Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ προωθεί ταχύτερες εγκρίσεις μεγάλων έργων και ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών, επιδιώκοντας να περιορίσει την οικονομική εξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ. Ο εμπορικός πόλεμος και οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ διευκολύνουν πολιτικά αυτή τη στροφή, σύμφωνα με το Bloomberg, αν και οι προτεινόμενες αλλαγές προκαλούν αντιδράσεις για την περιβαλλοντική προστασία και τη διαβούλευση με τους αυτόχθονες πληθυσμούς.
Χωρίς να διαφαίνεται οριστική άρση των αμερικανικών δασμών, η κυβέρνηση Κάρνεϊ επιχειρεί να καταργήσει εμπόδια στις επενδύσεις, ανατρέποντας ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν επί Τζάστιν Τριντό και διευρύνοντας τις εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στην προώθηση έργων υποδομών και ενέργειας.
Κεντρική θέση στον σχεδιασμό κατέχει νέος αγωγός πετρελαίου προς τη δυτική ακτή, ο οποίος χαρακτηρίστηκε την περασμένη εβδομάδα έργο εθνικού ενδιαφέροντος. Ο χαρακτηρισμός ανοίγει τον δρόμο για την προώθησή του υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ο Κάρνεϊ παρουσιάζει τις αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο ως την πιο φιλόδοξη μεταρρύθμιση μιας γενιάς ως προς τη δυνατότητα του Καναδά να υλοποιεί μεγάλα έργα. Η δημοτικότητά του έχει ενισχυθεί το φθινόπωρο, ενώ οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν, προς το παρόν, ευρεία στήριξη στα σχέδιά του.
Επιχειρηματικοί κύκλοι που αρχικά αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα τη δέσμευσή του να μετατρέψει τον Καναδά σε ενεργειακή υπερδύναμη αρχίζουν επίσης να στηρίζουν πιο ανοικτά την κυβερνητική πολιτική.
Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, ο πρωθυπουργός διοργάνωσε την πρώτη επενδυτική σύνοδο της χώρας, ανακοίνωσε νέα φορολογική ελάφρυνση για επενδύσεις κεφαλαίου και κατέθεσε νομοσχέδιο για την αδειοδότηση έργων και τη διευκόλυνση του τερματισμού απεργιακών κινητοποιήσεων.
«Το αποκάλεσα 12 ημέρες Χριστουγέννων για τον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου», δήλωσε η Χέδερ Έξνερ-Πίροτ, διευθύντρια Ενέργειας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος στο Macdonald-Laurier Institute.
Οι επικριτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η διεύρυνση των κυβερνητικών εξουσιών μπορεί να αποδυναμώσει τους περιβαλλοντικούς ελέγχους, να επιβαρύνει τις σχέσεις με τις αυτόχθονες κοινότητες και να καταστήσει περισσότερο πολιτική τη διαδικασία επιλογής έργων.
Ο Ντέιβιντ Ράιτ, αναπληρωτής καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι, χαρακτήρισε τις προτάσεις «τεκτονική αλλαγή» στον τρόπο αξιολόγησης και έγκρισης μεγάλων έργων, εκτιμώντας ότι συνιστούν, σε μεγάλο βαθμό, οπισθοδρόμηση για την περιβαλλοντική προστασία.
Αποφάσεις εντός ενός έτους
Το νομοσχέδιο C-39, γνωστό ως Building Canada Strong Act, προβλέπει περιορισμό του χρόνου λήψης ομοσπονδιακής απόφασης για όλα τα έργα σε ένα έτος.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες θα διενεργούν τις αξιολογήσεις παράλληλα, με ενισχυμένο συντονισμό, ώστε κάθε έργο να περνά από μία ενιαία διαδικασία. Το νομοσχέδιο ακολουθεί το Bill C-5, που ψηφίστηκε πέρυσι για την επιτάχυνση έργων εθνικού ενδιαφέροντος.
Οι νέες διατάξεις επεκτείνονται και στην προέγκριση έργων, υπό όρους, σε περιοχές που θα χαρακτηρίζονται εθνικού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, ο χαρακτηρισμός θα προϋποθέτει αξιολόγηση των επιτρεπόμενων δραστηριοτήτων και των αναγκαίων μέτρων περιορισμού των επιπτώσεων.
Παράλληλα, διευρύνεται η διακριτική ευχέρεια των υπουργών, οι οποίοι θα μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιτρέπουν έναρξη εργασιών πριν από την ολοκλήρωση της έγκρισης, καθώς και να τροποποιούν ή να αίρουν περιβαλλοντικούς όρους.
Στόχος η μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ
Η ανάπτυξη ενεργειακών και εμπορικών υποδομών αποτελεί βασικό μέρος της προσπάθειας διεύρυνσης των εξαγωγικών προορισμών του Καναδά. Πέρυσι, περίπου το 85% των καναδικών εξαγωγών ενέργειας κατευθύνθηκε στις ΗΠΑ.
Ο Κάρνεϊ υποστηρίζει ότι εξελέγη με εντολή να επαναφέρει τη χώρα σε μια περίοδο κατασκευής μεγάλων υποδομών.
«Δεκαετία με τη δεκαετία, χρόνο με τον χρόνο, κατασκευάζαμε όλο και λιγότερα. Προσθέταμε ολοένα περισσότερους περιορισμούς», δήλωσε τον περασμένο μήνα, συνδέοντας την ανάγκη αλλαγών με τις πιέσεις που δέχεται η κυριαρχία του Καναδά.
Από την ανάληψη της ηγεσίας του Φιλελεύθερου Κόμματος πέρυσι, ο Κάρνεϊ έχει προχωρήσει σε σημαντική αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής του προκατόχου του.
Η Έξνερ-Πίροτ αποδίδει τη στροφή κυρίως στις εμπορικές εντάσεις με τις ΗΠΑ, οι οποίες, όπως ανέφερε, έβγαλαν τον Καναδά από τον εφησυχασμό και ανέδειξαν τους φυσικούς πόρους ως το πιο άμεσο πεδίο διαφοροποίησης των εμπορικών σχέσεων.
Την κατεύθυνση αυτή ενισχύει η άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αύξηση των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων τροφοδοτούν τη ζήτηση ενέργειας, ευνοώντας τις καναδικές ενεργειακές εταιρείες.
Κατά την ίδια, σε έναν ανοδικό κύκλο της αγοράς, το οικονομικό κόστος μιας κυβερνητικής πολιτικής που αντιμετωπίζει αρνητικά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο γίνεται ιδιαίτερα υψηλό.
Οι αλλαγές στην έγκριση αγωγών
Το νομοσχέδιο ενισχύει τον κυβερνητικό ρόλο στις εγκρίσεις αγωγών πριν ολοκληρωθούν οι ομοσπονδιακές περιβαλλοντικές αξιολογήσεις.
Για έργα που περιλαμβάνουν περισσότερα από 300 χιλιόμετρα νέας διαδρομής, η Canada Energy Regulator θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στο υπουργικό συμβούλιο εντός έξι μηνών από την κατάθεση της αίτησης.
Εάν δοθεί κυβερνητική έγκριση, η ρυθμιστική αρχή θα συνεχίζει την αξιολόγηση για να προσδιορίσει τους όρους υλοποίησης του έργου.
Ο Τζορτζ Βεγκ, πρώην πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Canada Energy Regulator, αμφισβήτησε κατά πόσο μια πρόταση μπορεί να αξιολογηθεί αποτελεσματικά μέσα σε έξι μήνες.
Όπως εξήγησε, σημαντική παράμετρος είναι ο χρόνος που απαιτείται για τη διαβούλευση με τις αυτόχθονες κοινότητες, οι οποίες συχνά επιθυμούν να προσλάβουν δικούς τους ειδικούς για την εξέταση των σχεδίων. Το C-39 επιτρέπει παράταση της αξιολόγησης όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο για τις συγκεκριμένες διαβουλεύσεις.
Ο Βεγκ αναγνώρισε ότι ο καλύτερος συντονισμός των ομοσπονδιακών αδειοδοτήσεων μπορεί να βελτιώσει τη διαδικασία. Εξέφρασε, όμως, επιφυλάξεις για τη διατήρηση της τελικής εξουσίας λήψης αποφάσεων στο υπουργικό συμβούλιο.
«Εάν θέλετε μια προβλέψιμη διαδικασία, πρέπει να γνωρίζετε ποιοι είναι οι κανόνες. Οι κανόνες θα πρέπει να είναι δεσμευτικοί και όχι να σχεδιάζονται προς όφελος συγκεκριμένων έργων», σημείωσε.
Στήριξη στην επιτάχυνση, επιφυλάξεις για τους ελέγχους
Δημοσκόπηση των Abacus Data και Vantage έδειξε ότι δύο στους τρεις Καναδούς υποστηρίζουν την ταχύτερη υλοποίηση μεγάλων έργων. Η αποδοχή, ωστόσο, περιορίζεται όταν τίθεται ζήτημα χαλάρωσης των περιβαλλοντικών ελέγχων ή έγκρισης χωρίς τη συναίνεση των αυτόχθονων πληθυσμών.
Μεταξύ των διατάξεων που προκαλούν αντιδράσεις είναι η δυνατότητα των φορέων έργων που ενδέχεται να προκαλέσουν ζημιές στην αλιεία να καταβάλλουν χρήματα σε ειδικό ταμείο, αντί να αναλαμβάνουν οι ίδιοι την αποκατάσταση ή την αντιστάθμιση των επιπτώσεων.
Επίσης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνυπολογίζουν την «τεχνική, οικονομική και πρακτική εφικτότητα» των περιβαλλοντικών όρων που επιβάλλουν.
Ο Τσάρλι Χατ, διευθυντής Κλιματικής Πολιτικής της περιβαλλοντικής νομικής οργάνωσης Ecojustice, υποστήριξε ότι το C-39 δεν αποτελεί προσεκτικά σχεδιασμένη μεταρρύθμιση. Προειδοποίησε ότι ανοίγει τον δρόμο για μεγάλα έργα πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία, κατά την εκτίμησή του, θα επιδεινώσουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα και τις επιπτώσεις τους στην υγεία και στις κοινότητες.
Πηγή: Bloomberg/Capital.gr