Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε αναπροσαρμογή της στρατηγικής της φαίνεται να προχωρεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι η επόμενη αύξηση των επιτοκίων θα μετατεθεί για τον Δεκέμβριο, καθώς η ενεργειακή κρίση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις και την οικονομική αβεβαιότητα.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, η πλειονότητα των οικονομολόγων αναμένει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση στα τέλη Οκτωβρίου και θα προχωρήσει στην αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,75% κατά την τελευταία συνεδρίαση του έτους.
Η εκτίμηση αυτή αποτελεί μεταβολή σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις, σύμφωνα με τις οποίες η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο θα σηματοδοτούσε την κορύφωση του τρέχοντος κύκλου νομισματικής σύσφιξης.
Βασικός παράγοντας πίσω από την αναθεώρηση των εκτιμήσεων είναι η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Παράλληλα, η προς τα πάνω αναθεώρηση των προβλέψεων της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό ενισχύει την άποψη ότι απαιτείται περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, ώστε ο πληθωρισμός να επιστρέψει στον στόχο του 2%.
Οι χρηματαγορές εμφανίζονται περισσότερο επιθετικές στις προβλέψεις τους, προεξοφλώντας τουλάχιστον τρεις ακόμη αυξήσεις επιτοκίων.
Πηγές με γνώση των συζητήσεων αναφέρουν ότι και στελέχη της ΕΚΤ θεωρούν πιθανή την περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιρλανδίας, Γκάμπριελ Μαχλούφ, δήλωσε στο Bloomberg Television ότι, σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, «κάθε συνεδρίαση περιλαμβάνει όλα τα ενδεχόμενα».
Οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα του Bloomberg προβλέπουν ότι, μετά την αναμενόμενη αύξηση του Δεκεμβρίου, το επιτόκιο θα παραμείνει στο 2,75% έως τον Δεκέμβριο του 2027, οπότε η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα αρχίσει να χαλαρώνει τη νομισματική πολιτική της.
Βούιτσιτς: Η ΕΚΤ εξετάζει ευρύτερο φάσμα δεδομένων
Οι προσδοκίες των αγορών για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων τροφοδοτούνται κυρίως από την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Ωστόσο, η ΕΚΤ θα αξιολογήσει ένα ευρύτερο σύνολο οικονομικών δεικτών προτού λάβει τις επόμενες αποφάσεις της, δήλωσε στο Reuters ο νέος αντιπρόεδρός της, Μπόρις Βούιτσιτς.
Οι επενδυτές ενίσχυσαν τις εκτιμήσεις τους για νέες αυξήσεις αφότου η ΕΚΤ αύξησε το κόστος δανεισμού την περασμένη εβδομάδα, ενώ η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή οδήγησε σε ράλι των ενεργειακών τιμών.
Ο Βούιτσιτς επιχείρησε να μετριάσει αυτές τις προσδοκίες, διευκρινίζοντας ότι οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δεν αποτελούν τους μοναδικούς παράγοντες που καθορίζουν τη νομισματική πολιτική.
«Η διαμόρφωση των προσδοκιών για την πορεία των επιτοκίων καθορίζεται κυρίως από τις αυξανόμενες τιμές της ενέργειας», δήλωσε σε συνέντευξή του την Τετάρτη.
«Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι δεν εξετάζουμε μόνο τις τιμές της ενέργειας, αλλά ένα πολύ ευρύτερο σύνολο δεδομένων και κριτηρίων κατά τη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής. Δεν θα ήταν φρόνιμο να εστιάζουμε αποκλειστικά στις τιμές της ενέργειας, όσο σημαντικές κι αν είναι αυτές», πρόσθεσε.
Ο Βούιτσιτς, ο οποίος διετέλεσε διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κροατίας προτού αναλάβει τη θέση του αντιπροέδρου της ΕΚΤ τον Ιούνιο, προειδοποίησε ότι οι επίμονα υψηλές τιμές της ενέργειας μπορούν να αυξήσουν τον πληθωρισμό και ταυτόχρονα να περιορίσουν την οικονομική ανάπτυξη, συμπιέζοντας τα εισοδήματα και τις δαπάνες των νοικοκυριών.
«Εάν ο πληθωρισμός παραμείνει υψηλός κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και επηρεάσει τα εισοδήματα των νοικοκυριών και την καταναλωτική συμπεριφορά, αυτό θα έχει επίσης αρνητικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ», είπε.
Ένας βαρύς χειμώνας θα μπορούσε να επιδεινώσει τις επιπτώσεις, αυξάνοντας περαιτέρω τους λογαριασμούς θέρμανσης, πρόσθεσε.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε, πάντως, ότι η Ευρωζώνη έχει περιορίσει την εξάρτησή της από το φυσικό αέριο τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Ως αποτέλεσμα, τα χαμηλά αποθέματα ενέργειας αποτελούν μικρότερη απειλή σε σύγκριση με την περίοδο που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Παράλληλα, η οικονομία αποδείχθηκε ανθεκτικότερη από ό,τι αναμενόταν, χάρη στις εξαγωγές και την ιδιωτική κατανάλωση, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αναμένεται να παραμείνει «αρκετά σταθερή».
Η ΕΚΤ αύξησε το βασικό της επιτόκιο από το 2% στο 2,50%, με δύο διαδοχικές κινήσεις τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο. Ο Βούιτσιτς εκτίμησε ότι ο συγκεκριμένος ρυθμός σύσφιξης αξίζει να διατηρηθεί «προς το παρόν».
«Θα δούμε τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες και θα προσαρμόσουμε την πολιτική μας ανάλογα», πρόσθεσε.
Οι χρηματαγορές προβλέπουν άλλες τρεις ή τέσσερις αυξήσεις έως το τέλος του επόμενου έτους, με την επόμενη να τοποθετείται πιθανώς τον Οκτώβριο. Εάν οι προβλέψεις επαληθευτούν, το επιτόκιο καταθέσεων θα ανέλθει στο 3,25% ή στο 3,50%.
Η ΕΚΤ έχει χαρακτηρίσει ένα επιτόκιο άνω του 2,50% περιοριστικό για την οικονομική ανάπτυξη. Ο Βούιτσιτς ανέφερε, ωστόσο, ότι η κεντρική τράπεζα δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται υπερβολικά σε τέτοιους χαρακτηρισμούς, αλλά να αξιολογεί ποιο επίπεδο επιτοκίων είναι κατάλληλο σε κάθε χρονική περίοδο.
Άφησε επίσης ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης των απαιτήσεων για τα αποθεματικά των τραπεζών, με στόχο τον περιορισμό της πλεονάζουσας ρευστότητας.
«Όταν δημιουργείται πλεονάζουσα ρευστότητα, ιδιαίτερα τόσο μεγάλη όσο αυτή που δημιουργήσαμε στο παρελθόν, οι απαιτήσεις αποθεματικών μάς επιτρέπουν να αφαιρέσουμε ένα μέρος της με απλό και οικονομικό τρόπο», σημείωσε.
Αναφερόμενος στο πρόσφατο ράλι των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, ο Βούιτσιτς εκτίμησε ότι δεν συνιστά απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς οι τράπεζες της Ευρωζώνης διαθέτουν επαρκή κεφάλαια και ρευστότητα.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να διατηρούν υπό έλεγχο τα δημόσια οικονομικά τους.
«Με την πάροδο του χρόνου, εάν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό μειωθούν, θα μπορούσαμε να δούμε μια ανατιμολόγηση, αλλά η υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική παραμένει ουσιαστικό μέρος του παζλ μακροπρόθεσμα», κατέληξε.
Capital.gr/Bloomberg