Την ώρα που η τουριστική περίοδος βρίσκεται στο αποκορύφωμά της και χιλιάδες Κύπριοι ετοιμάζονται για διακοπές ή ήδη τις απολαμβάνουν, τα στοιχεία της Eurostat υπενθυμίζουν ότι για ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού οι διακοπές παραμένουν οικονομικά απρόσιτες.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας για το 2025, που μάλλον δεν έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά μέσα στο 2026, το 27,5% των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το ίδιο είναι το ποσοστό και ειδικότερα για την Κύπρο), ηλικίας 16 ετών και άνω, δήλωσαν ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να περάσουν ούτε μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι τους.
Το ποσοστό είναι αυξημένο κατά μισή ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με το 2024, αν και παραμένει αισθητά χαμηλότερο από το επίπεδο του 2015, όταν ανερχόταν στο 35,2%.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεγάλη απόκλιση που καταγράφεται μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαφορά αυτή αποτυπώνει τις σημαντικές αποκλίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν στο διαθέσιμο εισόδημα, την αγοραστική δύναμη και τις κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τη συνολική οικονομική σύγκλιση των τελευταίων ετών.
Η εικόνα στην Κύπρο είναι στα ίδια επίπεδα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τη χώρα, το 27,6% των κατοίκων ηλικίας 16 ετών και άνω δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά μία εβδομάδα διακοπών εκτός σπιτιού.
Παρότι το ποσοστό παρουσιάζει σημαντική βελτίωση σε σχέση με το 45% του 2019 και το 58,9% του 2014, εξακολουθεί να σημαίνει ότι περίπου τρεις στους δέκα κατοίκους της Κύπρου στερούνται αυτή τη δυνατότητα.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τη χειρότερη εικόνα εμφανίζει η Ρουμανία, όπου το 61,4% του πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει το κόστος μιας εβδομάδας διακοπών. Ακολουθούν η Ελλάδα με 46,6%, καθώς επίσης η Βουλγαρία και η Ουγγαρία με 39,1%.
Στον αντίποδα βρίσκονται το Λουξεμβούργο (10,6%), η Σουηδία (12,4%), η Ολλανδία (12,8%), όπου τα ποσοστά είναι τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στις υπόλοιπες χώρες, το ποσοστό είναι: Βέλγιο 19,5%, Τσεχία 19%, Δανία 14,1%, Γερμανία 20,9%, Εσθονία 25,8%, Ιρλανδία 20,5%, Ισπανία 32,2%, Γαλλία 23,2%, Κροατία 32,6%, Λετονία 28,9%, Λιθουανία 30,9%, Μάλτα 27,6%, Αυστρία 12,8%, Πορτογαλία 33,1%, Σλοβενία 15,2%, Σλοβακία 29,1%, Φιλανδία 14,8%, Σουηδία 12,4%.
Το κόστος διαβίωσης
Τα στοιχεία αποτυπώνουν ότι, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση της υλικής στέρησης την τελευταία δεκαετία, το αυξημένο κόστος ζωής εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη πολλών νοικοκυριών.
Αν και ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια (αν και στην Κύπρο καταγράφει έντονα ανοδική πορεία το τελευταίο τρίμηνο), οι τιμές σε βασικές υπηρεσίες, όπως η διαμονή, οι αεροπορικές μεταφορές και η εστίαση παραμένουν σε υψηλά επίπεδα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης έστω και μιας εβδομάδας διακοπών θεωρείται από τη Eurostat βασικός δείκτης υλικής και κοινωνικής ευημερίας, καθώς αποτυπώνει κατά πόσο τα νοικοκυριά μπορούν να καλύψουν μια βασική δαπάνη αναψυχής χωρίς να επιβαρύνεται ο οικογενειακός τους προϋπολογισμός.
Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC), περίπου 42 εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών μακριά από το σπίτι, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ανέργους ή συνταξιούχους, αλλά και σημαντικό αριθμό εργαζομένων, με χαμηλότερα εισοδήματα. Η Συνομοσπονδία αποδίδει την εξέλιξη αυτή στη συνεχιζόμενη πίεση από το αυξημένο κόστος στέγασης, μεταφορών και διατροφής, καθώς και στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών.
Η έρευνα της Eurostat βασίζεται στη βάση δεδομένων EU-SILC (Statistics on Income and Living Conditions) και καταγράφει αποκλειστικά τις περιπτώσεις όπου η μη πραγματοποίηση διακοπών οφείλεται σε οικονομική αδυναμία και όχι σε προσωπική επιλογή.