Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Lionel Laurent
Η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος στην Αθήνα και το άνοιγμα γραφείου της Millennium Management στην ελληνική πρωτεύουσα δείχνουν ότι η Ελλάδα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον της διεθνούς βιομηχανίας hedge funds. Τα φορολογικά κίνητρα, η οικονομική σταθερότητα και οι επαγγελματικές ευκαιρίες ενισχύουν την ελκυστικότητά της, χωρίς ακόμη να την καθιστούν ανταγωνιστή των καθιερωμένων χρηματοοικονομικών κέντρων.
Η εξέλιξη συμπίπτει με την επιστροφή Ελλήνων επαγγελματιών που έζησαν και εργάστηκαν επί χρόνια στο εξωτερικό. Το ζητούμενο είναι εάν αυτές οι μετακινήσεις μπορούν να αποκτήσουν διάρκεια και να δημιουργήσουν ευρύτερα οφέλη για την οικονομία.
Από το Σίτι στην Αθήνα
Όταν ο Κωνσταντίνος Σαραφόπουλος, επικεφαλής διαχείρισης κινδύνων της Alpha Bank, επέστρεψε στην Ελλάδα το 2021, έπειτα από περισσότερα από 20 χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο, βρήκε μια διαφορετική χώρα. Είχε περάσει 17 χρόνια στην JPMorgan Chase και επέστρεφε σε μια οικονομία που άφηνε πίσω της την ύφεση και τη λιτότητα, εισήγαγε φορολογικά κίνητρα και περιόριζε τη γραφειοκρατία μέσω της ψηφιοποίησης.
«Όχι και τόσο θετική ήταν η κίνηση στους δρόμους», μου λέει. «Αυτό όμως ίσως αποτελεί απόδειξη της πρόσφατης επιτυχίας της χώρας».
Στην Alpha Bank εργάζονται περίπου 120 επαναπατρισμένοι επαγγελματίες, οι οποίοι αποκαλούνται «Ιθακήσιοι» και διατηρούν ακόμη και δική τους ομάδα στο WhatsApp. Η επιστροφή τους αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης μεταβολής: το 2023, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, οι Έλληνες που επέστρεψαν στη χώρα ξεπέρασαν εκείνους που μετανάστευσαν.
Μια τέτοια εικόνα θα έμοιαζε αδιανόητη πριν από μία δεκαετία, όταν μισό εκατομμύριο νέοι εγκατέλειπαν την Ελλάδα μέσα στην οικονομική κρίση.
Τα φορολογικά κίνητρα και η σημασία της σταθερότητας
Η πανδημία έδειξε ότι αρκετοί επαγγελματίες μπορούν να εργάζονται χωρίς να βρίσκονται διαρκώς στο ίδιο χρηματοοικονομικό κέντρο. Για όσους διαθέτουν αυτή την ευελιξία, το κλίμα και η ποιότητα ζωής απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα στην επιλογή τόπου εγκατάστασης.
Η Ελλάδα συνδύασε αυτά τα πλεονεκτήματα με φορολογικές ελαφρύνσεις και μεγαλύτερη σταθερότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία προορισμοί όπως το Ντουμπάι επηρεάζονται από την εγγύτητα σε εμπόλεμες ζώνες.
Από το 2019, το ελληνικό καθεστώς προσέλκυσης ιδιωτών υψηλής καθαρής περιουσίας προβλέπει ετήσιο κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η πραγματοποίηση επενδύσεων. Από το 2021 προβλέπεται επίσης, για Έλληνες του εξωτερικού που επιστρέφουν και πληρούν τα σχετικά κριτήρια, απαλλαγή από τον φόρο για το 50% του εισοδήματός τους για επτά χρόνια.
Εξίσου σημαντική με τα κίνητρα είναι η διατήρηση των κανόνων. Η Ιταλία αύξησε δύο φορές τον αντίστοιχο κατ’ αποκοπή φόρο, η Πορτογαλία περιόρισε την ελκυστικότητα του φορολογικού της πλαισίου για εύπορους κατοίκους και το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε λιγότερο φιλόξενο για όσους επωφελούνταν από το καθεστώς «non-domiciled».
Η σχετική σταθερότητα της ελληνικής πολιτικής εξηγεί εν μέρει γιατί, σύμφωνα με εκτιμήσεις, 213 άτομα υψηλής καθαρής περιουσίας είχαν μετεγκατασταθεί στην Ελλάδα έως το 2024.
Η επιστροφή δεν οφείλεται μόνο στη νοσταλγία
Η βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας δεν περιορίζεται στην προσέλκυση πλούσιων φορολογικών κατοίκων. Οι μεταρρυθμίσεις και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα έχουν ενισχύσει την επενδυτική της ελκυστικότητα.
Η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, η ανεργία έχει υποχωρήσει στο μισό του επιπέδου του 2019 και το χρηματιστήριο αναβαθμίστηκε πρόσφατα από την κατηγορία των αναδυόμενων σε εκείνη των ανεπτυγμένων αγορών.
Πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική διασπορά καταγράφει ότι επαναπατριζόμενοι στις ηλικίες των 30 και των 40 ετών επικαλούνται τις προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας ως βασικό κίνητρο επιστροφής.
Η εργασία σε μια ελληνική τράπεζα δεν ταυτίζεται πλέον με τη διαχείριση του τεράστιου όγκου κόκκινων δανείων που άφησε η κρίση χρέους. Παράλληλα, νέες δυνατότητες δημιουργούνται στην τεχνολογία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επενδύσεις της Microsoft σε κέντρα δεδομένων.
Η προσπάθεια αναπλήρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου που έχασε η Ελλάδα είναι εύλογη, δεδομένων της γήρανσης του πληθυσμού και της ανάγκης για διατηρήσιμη ανάπτυξη. Υπάρχουν άλλωστε διεθνή παραδείγματα που υποστηρίζουν αυτή την προσέγγιση: σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, το πρόγραμμα της Δανίας για την προσέλκυση μεταναστών υψηλής ειδίκευσης συνέβαλε στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Μπορεί η Αθήνα να γίνει κέντρο για hedge funds;
Η προσδοκία είναι ότι η περίπτωση Ρόκος θα αποτελέσει την αρχή μιας ευρύτερης τάσης. Μια αναπτυσσόμενη παρουσία hedge funds θα μπορούσε να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, ζήτηση για επαγγελματικές υπηρεσίες και νέες επενδύσεις, ενισχύοντας την Αθήνα ως εναλλακτικό χρηματοοικονομικό προορισμό.
Η απόσταση, ωστόσο, από κέντρα όπως το Μαϊάμι ή το Ντουμπάι παραμένει μεγάλη. Δεν είναι επίσης σαφές πόσα επιπλέον κίνητρα μπορεί να χρηματοδοτήσει η Ελλάδα.
Έρευνα του 2025, την οποία επικαλείται ο ΟΟΣΑ, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό θεωρούν απίθανη την επιστροφή τους μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Ένας από τους λόγους είναι οι μη ελκυστικές αποδοχές.
Η πολιτική σταθερότητα δεν μπορεί επίσης να θεωρείται δεδομένη. Η άνοδος του κόστους στέγασης έχει επιβαρύνει το κλίμα απέναντι στους πλούσιους σε ορισμένα χρηματοοικονομικά κέντρα, ενώ ο χρονικός περιορισμός αρκετών φορολογικών ελαφρύνσεων δημιουργεί ερωτήματα για τη διάρκεια της εγκατάστασης των νέων κατοίκων. Το Παρίσι έχει ήδη χάσει χρηματοοικονομικούς επαγγελματίες που επέλεξαν να μετακινηθούν ξανά.
Το Λονδίνο παρακολουθεί
Η αγορά hedge funds του Λονδίνου παραμένει δεύτερη παγκοσμίως μετά τη Νέα Υόρκη. Ακόμη και η άνοδος του Ντουμπάι πριν από τον πόλεμο με το Ιράν είχε περιορισμένη επίδραση στην κυρίαρχη θέση της βρετανικής πρωτεύουσας στην ευρύτερη περιοχή.
Η Αθήνα απέχει πολύ από το να ανταγωνιστεί άμεσα τα καθιερωμένα τραπεζικά κέντρα και τις αγορές διαχείρισης πλούτου. Η δυναμική της, όμως, προσθέτει έναν ακόμη προορισμό στις επιλογές των διεθνώς κινητικών στελεχών.
Για την κυβέρνηση των Εργατικών στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πρόκληση είναι να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα από τους εύπορους και να προωθήσει δικαιότερες πολιτικές, διατηρώντας παράλληλα τους υψηλά αμειβόμενους επαγγελματίες του Σίτι.
Οι επιθέσεις του Ιράν στο Ντουμπάι ενισχύουν το επιχείρημα ότι το Λονδίνο παραμένει ελκυστικό. Η περίπτωση της Αθήνας δείχνει, ωστόσο, ότι τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν αποτελούν τη μοναδική εναλλακτική.
«Αν εξετάσει κανείς τις μακροοικονομικές εξελίξεις από το Brexit και μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει γίνει μια πιο εσωστρεφής χώρα, ενώ η Ελλάδα έχει γίνει πιο εξωστρεφής», λέει ο Σαραφόπουλος.
Εάν η τάση συνεχιστεί, το κέρδος της Αθήνας θα μπορούσε να αποδειχθεί απώλεια για το Λονδίνο.