Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠιο συνεπείς στην εξυπηρέτηση των δανείων τους εμφανίζονται οι νέοι δανειολήπτες, καθώς τα ποσοστά αθέτησης των νέων χορηγήσεων έχουν παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια. Η εικόνα αυτή, η οποία αποτυπώνεται στα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν πριν λίγες μέρες σε αρθρογραφία στο blog της Κεντρικής Τράπεζας, δεν είναι άσχετη με την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι τράπεζες αξιολογούν πλέον έναν υποψήφιο δανειολήπτη, εφαρμόζοντας αυστηρότερα κριτήρια πριν εγκρίνουν μια νέα χρηματοδότηση.
Τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας δεν καταγράφουν απλώς τη μείωση των παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά δείχνουν τι συμβαίνει με τα καινούργια δάνεια που δημιουργούνται σήμερα. Η βασική εικόνα από το 2017 μέχρι σήμερα είναι η σημαντική υποχώρηση της αθέτησης. Ποσοστό αθέτησης δανείου (default rate) είναι το ποσοστό των δανείων μιας τράπεζας ή ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που οι δανειολήπτες σταμάτησαν να αποπληρώνουν και έχουν πλέον κηρυχθεί σε επίσημη αθέτηση (default).
Συνήθως, ένα δάνειο περνά σε κατάσταση αθέτησης όταν η καθυστέρηση της πληρωμής ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι οι 90 ημέρες.
Τα στοιχεία που καταγράφονται στο άρθρο είναι από το 2017, όταν οι τράπεζες λόγω των αυξημένων εποπτικών και κεφαλαιακών απαιτήσεων διαμόρφωσαν νέα κουλτούρα στις νέες χορηγήσεις. Για τα δάνεια του 2017, το ποσοστό αθέτησης είναι περίπου 3,8%. Για το 2018 μειώνεται περίπου στο 1,5% και το 2019 το ποσοστό εμφανίζεται περίπου 2,7%. Από το 2020 και μετά, τα ποσοστά μειώνονται σημαντικά και κινούνται περίπου γύρω ή κάτω από το 1%. Για τις πιο πρόσφατες χορηγήσεις, το ποσοστό βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 0,2–0,4% με βάση την απεικόνιση του διαγράμματος που παραθέτει η Κεντρική Τράπεζα. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η εξυγίανση δεν περιορίστηκε στην αντιμετώπιση των παλαιών ΜΕΔ, αλλά επηρέασε και τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνταν νέα δάνεια. Σημαντικό είναι επίσης ότι η χαμηλή αθέτηση των νέων δανείων δεν σημαίνει ότι εξαλείφθηκε το πρόβλημα του παλαιού ιδιωτικού χρέους.
Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύεται από τα στοιχεία, είναι ότι η νέα πιστοδοτική κουλτούρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια μεγάλη δοκιμασία το 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία COVID-19. Το σοκ ήταν ιδιαίτερα έντονο. Περίπου το ήμισυ των εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού συστήματος τέθηκε, στο αποκορύφωμα της κρίσης, υπό καθεστώς αναστολής δόσεων. Οι αναστολές αυτές δημιούργησαν εύλογες ανησυχίες για ένα νέο κύμα προβληματικών δανείων.
Για ένα τραπεζικό σύστημα που μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας βαθιάς κρίσης, αυτό συνιστούσε από μόνο του μια εξαιρετικά απαιτητική δοκιμασία αντοχής, αναφέρει το άρθρο. «Κι όμως, το νέο κύμα προβληματικών δανείων που πολλοί φοβούνταν δεν συνέβη. Αυτό δεν ήταν ούτε τυχαίο ούτε απλώς αποτέλεσμα των προσωρινών αναστολών δόσεων. Αντανακλούσε κάτι βαθύτερο και πιο θεμελιώδες. Κατά τα προηγούμενα χρόνια, οι τράπεζες είχαν οικοδομήσει πραγματική ανθεκτικότητα μέσω ισχυρότερων κεφαλαίων, υψηλότερων προβλέψεων, υγιών ισολογισμών και πιο συνετών δανειοδοτικών πρακτικών. Όταν ήρθε το σοκ, το νέο αυτό οικοδόμημα άντεξε. Ένα σύστημα που κάποτε είχε λυγίσει κάτω από το βάρος των συσσωρευμένων αδυναμιών του, απορρόφησε μία από τις ισχυρότερες οικονομικές διαταραχές της σύγχρονης ιστορίας χωρίς να καταρρεύσει. Η αντίθεση με τα χρόνια μετά το 2013 δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη. Η Κύπρος είχε αναδιαρθρώσει και ενισχύσει το τραπεζικό της σύστημα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή», επισημαίνεται.