Ακόμη και με την αποκλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσουν να εκδηλώνονται, ενώ οι αυξήσεις στις τιμές δεν πρόκειται να υποχωρήσουν.

Παρόλο που η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να είναι ανθεκτική, παρά τις πιέσεις που δέχονται οι αγορές, το ενεργειακό σοκ αλλά και τις αυξήσεις στα προϊόντα της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και οι Κεντρικοί Τραπεζίτες δεν έκρυψαν τον προβληματισμό τους για τις επιπτώσεις.

Ήδη δέκα κράτη μέλη έχουν καταγράψει δημοσιονομικά ελλείμματα της τάξης του 3%, ενώ εκτιμάται πως, εάν συνεχιστεί το ντόμινο των επιπτώσεων, ο αριθμός των χωρών με ελλείμματα θα ανέβει στις 13.

Μέχρι στιγμής, η κατάσταση δεν προκαλεί ούτε στασιμοπληθωρισμό ούτε ύφεση.
Κατά τη χθεσινή άτυπη συνεδρία του Eurogroup στη Λευκωσία, η οποία έγινε στο πλαίσιο της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, αναφέρθηκε πως η ενεργειακή κρίση επηρεάζει τα δημόσια οικονομικά, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι διεμήνυσαν πως οι επιπτώσεις ίσως είναι μεγαλύτερες από ό,τι αρχικά αναμενόταν. Την ίδια ώρα, επέμειναν στην ανάγκη λήψης στοχευμένων μέτρων, αντί οριζόντιων δημοσιονομικών παρεμβάσεων.
Στόχος των συνεδριάσεων του Eurogroup και του ECOFIN χθες και σήμερα είναι η διασφάλιση της σταθερότητας και της ανθεκτικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω κοινών δράσεων.

Λαγκάρντ: Οι επιπτώσεις θα συνεχιστούν

Στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, ήταν ξεκάθαρη πως οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή θα συνεχιστούν και μετά την αποκλιμάκωσή του. Χαρακτηριστική ήταν και η τοποθέτησή της πως, ακόμη και σήμερα να τερματιζόταν η κρίση, οι πληθωριστικές πιέσεις δεν θα υποχωρούσαν και θα συνέχιζαν να επηρεάζουν την οικονομία και, κατ’ επέκταση, να μετακυλίονται στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις.

Μάλιστα, τόνισε πως, εάν ο πληθωρισμός τελικά υποχωρήσει, οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να αναμένουν επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. «Ακόμη και αν η κρίση επιλυόταν τώρα, θα υπήρχαν καθυστερημένες επιπτώσεις που θα συνέχιζαν να εκδηλώνονται. Είναι πιθανό γεγονός ότι τα επίπεδα τιμών θα είναι υψηλότερα στο τέλος αυτής της κρίσης», πρόσθεσε.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ υπέδειξε πως μεσοπρόθεσμος στόχος της ΕΚΤ είναι η επιστροφή του πληθωρισμού στο 2%, ωστόσο απέφυγε να ανοίξει τα χαρτιά της για τις αποφάσεις που θα λάβει η Τράπεζα στις 11 Ιουνίου. Απλώς αρκέστηκε να αναφέρει πως οι αποφάσεις για τα επιτόκια θα ληφθούν τη δεδομένη στιγμή, στη βάση των οικονομικών στοιχείων που θα τεθούν ενώπιόν τους. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στην απόφαση της ΕΚΤ τον περασμένο μήνα να διατηρήσει αμετάβλητα τα τρία βασικά επιτόκιά της.

Πιερρακάκης: Όχι δημοσιονομική κρίση

Ο πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, προειδοποίησε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ενεργειακές πιέσεις δεν πρέπει να εξελιχθούν σε δημοσιονομική κρίση, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για «στοχευμένες παρεμβάσεις» και στενό συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.

Σημείωσε επίσης ότι η μεταβλητότητα στις αγορές ομολόγων αντανακλά την εύθραυστη διεθνή συγκυρία και την ανάγκη διατήρησης της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Την ίδια ώρα, προειδοποίησε πως οι εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχουν δημιουργήσει ευρύτερους κινδύνους, που επεκτείνονται πέραν των προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε στρατηγικά προϊόντα και εφοδιαστικές αλυσίδες. Όπως εξήγησε, η διαταραχή αφορά «όχι μόνο τις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου αλλά και στρατηγικά προϊόντα όπως τα λιπάσματα».

Έκανε λόγο και για ευρύτερους κινδύνους για τη βιομηχανική δραστηριότητα στην Ευρώπη. Είπε πως η οικονομία της ΕΕ εξακολουθεί να είναι ανθεκτική, παρά την αύξηση του πληθωρισμού, σημειώνοντας πως βρίσκεται μακριά από το σενάριο της ύφεσης. Μάλιστα, τόνισε πως, λόγω της εργαλειοθήκης μέτρων του 2022 κατά το Ουκρανικό, οι επιπτώσεις και ο αντίκτυπος στην οικονομία της ΕΕ από την κρίση στη Μέση Ανατολή είναι 12% μικρότερες σε σχέση με ό,τι θα ίσχυε, εάν δεν γίνονταν οι αναγκαίες προσαρμογές στην ενεργειακή πολιτική.

«Όχι» σε χαλαρώσεις

Την ίδια ώρα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, δήλωσε ότι οι τελευταίες εξελίξεις έχουν μεταβάλει τις οικονομικές προοπτικές της ΕΕ, ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα υπάρξουν χαλαρώσεις. Ερωτηθείς εάν κάποιες χώρες, όπως η Κύπρος, θα στηριχθούν περισσότερο, εξαιτίας του μεγαλύτερου επηρεασμού τους από τις γεωπολιτικές εντάσεις, σημείωσε πως θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ.

Απαντώντας στο αίτημα της Ιταλίας για περισσότερο δημοσιονομικό χώρο στο πλαίσιο των κανόνων της ΕΕ, ώστε να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της κρίσης, ανέφερε πως η Ευρώπη στηρίζει τη στοχευμένη αντιμετώπιση. Όπως είπε, η Ιταλία είναι η μοναδική χώρα που θέτει το συγκεκριμένο ζήτημα. «Η ΕΕ διαθέτει ήδη διαθέσιμα εργαλεία χρηματοδότησης μέσω των κεφαλαίων του RepowerEU και του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, τα οποία δημιουργήθηκαν ακριβώς για την αντιμετώπιση ενεργειακών ζητημάτων και εξακολουθούν να περιλαμβάνουν σημαντικά ανεκτέλεστα επενδυτικά σχέδια», κατέληξε.

Ο Γενικός Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Πιέρ Γκραμένια, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει πρόσθετες πιέσεις, περιλαμβανομένων υψηλότερου κόστους δανεισμού, ασθενέστερης αγοραστικής δύναμης και αυξανόμενης απόκλισης από την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Παρεμβάσεις Κεραυνού – Πατσαλίδη

Ο Κύπριος Υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, τόνισε την ανάγκη για αυξημένες επενδύσεις στην Ευρώπη, ώστε να αντιμετωπιστούν οι αυξανόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, ζητώντας παράλληλα να μην υπονομευθεί το πλαίσιο δημοσιονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, ανέφερε πως θα πρέπει να διαμορφωθεί η κατάλληλη στρατηγική και πολιτική απάντηση απέναντι στις παγκόσμιες οικονομικές προκλήσεις.
«Διαβαίνουμε μία δύσκολη περίοδο», ανέφερε, προσθέτοντας ότι τα γεγονότα που εξελίσσονται παγκοσμίως «σίγουρα επηρεάζουν τις οικονομίες», τόσο σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη όσο και τις πληθωριστικές πιέσεις. Όπως σημείωσε, μέσα από τις συνεδριάσεις και τις συναντήσεις του ECOFIN επιδιώκεται η ανταλλαγή απόψεων και η εξαγωγή συμπερασμάτων που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης για την αντιμετώπιση των προκλήσεων.