Η προσπάθεια ενίσχυσης της ηλεκτροκίνησης στην Κύπρο προχωρά, ωστόσο, η αγορά δεν κινείται στους ρυθμούς που δύναται, δεδομένου πως η Κύπρος και οι πολίτες της μπορούν να επωφεληθούν, εν αντιθέσει με άλλες χώρες, από «δωρεάν» ρεύμα στο σπίτι τους, ακόμη και με τις περικοπές φωτοβολταϊκών, τις περισσότερες ημέρες του χρόνου.

Μάλιστα, η συζήτηση που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια με σκοπό την εξεύρεση λύσεων για ενίσχυση της ηλεκτροκίνησης φαίνεται πως εδράζεται σε λάθος βάση, αφού έρευνα αγοράς που πραγματοποιήσαμε αποκαλύπτει πως τα αγκάθια στην αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου δεν αφορούν μόνο οικονομικές, αλλά και ψυχολογικές τάσεις σε ολόκληρη την αγορά.

Πιο συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο πρόβλημα που συζητείτο όλα αυτά τα χρόνια ήταν πρωτίστως η απουσία υποδομών, δηλαδή φορτιστών σε διάφορους χώρους και στο οδικό δίκτυο. Ωστόσο, με δεδομένες τις μικρές αποστάσεις της Κύπρου και το ότι τα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα καλύπτουν με ευκολία λόγω αυτονομίας τις καθημερινές μετακινήσεις, ακόμη και εκτός πόλεων, δεν φαίνεται να επηρεάζει, όχι τουλάχιστον στον βαθμό που συζητείτο, εν δυνάμει αγοραστές ηλεκτρικών αυτοκινήτων.

Μάλιστα, αυτός ο ανασταλτικός παράγοντας, φαίνεται να εκμηδενίζεται για όσους πολίτες έχουν δικά τους φωτοβολταϊκά συστήματα και μπορούν να φορτίσουν στο σπίτι τα οχήματα τους. Ωστόσο, ακόμη και για αυτούς που δεν έχουν οικιακό φορτιστή το πρόβλημα δεν είναι σχετικά μεγάλο, αφού η αυτονομία που προσφέρουν τα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα κυμαίνεται μεταξύ 400 και 500 χιλιομέτρων σε κάθε πλήρη φόρτιση, άρα για τη συντριπτική πλειοψηφία των οδηγών, η ανάγκη για φόρτιση του αυτοκινήτου μειώνεται σε 1 με 2 φορές την εβδομάδα.

Επηρεάζουν την αγορά

Από την έρευνα αγοράς που πραγματοποιήσαμε φαίνεται πως η αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου στην Κύπρο επηρεάζεται κυρίως από διαφορετικούς παράγοντες που εκ πρώτης δεν έχουν σχέση μεταξύ τους και δεν εξαρτώνται από μία μόνο απόφαση, αλλά που έχουν όμως ένα κοινό παρανομαστή.

Ειδικότερα, ο πρώτος παράγοντας είναι το κόστος χρηματοδότησης. Τα λεγόμενα «πράσινα δάνεια» που προσφέρονται για αγορά ηλεκτρικού αυτοκινήτου δεν έχουν ουσιαστική διαφορά στο επιτόκιο από τα υπόλοιπα δάνεια για αγορά συμβατικού αυτοκινήτου. Αυτή η διαφορά κυμαίνεται στο 0,25% λιγότερο επιτόκιο. Μόνο κίνητρο που ουσιαστικά προσφέρεται είναι η επέκταση αποπληρωμής του δανείου για ηλεκτρικό αυτοκίνητο στα 8 χρόνια, κάτι ωστόσο που μπορεί να μειώνει τη μηνιαία δόση, αλλά δίνει επιπλέον έσοδα στις τράπεζες.

Ουσιαστικά, στην πράξη η διαφορά στο επιτόκιο είναι πολύ μικρή και δεν δημιουργεί ισχυρό οικονομικό κίνητρο ώστε κάποιος να επιλέξει ηλεκτρικό αντί για συμβατικό αυτοκίνητο, ειδικότερα μάλιστα, όταν τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έχουν υψηλότερο κόστος στην αρχική τους αγορά.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η αβεβαιότητα που αφορά τα κρατικά σχέδια επιδότησης. Οι επιχορηγήσεις δεν είναι μόνιμες και ούτε υπάρχει σαφής εικόνα για το πότε θα ανοίξουν σχέδια ή και μάλιστα κατά πόσο θα συνεχιστούν όπως τα προηγούμενα. Αυτό οδηγεί πολλούς ενδιαφερόμενους σε αναμονή ή και σε σκέψεις κατά πόσον συμφέρει ή όχι τη δεδομένη στιγμή να προχωρήσουν με αγορά. Παράλληλα, το σύστημα που βασίζεται σε αιτήσεις και κλήρωση έχει δεχθεί κριτική για στρεβλώσεις, καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις η επιδότηση δεν συνδέεται άμεσα με την τελική αγορά του οχήματος.

Γι΄αυτό εξάλλου και οι Αρχές προχωρούν σε ανακοινώσεις για επιλαχόντες των σχεδίων, αφού κάποιοι που αιτήθηκαν ουδέποτε προχώρησαν με παραγγελία του οχήματος.

Ο τρίτος παράγοντας είναι οι τιμές των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, που σχετίζεται μάλιστα με τον δεύτερο παράγοντα και τα σχέδια επιχορήγησης. Να σημειωθεί πως Μπορεί σε βάθος χρόνου να συμφέρει η μετάβαση από συμβατικά καύσιμα σε ηλεκτροκίνηση, ωστόσο, το αρχικό κόστος είναι μεγάλο και δύσκολο να συγκεντρωθεί από πολλούς ενδιαφερόμενους.

Συγκεκριμένα, σε περιόδους που δεν υπάρχει σε ισχύ σχέδιο επιδότησης, αρκετές αντιπροσωπείες προχωρούν σε σημαντικές εκπτώσεις στα αυτοκίνητα, ώστε να κινηθεί η αγορά, εκτός των επιχορηγήσεων (αυτό φυσικά έχει ρίζες και σε ένα άλλο ζήτημα με τις συμφωνίες των αντιπροσώπων στην Κύπρο οι οποίες φαίνεται πως είναι υπόχρεες να προχωρούν με συγκεκριμένο αριθμό παραγγελιών στις αυτοκινητοβιομηχανίες, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν παραγγελίες από ενδιαφερόμενους αγοραστές.

Γι’ αυτό εξάλλου βλέπουμε και αντίστοιχο φαινόμενο με εκπτώσεις σε ετοιμοπαράδοτα συμβατικά αυτοκίνητα). Αυτές οι εκπτώσεις και οι γενναιόδωρες προσφορές ωστόσο ενισχύουν την εκτίμηση ότι οι τελικές τιμές διαμορφώνονται εν μέρει με βάση την ύπαρξη ή μη κρατικών κινήτρων, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο έντονες διακυμάνσεις στις τιμές αλλά και στην εμπιστοσύνη των αγοραστών για το κατά πόσο η στιγμή που επιλέγουν να προχωρήσουν με την αγορά είναι η πιο συμφέρουσα. Ουσιαστικά, αυτή η πρακτική έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια σταθερή εικόνα στην αγορά.

Ο τέταρτος παράγοντας είναι η αβεβαιότητα για την μακροπρόθεσμη αξία των ηλεκτρικών οχημάτων. Πολλοί υποψήφιοι αγοραστές δεν μπορούν να γνωρίζουν, αλλά και ουδείς μπορεί να εκτιμήσει με βεβαιότητα πόσο θα κρατήσει την αξία μεταπώλησης του ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο μετά από λίγα χρόνια χρήσης. Ήδη η πρώτες ενδείξεις παρουσιάζουν πως η αξία τους μειώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι στα συμβατικά αυτοκίνητα.

Επίσης, έντονη ανησυχία υπάρχει και για το κόστος αντικατάστασης της μπαταρίας σε βάθος χρόνου. Από την έρευνα αγοράς που πραγματοποιήσαμε και σε σχετικό ερώτημα που θέσαμε σε ειδικούς δεν υπήρχε σαφής απάντηση, αφού ουδείς γνωρίζει ούτε το κόστος, αλλά ούτε και την αξία που θα έχει σε 6-7 χρόνια ένα αυτοκίνητο που σήμερα στοιχίζει πάνω από 50.000 ευρώ.

Οικονομικά, θεσμικά και ψυχολογικά τα προβλήματα

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, η εικόνα που προκύπτει δείχνει ότι η αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων στην Κύπρο θα μπορούσε να ήταν ακόμη μεγαλύτερη, εάν αυτοί οι παράγοντες μπορούσαν συνδυαστικά να προσφέρουν το σωστό κίνητρο για μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση.

Πλέον, με βάση τα δεδομένα, έχουμε ξεφύγει από τους τεχνικούς περιορισμούς ή την έλλειψη υποδομών ως πρόβλημα και αναγνωρίσαμε πως η οικονομική αβεβαιότητα και η έλλειψη σταθερού πλαισίου, αλλά και σωστών κινήτρων, είναι τα σημαντικά σημεία ώστε η αγορά να λάβει την ώθηση που θα μπορούσε να έχει. Τη δεδομένη στιγμή ως έχουν τα πράγματα και σύμφωνα με εκτιμήσεις από την αγορά , το πρόβλημα εντοπίζεται πλέον σε έναν συνδυασμό οικονομικών, θεσμικών και ψυχολογικών παραγόντων που επηρεάζουν τη ζήτηση, μη επιτρέποντας ουσιαστικά στην αγορά να αναπτύξει την δυναμική που θα μπορούσε να έχει.