Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται να αλλάξει την πολιτική της για τις τράπεζες, επιδιώκοντας να καταστήσει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πιο ανταγωνιστικό, σύμφωνα με προσχέδιο της επικείμενης έκθεσής της που περιήλθε στην κατοχή του philenews.
Οι προτάσεις εντάσσονται στην ευρύτερη συζήτηση που διεξάγεται στις Βρυξέλλες κατά πόσο το ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, περιορίζει πλέον τη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.
Μεταξύ των μέτρων που εξετάζονται είναι η διεύρυνση της εντολής της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), ώστε, πέρα από τις υφιστάμενες εποπτικές αρμοδιότητές της, να λαμβάνει υπόψη και την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Την πρόταση υποστηρίζουν εδώ και χρόνια στελέχη του τραπεζικού κλάδου και ορισμένα κράτη-μέλη, τα οποία θεωρούν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες υπόκεινται σε αυστηρότερους κανόνες από τους ανταγωνιστές τους σε άλλα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα.
Οι εποπτικές αρχές, περιλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αντιτίθενται, ωστόσο, σε μια τέτοια αλλαγή. Προειδοποιούν ότι η προσθήκη ενός ρητού στόχου ανταγωνιστικότητας θα μπορούσε να συγκρουστεί με την πρωταρχική αποστολή τους, δηλαδή τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Υποστηρίζουν επίσης ότι η κρίση του 2008 έδειξε πόσο σημαντικό είναι να παραμένουν οι τράπεζες ισχυρές και ανθεκτικές, ακόμη και όταν οι οικονομικές συνθήκες επιδεινώνονται.
Το προσχέδιο της Επιτροπής προβλέπει επίσης τη χαλάρωση ορισμένων κεφαλαιακών απαιτήσεων, μεταξύ άλλων με αλλαγές στο πλαίσιο του δείκτη μόχλευσης.
Ο δείκτης μόχλευσης, ο οποίος θεσπίστηκε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, υποχρεώνει τις τράπεζες να διατηρούν ένα ελάχιστο επίπεδο κεφαλαίων σε σχέση με το συνολικό μέγεθος του ισολογισμού τους, ανεξάρτητα από τον κίνδυνο που συνδέεται με κάθε στοιχείο ενεργητικού.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι ορισμένες απαιτήσεις επικαλύπτονται και έχουν καταστεί υπερβολικά περίπλοκες. Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι αυτές οι απαιτήσεις περιορίζουν τη δυνατότητά τους να χορηγούν δάνεια και να ανταγωνίζονται διεθνώς.
Παράλληλα, η πρόταση επανεκκινεί τη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού πλαισίου εγγύησης καταθέσεων, αντικαθιστώντας την πρόταση της Επιτροπής του 2015, η οποία έχει ουσιαστικά παγώσει, με ένα νέο μοντέλο που θα συνδυάζει εθνικά και ευρωπαϊκά στοιχεία.
Αντί να επιμερίζεται πλήρως το κόστος μεταξύ των κρατών-μελών σε περίπτωση κατάρρευσης μιας τράπεζας, η νέα προσέγγιση θα επικεντρώνεται στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας για τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων σε περιόδους κρίσης.
Οι προτάσεις της Κομισιόν αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ενίσχυσης του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν όλο και περισσότερο ότι η ΕΕ υστερεί έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών στην άντληση κεφαλαίων για ανάπτυξη και καινοτομία.
Το προσχέδιο προβλέπει αλλαγές όχι μόνο στις κεφαλαιακές απαιτήσεις, αλλά και στις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και σε άλλα διοικητικά βάρη.
Ο Max Kretschmer στο philenews
Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι το βασικό πρόβλημα δεν οφείλεται στους κανόνες προληπτικής εποπτείας.
Η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά παραμένει κατακερματισμένη σε εθνικό επίπεδο, παρά τις πολυετείς προσπάθειες για τη δημιουργία μιας πραγματικής Τραπεζικής Ένωσης. Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στη μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ θυγατρικών. Παράλληλα, οι διαφορές στους κανόνες αφερεγγυότητας, στην προστασία των καταναλωτών και στις εποπτικές πρακτικές εμποδίζουν την ολοκλήρωση της αγοράς.
«Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές, εν μέρει επειδή δεν λειτουργούν σε μια αντίστοιχη ενιαία αγορά. Ένας τραπεζικός όμιλος δεν μπορεί απλώς να μεταφέρει ρευστότητα σε μια θυγατρική ή να προσφέρει το ίδιο προϊόν σε διαφορετικές χώρες χωρίς να συναντήσει εθνικά εμπόδια σε θέματα κεφαλαίων, ρευστότητας, αφερεγγυότητας, προστασίας των καταναλωτών και εποπτείας», δήλωσε στο philenews ο Max Kretschmer, της Finance Watch.
«Ο βασικός λόγος είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης. Οι χώρες στις οποίες εδρεύουν οι θυγατρικές εξακολουθούν να φοβούνται ότι, αν μία από αυτές καταρρεύσει, το κόστος θα επιβαρύνει τις εθνικές αρχές, τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων ή τους κρατικούς προϋπολογισμούς. Όσο η ευθύνη παραμένει εθνική, είναι κατανοητή και η επιμονή στην εθνική διαχείριση των κινδύνων. Αυτό, όμως, διατηρεί την αγορά κατακερματισμένη», πρόσθεσε.
Περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια
Οι ανησυχίες ότι η ΕΕ χάνει έδαφος έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών στην καινοτομία, την παραγωγικότητα και την πρόσβαση σε κεφάλαια έχουν αυξήσει τις πιέσεις προς τους Ευρωπαίους αξιωματούχους να βελτιώσουν τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Οι τραπεζικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας εμβάθυνσης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, ώστε τα κεφάλαια να κινούνται ευκολότερα μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι πρόσφατες συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ, περιλαμβανομένων των εισηγήσεων του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης, ανέδειξαν την ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής ιδιωτικών κεφαλαίων στη χρηματοδότηση στρατηγικών τομέων.
Οι υποστηρικτές της χαλάρωσης των κεφαλαιακών απαιτήσεων θεωρούν ότι η μείωση των κεφαλαίων που διατηρούνται ως αποθέματα ασφαλείας θα αφήσει στις τράπεζες περισσότερα χρήματα για επενδύσεις.
Οι επικριτές προειδοποιούν, όμως, ότι η ανταγωνιστικότητα δεν ενισχύεται με χαλαρότερη εποπτεία. Κατά την άποψή τους, το πραγματικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός της αγοράς, ο οποίος εμποδίζει τις ευρωπαϊκές τράπεζες να αποκτήσουν το μέγεθος και τις οικονομίες κλίμακας των αμερικανικών ανταγωνιστών τους.