θα διορθώσει κάποιες αδικίες του σήμερα, αλλά δεν δημιουργήσει επαρκείς αποταμιεύσεις για τις συντάξεις του 2040 και του 2050, τότε θα έχουμε απλώς μεταφέρει το πρόβλημα στην επόμενη γενιά.
Τέλος, τα αποθεματικά του ΤΚΑ πρέπει να αποκτήσουν πραγματικά ανεξάρτητη και επαγγελματική διαχείριση, με διαφάνεια, διαφοροποίηση επενδύσεων και πλήρη λογοδοσία. Τα χρήματα των εργαζομένων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένας εύκολος τρόπος χρηματοδότησης του κράτους. Ανήκουν στους εργαζόμενους και στις μελλοντικές γενιές και πρέπει να διαχειρίζονται με αυτή ακριβώς τη λογική.
* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge.