Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Του Δρος Πάρη Α. Φωκαΐδη*
Την 1η Οκτωβρίου 2025 η Κύπρος πέρασε σε μια νέα εποχή για τον ηλεκτρικό της τομέα, με την έναρξη της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού. Ήταν μια μεταρρύθμιση που προετοιμαζόταν για χρόνια και η οποία άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αγοράζεται, πωλείται και τιμολογείται η ηλεκτρική ενέργεια στην Κύπρο σε επίπεδο χονδρικής. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, η αποτίμηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο απλοϊκό ερώτημα κατά πόσο «μειώθηκε η τιμή του ρεύματος». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ευρύτερο: πώς λειτούργησε στην πράξη η νέα αγορά, τι μας έμαθε για τον τρόπο διαμόρφωσης του κόστους ηλεκτρισμού και, κυρίως, ποιες αδυναμίες του κυπριακού ηλεκτρικού συστήματος έγιναν πιο ορατές μέσα από την λειτουργία της αγοράς;
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι η χονδρική αγορά απέκτησε πλέον σαφέστερη δομή και μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών. Η λειτουργία της βασίζεται στην Προθεσμιακή Αγορά, όπου πραγματοποιούνται κυρίως διμερείς συναλλαγές, στην Προημερήσια Αγορά, όπου προσφορές αγοράς και πώλησης αντιστοιχίζονται για κάθε ημίωρο της επόμενης ημέρας, και στην Αγορά Εξισορρόπησης, μέσω της οποίας αντιμετωπίζονται σε πραγματικό χρόνο οι αποκλίσεις μεταξύ παραγωγής και ζήτησης. Η Ενδοημερήσια Αγορά, η οποία θα επιτρέπει διορθώσεις των θέσεων πιο κοντά στον πραγματικό χρόνο, δεν έχει ακόμη τεθεί σε λειτουργία. Ένα αναμφισβήτητο όφελος της νέας αγοράς είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια. Η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, οι ποσότητες που εκκαθαρίζονται και οι διακυμάνσεις μέσα στην ημέρα είναι πλέον πολύ περισσότερο ορατές. Και αυτή ακριβώς η διαφάνεια μας επιτρέπει, για πρώτη φορά, να δούμε με μεγαλύτερη καθαρότητα πού πραγματικά βρίσκεται το πρόβλημα.
Η εικόνα των πρώτων μηνών του 2026 δείχνει ότι η λειτουργία της αγοράς δεν οδήγησε σε μια σταθερή πορεία αποκλιμάκωσης των τιμών. Αντίθετα, αποκάλυψε μια αγορά με έντονες διακυμάνσεις, τόσο από μήνα σε μήνα όσο και μέσα στην ίδια ημέρα. Η μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ μπορεί να πιέζει τις τιμές προς τα κάτω σε συγκεκριμένες ώρες, δεν συνεπάγεται όμως αυτομάτως χαμηλή μέση τιμή ηλεκτρισμού. Η ζήτηση, το κόστος της συμβατικής παραγωγής, οι προθεσμιακές δεσμεύσεις και, κυρίως, η δυνατότητα του συστήματος να προσαρμόζεται στις μεταβολές παραγωγής και κατανάλωσης εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Το παράδοξο της κυπριακής αγοράς
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό χαρακτηριστικό του πρώτου έτους να βρίσκεται όχι στις μηνιαίες μέσες τιμές, αλλά σε όσα συμβαίνουν μέσα σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο. Τον Μάιο καταγράφηκαν μηδενικές τιμές στην Προημερήσια Αγορά σχεδόν καθημερινά, λόγω της υψηλής φωτοβολταϊκής παραγωγής σε συνδυασμό με τη σχετικά χαμηλή ζήτηση. Ακόμη εντονότερη ήταν η εικόνα τον Μάρτιο. Για αρκετές ημέρες οι τιμές μηδενίζονταν ή παρέμεναν εξαιρετικά χαμηλές περίπου από τις 09:30 μέχρι τις 15:00, όταν η φωτοβολταϊκή παραγωγή βρισκόταν στο μέγιστο. Μερικές ώρες αργότερα, με τη δύση του ήλιου και την αύξηση της ζήτησης, οι τιμές μπορούσαν να φθάσουν μέχρι και τα €300/MWh.
Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο πρόβλημα ακριβής παραγωγής ηλεκτρισμού. Αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερο πρόβλημα χρονικού συγχρονισμού παραγωγής και κατανάλωσης. Διαθέτουμε άφθονη και πολύ φθηνή ηλιακή ενέργεια σε ώρες που το σύστημα δεν μπορεί πάντοτε να την αξιοποιήσει πλήρως, ενώ λίγες ώρες αργότερα καλούμαστε να καλύψουμε τη ζήτηση με ακριβότερη συμβατική παραγωγή. Αυτό μεταφέρει σταδιακά το επίκεντρο της συζήτησης από το πόσα ακόμη φωτοβολταϊκά θα εγκαταστήσουμε στο πόσο γρήγορα θα αναπτύξουμε αποθήκευση, ευέλικτη ζήτηση και πιο ευέλικτη παραγωγή.
O πρώτος χρόνος ανέδειξε και ορισμένες σημαντικές λειτουργικές προκλήσεις.
§ Πρώτον, την ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη εξισορρόπησης και εφεδρειών. Σε ένα μικρό και απομονωμένο σύστημα, σημαντική συμβατική ισχύς πρέπει να παραμένει διαθέσιμη ακόμη και τις ώρες υψηλής φωτοβολταϊκής παραγωγής, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί άμεσα σε μεταβολές της παραγωγής ή της ζήτησης. Αυτή η ασφάλεια έχει κόστος.
§ Δεύτερον, η νέα αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες ωρίμανσης. Ο ΔΣΜΚ κατέγραψε επανειλημμένα μέσα στο 2026 περιπτώσεις ελλείμματος στην κάλυψη της απόκλισης του συστήματος, αλλά και προσωρινής μη διαθεσιμότητας του Συστήματος Διαχείρισης Αγοράς ή σχετικών διεπαφών. Αντίστοιχα περιστατικά καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, τον Απρίλιο, τον Μάιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Πρόκειται περισσότερο για λειτουργικές προκλήσεις μιας νέας και σύνθετης αγοράς παρά για ένδειξη αποτυχίας.
§ Τρίτον, υπάρχει το ζήτημα του βάθους της αγοράς. Όσο μικρό παραμένει το ηλεκτρικό σύστημα και περιορισμένες οι διαθέσιμες επιλογές παραγωγής και ευελιξίας, τόσο περιορίζεται και αυτό που μπορεί να επιτύχει ο ανταγωνισμός μόνο μέσω αλλαγής των κανόνων.
Γιατί εξακολουθούμε να είμαστε ακριβοί;
Σε αυτό το σημείο αποκτά νόημα και η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Για μη οικιακούς καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση 500-2.000 MWh, το δεύτερο εξάμηνο του 2025 η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ ήταν 18,37 σεντ/kWh. Στην Κύπρο ήταν 24,29 σεντ/kWh — περίπου 32% υψηλότερη και η δεύτερη υψηλότερη μεταξύ των κρατών μελών, μετά την Ιρλανδία. Η διαφορά αυτή δεν εξηγείται μόνο από τον σχεδιασμό της αγοράς. Αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά του συστήματος: εξάρτηση από υγρά καύσιμα, μικρό μέγεθος, ηλεκτρική απομόνωση, υψηλές απαιτήσεις εφεδρειών και περιορισμένη δυνατότητα ευελιξίας.
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μάθημα του πρώτου έτους. Μια ανταγωνιστική αγορά μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους ενεργειακούς πόρους. Δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει επιλογές που το ίδιο το ηλεκτρικό σύστημα δεν διαθέτει. Δεν μπορεί να μεταφέρει τη φθηνή ηλιακή ενέργεια του μεσημεριού στις ώρες της βραδινής αιχμής χωρίς αποθήκευση. Δεν μπορεί να μειώσει δραστικά την ανάγκη συμβατικών εφεδρειών χωρίς νέες πηγές ευελιξίας. Και δεν μπορεί να δώσει πρόσβαση σε μεγαλύτερες αγορές ηλεκτρισμού όσο το κυπριακό σύστημα παραμένει απομονωμένο. Γι’ αυτό η επόμενη φάση δεν αφορά μία μόνο παρέμβαση. Χρειάζεται συνδυασμός αποθήκευσης, ευέλικτης ζήτησης, ενίσχυσης των δικτύων, πιο ευέλικτης παραγωγής και ηλεκτρικών διασυνδέσεων. Οι διασυνδέσεις αποκτούν έτσι σημασία όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως ένα ακόμη μέσο για να αποκτήσει η αγορά περισσότερες πραγματικές επιλογές.
Έναν χρόνο μετά, λοιπόν…
Έναν χρόνο μετά, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν η ανταγωνιστική αγορά «πέτυχε» ή «απέτυχε». Είναι τι χρειάζεται ώστε ο ανταγωνισμός να μπορέσει πραγματικά να λειτουργήσει. Η νέα αγορά μάς έδωσε κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο: μια καθαρότερη εικόνα των αδυναμιών του ηλεκτρικού μας συστήματος.
Οι τιμές αποκαλύπτουν πλέον σχεδόν ώρα με την ώρα το ίδιο πρόβλημα: άφθονη και φθηνή ηλιακή ενέργεια το μεσημέρι, περιορισμένη ευελιξία και ακριβότερη συμβατική παραγωγή λίγες ώρες αργότερα. Η επόμενη μεγάλη μεταρρύθμιση, επομένως, δεν αφορά μόνο την αγορά. Αφορά το ίδιο το ηλεκτρικό σύστημα και τις υποδομές που χρειάζεται για να λειτουργήσει διαφορετικά.
* Καθηγητής, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Frederick