Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΝέα επιβάρυνση για τους δανειολήπτες φέρνει στο προσκήνιο η νέα στροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, προειδοποίησε χθες, με δηλώσεις της στο Bloomberg, ότι τα επιτόκια θα πρέπει να αυξηθούν περαιτέρω, ώστε να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις. Η παρέμβαση της Σνάμπελ έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση της ΕΚΤ, στις 9 – 10 Σεπτεμβρίου, και επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο ενός νέου κύκλου αυξήσεων του κόστους χρήματος. Εφόσον επιβεβαιωθεί νέα αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης το Σεπτέμβριο, η συνολική άνοδος των επιτοκίων από τον Ιούνιο θα φτάσει τις 50 μονάδες βάσης, δηλαδή τη μισή ποσοστιαία μονάδα.
Η αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης δεν σημαίνει ότι όλες οι δόσεις θα αυξηθούν αυτόματα κατά 0,25%. Η επίπτωση εξαρτάται από το είδος του δανείου, το υπόλοιπο, τη διάρκεια που απομένει και τον τρόπο με τον οποίο η τράπεζα μετακυλίει την αλλαγή του βασικού επιτοκίου.
Για ένα ενδεικτικό στεγαστικό δάνειο με υπόλοιπο 100.000 ευρώ και 20 χρόνια αποπληρωμής, εάν το επιτόκιο αυξηθεί κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες και ολόκληρη η αύξηση περάσει στη δόση, η μηνιαία επιβάρυνση υπολογίζεται περίπου στα 13 ευρώ. Για υπόλοιπο 200.000 ευρώ, η αντίστοιχη αύξηση διαμορφώνεται περίπου στα 26 ευρώ το μήνα. Πρόκειται, βεβαίως, για ενδεικτικούς υπολογισμούς. Η επιβάρυνση μπορεί να διαφέρει σημαντικά από δανειολήπτη σε δανειολήπτη, ανάλογα με τους όρους του κάθε δανείου. Για τους δανειολήπτες, το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πόσο θα αυξηθεί η δόση, αλλά και εάν μια νέα αύξηση το Σεπτέμβριο θα είναι η τελευταία ή εάν η ενεργειακή κρίση θα υποχρεώσει την ΕΚΤ να διατηρήσει την αυστηρή νομισματική πολιτική και τους επόμενους μήνες.
Η ΕΚΤ έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα. Στις 11 Ιουνίου αύξησε και τα τρία βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται πλέον στο 2,25%, το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,40% και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης στο 2,65%. Οι νέες τιμές τέθηκαν σε ισχύ στις 17 Ιουνίου. Τον Ιούλιο, η ΕΚΤ κράτησε τα επιτόκια αμετάβλητα, αφήνοντας, όμως, ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω σύσφιγξης, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας δημιουργεί νέους κινδύνους για τον πληθωρισμό. Οι δηλώσεις της Σνάμπελ έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δείχνουν ότι η ΕΚΤ δεν θεωρεί πως η αύξηση του Ιουνίου ήταν αρκετή για να αντιμετωπίσει το νέο πληθωριστικό κύμα.
Η μεγαλύτερη ανησυχία παραμένει ο πληθωρισμός, ο οποίος επιταχύνθηκε στο 2,9% τον Ιούλιο. Η Σνάμπελ εκτιμά ότι η αύξηση των τιμών καταναλωτή είναι πιθανό να παραμείνει πάνω από το 2% για «παρατεταμένη περίοδο», καθώς το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να περνά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Και το πρόβλημα, όπως προειδοποιεί, δεν περιορίζεται πλέον στο πετρέλαιο. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το φυσικό αέριο, καθώς τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων στην Ευρώπη καθιστούν την αγορά περισσότερο ευάλωτη σε νέες αναταράξεις.
Επίσης, η ΕΚΤ θέλει να προλάβει τις λεγόμενες δευτερογενείς επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ. Εάν οι εργαζόμενοι αρχίσουν να διεκδικούν μεγαλύτερες αυξήσεις μισθών, για να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης και οι επιχειρήσεις μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στις τιμές, μια αρχικά εξωτερική ενεργειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε πολύ πιο επίμονο εγχώριο πληθωρισμό.
Η Σνάμπελ προειδοποιεί ότι η αναμονή μέχρι να εμφανιστούν καθαρά αυτές οι επιπτώσεις θα άφηνε την ΕΚΤ «πίσω από την καμπύλη». Και τότε, όπως επισημαίνει, η κεντρική τράπεζα θα μπορούσε να αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη περισσότερο, προκειμένου να ανακτήσει τον έλεγχο.