Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜε αυξημένο δημόσιο χρέος, υποχώρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και αβεβαιότητα για το μέλλον των οικονομικών μεταρρυθμίσεων πλησιάζει στο τέλος της η δεκαετής προεδρία του Εμανουέλ Μακρόν. Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, οι διαδοχικές κρίσεις, οι πολιτικοί συμβιβασμοί και η παρατεταμένη αύξηση των κρατικών δαπανών περιόρισαν τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής στη Γαλλία.
Η επόμενη κρίσιμη δοκιμασία είναι η έγκριση του προϋπολογισμού από μια κυβέρνηση μειοψηφίας, την ώρα που οι επενδυτές απαιτούν πλέον υψηλότερη απόδοση για να αγοράσουν γαλλικό χρέος από ό,τι ιταλικό. Η διαφορά απόδοσης μεταξύ του γαλλικού και του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου βρισκόταν τη Δευτέρα περίπου στις 149 μονάδες βάσης, σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011.
Παράλληλα, οι προεδρικές εκλογές του 2027 θέτουν υπό αμφισβήτηση τη συνέχεια της οικονομικής ατζέντας του Μακρόν. Η Μαρίν Λεπέν και ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, που εμφανίζουν ισχυρή δυναμική στις δημοσκοπήσεις, έχουν δεσμευτεί να ανατρέψουν βασικές μεταρρυθμίσεις του, ενώ ο Μελανσόν προτείνει και διαγραφή μέρους του γαλλικού χρέους.
Από τη μεταρρυθμιστική υπόσχεση στην πολιτική επιβίωση
Στο επίκεντρο της προσπάθειας να διασωθούν βασικά στοιχεία της λεγόμενης «Macronomics» βρίσκεται ο Ρολάν Λεσκίρ, ο τέταρτος υπουργός Οικονομικών επί προεδρίας Μακρόν.
Πριν από δέκα χρόνια, ο Λεσκίρ εγκατέλειψε μια υψηλόβαθμη θέση στον χρηματοπιστωτικό κλάδο του Καναδά για να ενταχθεί στο πολιτικό κίνημα του Μακρόν. Όπως εξηγεί στο Bloomberg, έβλεπε τότε την ευκαιρία να ανακοπεί η άνοδος της Ακροδεξιάς και να διαμορφωθεί μια Γαλλία περισσότερο φιλοευρωπαϊκή και φιλική προς τις επιχειρήσεις.
«Ήμουν 50 ετών και περνούσα τη δική μου κρίση μέσης ηλικίας», ανέφερε. «Κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν τη ζωή τους, κάποιοι αλλάζουν χώρα. Εγώ απλώς αποφάσισα να αλλάξω πορεία και να ενταχθώ στο πολιτικό κίνημα».
Γιος κομμουνιστή δημοσιογράφου και συνδικαλιστή, ο Λεσκίρ μεγάλωσε στο εργατικό προάστιο Μοντρέιγ του Παρισιού. Σπούδασε στην École Polytechnique και στο London School of Economics και ανέλαβε επικεφαλής επενδύσεων στον καναδικό διαχειριστή συνταξιοδοτικών κεφαλαίων Caisse de Dépôt et Placement du Québec.
Έπειτα από οκτώ χρόνια στον Καναδά, εξελέγη στη γαλλική Εθνοσυνέλευση ως εκπρόσωπος των Γάλλων του εξωτερικού. Εντάχθηκε στην ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Μακρόν, η οποία περιλάμβανε πολλούς νεοεισερχόμενους στην πολιτική με επαγγελματική και επιχειρηματική εμπειρία, και ανέλαβε την προεδρία της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων.
«Πρέπει να είσαι σε θέση να παράγεις πλούτο, προκειμένου να μπορείς στη συνέχεια να τον διανείμεις», υποστηρίζει. «Για να το χρηματοδοτήσεις αυτό, πρέπει να δημιουργήσεις ανάπτυξη, πρέπει να δημιουργήσεις ευημερία».
Οι πρώτες μεταρρυθμίσεις και τα «Κίτρινα Γιλέκα»
Στην αρχή της προεδρίας Μακρόν, η ανάπτυξη ξεπερνούσε το 2%, η ανεργία υποχωρούσε και το δημοσιονομικό έλλειμμα βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο δεκαετίας. Η κυβέρνηση προχώρησε σε περαιτέρω χαλάρωση της εργατικής νομοθεσίας και σε μειώσεις της φορολογίας των επιχειρήσεων.
Ο Λεσκίρ ανέλαβε εισηγητής του νομοσχεδίου PACTE, το οποίο χαρακτηρίζει «Macronomics στην πράξη». Το πακέτο αποσκοπούσε στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της συμμετοχής των εργαζομένων, περιλαμβάνοντας από πωλήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων έως ενίσχυση της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης στα διοικητικά συμβούλια. Οι προτάσεις είχαν προετοιμαστεί από ομάδες βουλευτών και εκπροσώπων επιχειρήσεων.
Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ψήφισή του, όμως, η κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την πρώτη μεγάλη κοινωνική αντίδραση. Τον Νοέμβριο του 2018, η πρόταση επιβολής φόρου άνθρακα στα καύσιμα πυροδότησε τις κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων».
Οι διαμαρτυρίες εξελίχθηκαν σε πανεθνική αντίδραση για το κόστος διαβίωσης και τη φιλοεπιχειρηματική πολιτική του Μακρόν. Ο Μελανσόν κατηγόρησε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ότι οδηγεί σε κοινωνική καταστροφή, ενώ η Λεπέν μίλησε για «κοινωνική υποβάθμιση» και ζήτησε την απόσυρση των φόρων.
Για να αποκαταστήσει την κοινωνική ηρεμία, η κυβέρνηση διέθεσε περισσότερα από 10 δισ. ευρώ σε φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδόματα για εργαζομένους με χαμηλά εισοδήματα.
Ο Λεσκίρ αναγνωρίζει ότι ούτε η προεδρία ούτε η αντιπολίτευση είχαν προβλέψει την έκταση της αντίδρασης. Όπως σημειώνει, η δυσκολία για έναν πολιτικό είναι να παραμένει σε επαφή με την καθημερινότητα των πολιτών και να κατανοεί τους φόβους και τις αγωνίες τους.
Η πανδημία και η ενεργειακή κρίση αύξησαν τις δαπάνες
Πριν ο Μακρόν επαναφέρει στο επίκεντρο τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ξέσπασε η πανδημία. Με τη δέσμευση ότι η οικονομία θα στηριζόταν «όσο κι αν κοστίσει», το κράτος χρηματοδότησε επιχειρήσεις που ανέστειλαν τη λειτουργία τους και εργαζομένους που τέθηκαν σε αναστολή.
Το Bloomberg επισημαίνει ότι οι δαπάνες δεν διέφεραν σημαντικά από εκείνες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά η γαλλική κυβέρνηση καθυστέρησε να περιορίσει τις ενισχύσεις. Ακολούθησαν νέα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών για την αύξηση των ενεργειακών τιμών, η οποία επιταχύνθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο, οι δαπάνες για την αντιμετώπιση της πανδημίας και την τόνωση της οικονομίας ανήλθαν σε περίπου 190 δισ. ευρώ στην τριετία από το 2020.
Σε μεταγενέστερη έκθεσή του, το Ελεγκτικό Συνέδριο υπολόγισε τις κρατικές δαπάνες για την ενεργειακή κρίση σε 72 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από τις αμυντικές δαπάνες ενός έτους. Σε αυτές περιλαμβάνονταν σχεδόν 8 δισ. ευρώ για οριζόντιες επιδοτήσεις στα καύσιμα.
Η κρατική στήριξη συνέβαλε, σύμφωνα με την ανάλυση, στην επανεκλογή του Μακρόν απέναντι στη Λεπέν το 2022. Στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, ωστόσο, ο πρόεδρος έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ήδη τότε, στελέχη του πολιτικού του χώρου εξέφραζαν προβληματισμό για την απουσία μιας ευρύτερης μεταρρυθμιστικής ατζέντας, πέρα από τις αλλαγές στο συνταξιοδοτικό που επικεντρώνονταν στην παράταση του εργασιακού βίου.
Κατά τον Λεσκίρ, η εκλογική συζήτηση είχε περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στον πόλεμο στην Ευρώπη και οι Γάλλοι επέλεξαν εκείνον που θεωρούσαν καταλληλότερο να διαχειριστεί τη διεθνή συγκυρία.
Οι πρόωρες εκλογές και οι υποχωρήσεις στις μεταρρυθμίσεις
Η απόφαση του Μακρόν να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές το 2024, επιχειρώντας να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία, επιδείνωσε την αστάθεια. Η κοινοβουλευτική σύνθεση που προέκυψε οδήγησε δύο φορές πρωθυπουργούς σε παραίτηση και καθυστέρησε τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Σύμφωνα με το Bloomberg, τα σημαντικότερα πλήγματα στην οικονομική ατζέντα του προέδρου αποτυπώθηκαν στους προϋπολογισμούς του 2025 και του 2026.
Πέρυσι, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέστειλε τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού και παρέτεινε τον έκτακτο φόρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, επιδιώκοντας τη στήριξη της αντιπολίτευσης και την αποτροπή προτάσεων μομφής που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση και να εμποδίσουν τα δημοσιονομικά της σχέδια.
«Η αύξηση της φορολογίας των επιχειρήσεων σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη αποτελεί πρόκληση δεν είναι ποτέ ευχάριστη εξέλιξη», δήλωσε ο Λεσκίρ. «Ήταν σημαντικό να βρούμε έναν πολιτικό δρόμο προς τη σταθερότητα και το καταφέραμε, αλλά με κόστος».
Ο υπουργός επιχειρεί πλέον να υπερασπιστεί τις φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές, να αναχαιτίσει τις πιέσεις για νέους φόρους στον πλούτο και να συγκρατήσει την αύξηση των κοινωνικών δαπανών.
Περικοπές και φόροι στη μάχη του προϋπολογισμού
Η νέα διαπραγμάτευση για τον προϋπολογισμό διεξάγεται υπό αυξανόμενη πίεση από την αγορά ομολόγων, καθώς υποχωρεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ικανότητα της Γαλλίας να αντιμετωπίσει τα δημοσιονομικά της προβλήματα.
Ο Λεσκίρ έχει προτείνει σημαντικές περικοπές δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνεται το πάγωμα των μισθών στο Δημόσιο και ορισμένων συντάξεων.
Παράλληλα, εισηγείται τη διατήρηση τουλάχιστον μέρους του έκτακτου φόρου στις μεγάλες επιχειρήσεις και την κατάργηση άλλων φορολογικών απαλλαγών και εξαιρέσεων, ώστε να επανέλθει η δημοσιονομική εξυγίανση σε τροχιά.
Ακόμη και ένα αξιόπιστο σχέδιο, πάντως, ενδέχεται να μην αρκεί για να ανακόψει τις πιέσεις, καθώς οι επενδυτές συνυπολογίζουν την πιθανότητα αλλαγής οικονομικής πολιτικής μετά τις προεδρικές εκλογές.
Οι προτάσεις Λεπέν και Μελανσόν
Η Λεπέν δεν έχει παρουσιάσει ακόμη αναλυτικά το οικονομικό της πρόγραμμα. Έχει, ωστόσο, δεσμευτεί για ανατροπή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, ώστε εργαζόμενοι να μπορούν να συνταξιοδοτούνται ακόμη και από την ηλικία των 60 ετών.
Η κριτική του Εθνικού Συναγερμού προς την κυβέρνηση παραμένει έντονη. «Είναι αδύνατο να τα πάτε χειρότερα από εσάς», δήλωσε ο βουλευτής Ζαν-Φιλίπ Τανγκί σε συνεδρίαση της Επιτροπής Οικονομικών την περασμένη εβδομάδα. «Έχετε αποτύχει σε όλα, τα έχετε καταστρέψει όλα».
Ο Μελανσόν υπόσχεται μεγάλες αυξήσεις στη φορολογία των επιχειρήσεων και των εύπορων πολιτών, καθώς και σημαντικές αυξήσεις στους μισθούς. Τις τελευταίες εβδομάδες, η συζήτηση επικεντρώνεται και στην πρότασή του για διαγραφή ή πάγωμα του γαλλικού χρέους που κατέχει η κεντρική τράπεζα.
Η παρακαταθήκη που υπερασπίζεται ο Λεσκίρ
Παρά τις υποχωρήσεις, ο Λεσκίρ υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική του Μακρόν θα αφήσει μακροπρόθεσμο αποτύπωμα. Επικαλείται μια αγορά εργασίας που λειτουργεί καλύτερα, περισσότερους εργαζομένους από ποτέ και την ανάπτυξη του γαλλικού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων.
Αναφέρει επίσης ότι, σε ορίζοντα δεκαετίας, η ανάπτυξη της Γαλλίας ξεπερνιέται μόνο από εκείνη της Ισπανίας μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Το Bloomberg αντιπαραβάλλει, ωστόσο, τις σημερινές δυσκολίες με τη φιλοδοξία του Μακρόν να καταστήσει τη Γαλλία κινητήρια δύναμη μιας περισσότερο αυτόνομης Ευρώπης. Ο πόλεμος της Ρωσίας, οι πιέσεις στις διατλαντικές σχέσεις υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας αυξάνουν το διακύβευμα για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ.
Ο Λεσκίρ θεωρεί ότι η διαχείριση των διαδοχικών κρίσεων εδραίωσε την αντίληψη πως «η Γαλλία χωρίς την Ευρώπη δεν είναι πολλά, αλλά ούτε η Ευρώπη χωρίς τη Γαλλία είναι πολλά». Προειδοποιεί, παράλληλα, ότι μια προεδρία Λεπέν θα έθετε ερωτήματα για τη θέση της Γαλλίας στην Ευρώπη και της Ευρώπης στον κόσμο και, κατά την εκτίμησή του, θα κατέστρεφε οικονομική αξία.
Ο ίδιος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην επιδιώξει την επανεκλογή του στην Εθνοσυνέλευση, χαρακτηρίζοντας τα δέκα χρόνια στην πολιτική «μακρά θητεία». Παραμένει, όμως, πεπεισμένος ότι, όταν υποχωρήσει η σημερινή ένταση, οι πολίτες θα αναγνωρίσουν πόσο έχει αλλάξει η Γαλλία στη διάρκεια της δεκαετίας Μακρόν.
Πηγή: Bloomberg/Capital.gr