Για δημιουργία ενός υβριδικού, οριζόντιου και υποχρεωτικού Ταμείου Προνοίας, πέραν του θεσμού των Ταμείων Προνοίας που δημιουργούνται μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις, κάνει λόγο σε συνέντευξη του στον «Φ» ο ΓΓ της ΣΕΚ, Ανδρέας Μάτσας, Στόχος αυτού του οργάνου, αναφέρει, είναι να συμβάλει στην ενίσχυση της επάρκειας των συντάξεων.
Να ξεκινήσουμε τη συζήτηση μας για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση με τις θέσεις της ΣΕΚ σε αυτό το ζήτημα.
Καταρχάς πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η προσπάθεια για την μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος ξεκίνησε το 2019-2020 επί υπουργίας Ζέτας Αιμιλιανίδου. Εκεί είχαν τεθεί οι βασικές προϋποθέσεις για την μεταρρύθμιση με βασικό σημείο αναφοράς την επίτευξη της επάρκειας στις συντάξεις. Διασφαλίζοντας δηλαδή ότι κανένας συνταξιούχος δεν θα λαμβάνει σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας. Παράλληλα, είχε ενεργοποιηθεί η Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας, το ILO, το οποίο ανέλαβε να πραγματοποιήσει σχετική μελέτη με βάση τα δεδομένα της Κύπρου, ώστε να είναι όσο πιο δυνατό τεκμηριωμένη και όσο πιο αναλογιστικά επαρκής η όλη πρόταση.
Έχοντας πει τα πιο πάνω, για τη ΣΕΚ, τα πράγματα είναι πολύ συγκεκριμένα και πολύ πιο απλά, απ’ ότι ενδεχομένως αφήνονται πολλές φορές να αναδεικνύονται μέσα από τις δημόσιες συζητήσεις και τοποθετήσεις. Για εμάς δεν μπορεί να υπάρξει μεταρρυθμίση εάν δεν προσεγγιστούν όλοι οι πυλώνες που αφορούν και επηρεάζουν το συνταξιοδοτικό συστήμα. Είμαστε έντονοι και εμμένουμε στο ότι παράλληλα με τον πρώτο πυλώνα, που αφορά στη μεταρρύθμιση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θα πρέπει να υπάρξει διασύνδεση με τον δεύτερο πυλώνα που αφορά στα Ταμεία Προνοίας, τα οποία προκύπτουν κυρίως μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις και επομένως δίνεται η δυνατότητα να αξιοποιήσουμε την πολιτική που προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την επάρκεια στους μισθούς.
Αντιλαμβανόμαστε ότι σε αυτό το κομμάτι, υπάρχει μια συγκεκριμένη εισήγηση από τη ΣΕΚ.
Η εισήγηση μας είναι να δημιουργηθεί ένα υβριδικό Ταμείο Προνοίας, το οποίο να είναι υποχρεωτικό για όλους, ώστε με οριζόντιο τρόπο να καλύπτει το σύνολο των εργαζομένων με ποσοστό που θα αποφασιστεί – παράλληλα με το θεσμό των Ταμείων Προνοίας – έτσι ώστε να μπορεί να καλύψει την αδυναμία, η οποία επιβεβαιώνεται σήμερα, για παραχώρηση επαρκώς ικανοποιητικών συντάξεων. Σε πρώτο στάδιο, αυτό θα είναι συμπληρωματικό και οριζόντιο για όλους, άρα θα είναι και αναγκαστικό, για να μπορεί να στηρίξει τις συντάξεις. Θεωρείται πλέον δεδομένο ότι οι κατώτατες συντάξεις θα εξακολουθήσουν να παραμένουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
Ένα οριζόντιο ταμείο θα μπορεί να δώσει στήριξη και να ενισχύσει τις συντάξεις.
Πρόσθετα, πρέπει να τονίσουμε ότι είναι σημαντικός και ο τρίτος πυλώνας που αφορά την ιδιωτική ασφάλιση, η οποία πρέπει να ρυθμιστεί για τους εργαζόμενους εκείνους, οι οποίοι έχουν την δυνατότητα ή επιλέγουν οι ίδιοι να δημιουργήσουν ιδιωτικό ασφαλιστική κάλυψη και εν τέλει ο πυλώνας «0», ο οποίος διασυνδέεται με την κοινωνική πολιτική που θα στηρίξει τις συντάξεις, των οποίων οι δικαιούχοι δεν θα είναι σε θέση να συνεισφέρουν τα απαιτούμενα για όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας. Εν κατακλείδι, για μας και οι τέσσερις πυλώνες θα πρέπει να ενταχθούν κάτω από το κομμάτι που ονομάζεται συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι προχωρούμε σε μεταρρύθμιση και δεν προσεγγίζουμε αποσπασματικά ένα – ένα κομμάτι.
Μεγάλη συζήτηση γίνεται και για το κομμάτι που αφορά το πέναλτι του 12%.
Είναι πολύ σημαντική για μας η προσέγγιση που αφορά την αναλογιστική αποκοπή του 12% για να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η επιβάρυνση στους συνταξιούχους δεν θα συνεχιστεί εφ’ όρου ζωής. Ως ΣΕΚ έχουμε καταθέσει συγκεκριμένη εισήγηση για σταδιακή μείωση και απάλειψη του 12%, ώστε να μπορέσουμε να διαχειριστούμε σωστά το ζήτημα χωρίς να επιβαρύνεται το ΤΚΑ. Να υπενθυμίσουμε ότι η ΣΕΚ από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η συζήτηση για την μεταρρυθμίση του συνταξιοδοτικού, είχε τονίσει ότι δεν μιλούμε για κατάργηση του 12%. Τελεία. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε αυτόματα ότι το 65ο έτος συνταξιοδότησης κατεβαίνει στο 63ο. Ήταν επομένως η προσέγγιση αυτή της ΣΕΚ η οποία είχε οδηγήσει τη Ζέτα Αιμιλιανίδου να εντάξει το θέμα του 12% στη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού. Είχε γίνει κατανοητό ότι δεν μιλούσαμε για κατάργηση, αλλά για μείωση και σταδιακή απάλειψη λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένες παραμέτρους. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι και αυτό το ζήτημα – όχι με τον τρόπο που το προσεγγίζει η κυβέρνηση με τον οποίο διαφωνούμε – μπορεί να τύχει συνολικής και καθολικής διαχείρισης στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης.
Οι θέσεις της Κυβέρνησης που ακούμε ανά τακτά χρονικά διαστήματα για ολοκλήρωση του πρώτου πυλώνα και καταρτισμό οδικού χάρτη για το δεύτερο, θεωρείτε ότι πλησιάζουν στις δικές σας θέσεις;
Οι αρχικές προσέγγισεις έχουν διαφοροποιηθεί από την Κυβέρνηση. Ενώ η αρχικά κοινά αποδεκτή προσέγγιση αφορούσε την ένταξη στη μεταρρύθμιση και του δεύτερου πυλώνα, στη συνέχεια αυτή η προσέγγιση άλλαξε υπό το πρόσχημα της χρονικής κατηστέρησης. Εμείς είπαμε κάτι πολύ ξεκάθαρο. Η μεταρρύθμιση δεν είναι ακόμα ένα «ν» στο κουτάκι. Ούτε είναι το θεαθήναι και η δημιουργία εντυπώσεων, αλλά η ουσία. Όταν μιλάμε για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μια συνολική μεταρρύθμιση, η οποία να μπορεί να δώσει πραγματική ανάσα ζωής στο σύνολο των συνταξιούχων μας, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τις δυσκολίες που βιώνουν κυρίως οι χαμηλοσυνταξιούχοι καθώς και το γεγονός ότι το 35% περίπου των συνταξιούχων βρίσκεται είτε πιο κάτω είτε κοντά στο όριο της φτώχειας. Άρα η κοινωνική μας υποχρέωση, όσων βρίσκονται στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά και ως σύνολο οι κοινωνικοί εταίροι και η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της δημιουργίας των προϋποθέσεων που θα αναθεωρούν πραγματικά τα ωφελήματα των συνταξιούχων.
Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμώ ότι υπήρξε επαναφορά της θέσης της κυβέρνησης το τελευταίο διάστημα, η οποία πλέον φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι ο δεύτερος πυλώνας δεν μπορεί να αποξενωθεί από τα υπόλοιπα θέματα που διασυνδέονται με την μεταρρύθμιση. Μάλιστα, ήταν ένα από τα ζητήματα που θέσαμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην παρουσία και του Υπουργού Εργασίας και θεωρώ ότι με βάση τις δηλώσεις που ακολούθησαν έγινε απόλυτα κατανοητή και αποδεχτή η ανάγκη συμπερίληψης του πυλώνα των Ταμείων Προνοίας στη μεταρρύθμιση.
Να βάλω στο τραπέζι κάποια θέματα που έθιξε πριν λίγες μέρες ο Αντιπρόεδρος της ΟΕΒ σε συνέντευξη του στον «Φ». Μεταξύ άλλων, έκανε λόγο για casus belli στο ενδεχόμενο υποχρεωτικότητας στα ταμεία προνοίας, ενώ τόνισε ότι το ζήτημα που αφορά στο όριο της φτώχειας θα πρέπει να εμπίπτει στο κομμάτι της κοινωνικής πολιτικής και όχι της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης.
Παραφράζοντας το επιχείρημα και απομονώνοντας το ένα σκέλος, δηλαδή το belli, θα έλεγα πως θα ήταν λάθος την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να αφήσουμε την όλη διαδικασία να κάνει κοιλιά. Θεωρώ ότι μέσα από μια συνολική προσεγγίση μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό ότι όσο το δυνατό πιο συνολική είναι η μεταρρύθμιση, τόσο περισσότερα οφέλη θα προκύψουν για μεγαλύτερο ποσοστό της κοινωνίας και της οικονομίας. Οπότε για εμάς είναι ιδιαίτερα σημαντικό ο σχεδιασμός να γίνει συνολικά λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτεροτητες οι οποίες θα πρέπει να προσέγγιστούν με επάρκεια.
Αντιλαμβανόμαστε ότι η εργοδοτική πλευρά δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία σε συγκεκριμένα ζητήματα. Ωστόσο, νιώθω ότι μέσα από τη σωστή διαχείριση και μέσα από την δυνατότητα προσέγγισης των ευαισθησιών που υπάρχουν, μπορούμε να δημιουργήσουμε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις έτσι ώστε να υπάρξει θετική κατάληξη η οποία να μην είναι ετεροβαρής, αλλά να προσεγγίσει επαρκώς όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Προς αυτή τη κατεύθυνση ο ρόλος της ΣΕΚ μπορεί και θα είναι καταλυτικός.
Ιδεατή μεταρρύθμιση
Στο τέλος της ημέρας για εσάς ποιο θα ήταν το ιδεατό αποτέλεσμα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης;
Το ιδεατό, το οποίο όμως μπορεί να είναι και εφικτό, είναι να σχεδιάσουμε συνολικά ένα σύστημα το οποίο να λειτουργεί υποστηρικτικά για όλους τους εργαζομένους και να διασφαλίζει ότι κανένας συνταξιούχος δεν θα λαμβάνει σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας.
Σε διαφορετική περίπτωση θα επαναλάβω ότι το μόνο που θα έχουμε πετύχει είναι να βάλουμε ένα «ν» στο κουτάκι. Και επιμένω σε τούτο γιατί για εμάς δεν είναι στόχος να δημιουργήσουμε ψευδαισθήσεις στον κόσμο αλλά να φανούμε χρήσιμοι και επωφελείς. Και θέλω να κλείσω με κάτι το οποίο έχει και πολιτική βαρύτητα. Μας ρωτάνε συνεχώς γιατί δεν αποδεχόμαστε να εφαρμοστεί ο πρώτος πυλώνας και να σχεδιαστεί στη συνέχεια ο δεύτερος ή οι υπόλοιπες παράμετροι.
Θέλω να σας θυμίσω ότι το 2028 έχουμε προεδρικές εκλογές. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Πρώτο, ενδεχομένως να έχουμε αλλαγή στη διακυβέρνηση. Επομένως, ποιος μας διασφαλίζει ότι η νέα διακυβέρνηση θα ακολουθήσει την ίδια πολιτική για τους συνταξιούχους και δεν θα θέσει νέες παραμέτρους στο τραπέζι. Έστω όμως ότι παραμείνει η ίδια διακυβέρνηση.
Μπαίνοντας σύντομα σε προεκλογική περίοδο, ποιος μπορεί να προεξοφλήσει ότι δεν θα παρεισφρήσουν οικονομικά ή άλλης φύσης συμφέροντα, τα οποία θα αλλοιώσουν ή θα δώσουν διαφορετική κατεύθυνση στην όλη διαδικασία;