Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΘετική ένδειξη για την πορεία του κατασκευαστικού τομέα και ευρύτερα της κυπριακής οικονομίας αποτελεί η σημαντική αύξηση στις άδειες οικοδομής, σύμφωνα με όσα δήλωσαν στο ΚΥΠΕ εκπρόσωποι της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ. Παρά την ισχυρή ζήτηση και τις αναπτυξιακές προοπτικές, ο κλάδος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις, με κυριότερες την έλλειψη εργατικού δυναμικού, τη γραφειοκρατία και το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος.
Ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ, Μιχάλης Αντωνίου, επικεντρώθηκε στην ανεπάρκεια ανθρώπινου δυναμικού, η οποία δυσχεραίνει την ανταπόκριση στην υψηλή ζήτηση. Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, υπογράμμισε την ανάγκη περιορισμού της γραφειοκρατίας και επιτάχυνσης των διαδικασιών αδειοδότησης.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2026 εκδόθηκαν 2.915 άδειες οικοδομής, έναντι 2.157 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 35,1%.
Η συνολική αξία των αδειών αυξήθηκε κατά 46,1%, το συνολικό εμβαδόν κατά 45,5%, ενώ ο αριθμός των οικιστικών μονάδων ενισχύθηκε κατά 65%.
ΟΕΒ: Μία από τις μηχανές της οικονομίας
Ο κ. Αντωνίου ανέφερε ότι «ανέκαθεν ο κατασκευαστικός τομέας ήταν μία από τις μηχανές της οικονομίας» και ένας από τους πυλώνες στους οποίους στηρίζεται η επιστροφή σε ρυθμούς ανάπτυξης όταν προκύπτουν συνθήκες κρίσης ή ύφεσης.
Όπως είπε, τα στοιχεία για τις άδειες οικοδομής επιβεβαιώνουν ότι ο τομέας των ακινήτων παραμένει ελκυστικός για επενδύσεις, τόσο από Κύπριους όσο και από ξένους επενδυτές.
Πρόσθεσε ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του κλάδου συμβάλλουν στην αύξηση της προσφοράς οικιστικών μονάδων, δημιουργώντας προοπτικές για «έστω και μερική εκτόνωση του στεγαστικού προβλήματος».
Ως βασική πρόκληση ανέδειξε την εξασφάλιση του αναγκαίου εργατικού δυναμικού, επισημαίνοντας ότι οι διαθέσιμοι εργαζόμενοι στην Κύπρο δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες που δημιουργεί η αυξημένη ζήτηση για νέες κατοικίες και οικιστικό απόθεμα.
Κατά τον κ. Αντωνίου, χωρίς επαρκές ανθρώπινο δυναμικό δεν μπορεί να επιτευχθεί επιτάχυνση των έργων ούτε ικανοποιητική ανταπόκριση στη ζήτηση. Αναγνώρισε ότι έχουν γίνει βήματα από την Πολιτεία, σημείωσε όμως ότι οι ανάγκες παραμένουν μεγαλύτερες και πως απαιτείται περαιτέρω απλοποίηση και αυτοματοποίηση των διαδικασιών εξασφάλισης εργατικού δυναμικού.
«Εάν ικανοποιήσουμε αυτή τη ζήτηση, θα συμβάλουμε και στην άμβλυνση του στεγαστικού ζητήματος της χώρας», ανέφερε.
Οι πιέσεις στο κατασκευαστικό κόστος
Αναφερόμενος στους υπόλοιπους παράγοντες που επηρεάζουν τον κλάδο, ο Γενικός Διευθυντής της ΟΕΒ έκανε λόγο για το κόστος των πρώτων υλών και των κατασκευαστικών υλικών, τις μεταφορές και την ενέργεια. Όπως σημείωσε, πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για παράγοντες που δεν εξαρτώνται από αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται στην Κύπρο.
Σε ό,τι αφορά τις τιμές, ανέφερε ότι καταγράφονται διαφοροποιήσεις ανά περιοχή, ανάλογα με το κόστος της γης και τις προδιαγραφές κάθε ανάπτυξης. Το κατασκευαστικό κόστος αυξήθηκε σημαντικά μετά την πανδημία της COVID-19 και δέχθηκε πρόσθετες πιέσεις από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Παρά τις πιέσεις, η ζήτηση για ακίνητα παραμένει υψηλή, εξέλιξη που ο κ. Αντωνίου συνέδεσε με την αύξηση του πληθυσμού της Κύπρου και την προσέλκυση επενδύσεων που συνεπάγονται φυσική παρουσία στη χώρα.
Σημείωσε, παράλληλα, ότι η πιστωτική επέκταση από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ιδιαίτερα συνετή και προσεκτική. Υπό αυτά τα δεδομένα, εκτίμησε ότι ο κίνδυνος δημιουργίας «φούσκας» είναι από ελάχιστος έως ανύπαρκτος.
Η εγκατάσταση στελεχών επιχειρήσεων και των οικογενειών τους δημιουργεί, σύμφωνα με τον ίδιο, πρόσθετες ανάγκες όχι μόνο για κατοικίες αλλά και για άλλες υποδομές, μεταξύ των οποίων σχολεία, ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια και τη μέση εκπαίδευση.
ΚΕΒΕ: Ανθεκτική η κυπριακή οικονομία
Από την πλευρά του, ο κ. Ρουσουνίδης χαρακτήρισε την αύξηση των αδειών οικοδομής θετική εξέλιξη, σημειώνοντας ότι η κυπριακή οικονομία «αποδεικνύει για ακόμη μία φορά την ανθεκτικότητά της» απέναντι στις κρίσεις και τις γεωπολιτικές εντάσεις.
Όπως ανέφερε, τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι η κατασκευαστική βιομηχανία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης και ανάπτυξης, ενώ παράλληλα δημιουργούνται θετικές προοπτικές για την ευρύτερη πορεία της οικονομίας.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΚΕΒΕ εκτίμησε ότι τα στοιχεία αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό πραγματική ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας. Επισήμανε, ωστόσο, ότι χρειάζεται λεπτομερέστερη αξιολόγησή τους, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ορισμένες μεταβολές σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους επηρεάζονται από μεμονωμένες επενδύσεις.
«Αυτό, όμως, που παραμένει και κρατούμε είναι το θετικό πρόσημο σε ό,τι αφορά την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας μας», ανέφερε.
Ταχύτερες αδειοδοτήσεις και ψηφιακή μετάβαση
Ως σημαντική πρόκληση τόσο για τον κατασκευαστικό τομέα όσο και για την υπόλοιπη οικονομία, ο κ. Ρουσουνίδης ανέδειξε την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και την κρατική μηχανή.
Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις διαδικασίες αδειοδότησης, σημειώνοντας ότι ένα ταχύτερο και πιο ευέλικτο σύστημα θα ενίσχυε τις επενδύσεις στην Κύπρο.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις ενέργειες για ενίσχυση της εξωστρέφειας της κυπριακής οικονομίας και προσέλκυση επενδύσεων, εκτιμώντας ότι οι προσπάθειες των τελευταίων έξι έως δώδεκα μηνών αρχίζουν σταδιακά να αποδίδουν.
Σε σχέση με το κόστος κατασκευής και τη δυνατότητα απόκτησης κατοικίας, παραδέχθηκε ότι «σίγουρα δεν είναι τόσο εύκολο όσο ήταν σε παλαιότερες δεκαετίες».
Όπως εξήγησε, το κόστος επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες, όπως η ενέργεια, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι τιμές των πρώτων υλών και των κατασκευαστικών υλικών. Οι επιβαρύνσεις αυτές μεταφέρονται τελικά και στις τιμές των ακινήτων.
Οι επιχειρήσεις, πρόσθεσε, καλούνται να διαμορφώνουν τις τιμές σε επίπεδα που να διασφαλίζουν τη βιωσιμότητά τους και τη διατήρηση του εργατικού τους δυναμικού, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στην υλοποίηση μεγάλων έργων και επενδύσεων.
Καταλήγοντας, ο κ. Ρουσουνίδης επισήμανε ότι η κυπριακή οικονομία επηρεάζεται έντονα από εξωγενείς παράγοντες λόγω και του μικρού μεγέθους της, παραπέμποντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα στον εισαγόμενο πληθωρισμό.