Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Εκτός από μάστορας της χαρακτικής ο Χαμπής είναι και εκπληκτικός αφηγητής. Οι ιστορίες της ζωής του, που είναι συνυφασμένες με τη χαρακτική, μοιάζουν βγαλμένες από τα παραμύθια που εικονογραφεί. Πίσω από τα λόγια του ανακαλύπτεις έναν άνθρωπο που πονά τον τόπο και τους ανθρώπους της Κύπρου. Η ζωή του όλη είναι αφοσιωμένη στην τέχνη του και στα δυο μουσεία που δημιούργησε από το μηδέν με τη βοήθεια των φίλων του. Σ’ αυτή τη συζήτηση μαζί του, εστιάζουμε στη σχέση και την παράλληλη πορεία με τον δάσκαλο του, τον σπουδαίο χαράκτη Τάσσο (Αναστάσιο Αλεβίζο). Αφορμή η έκθεση «Συνύπαρξη, Α. Τάσσος – Χαμπής» στο Μουσείο Χαρακτικής Χαμπή στη Λευκωσία.

-Γνωριστήκατε με τον Τάσσο το 1971 στη Λευκωσία. Τι θυμάστε από εκείνη τη συνάντηση; Εκείνη την εποχή οργανώνονταν πολύ ωραίες εκθέσεις στο Χίλτον, κυρίως με σπουδαίους καλλιτέχνες από την Ελλάδα.  Όταν έμαθα ότι είχε έκθεση του Τάσσου έσπευσα αμέσως να τη δω, γιατί με ενδιέφερε ιδιαίτερα η χαρακτική. Ήμουν 23 χρονών τότε και πολύ συνεσταλμένος για να του μιλήσω. Ο Σοφιανός Χρυσοστομίδης, δημοσιογράφος που δούλευε στη «Χαραυγή», με σύστησε στον Τάσσο ως Κύπριο χαράκτη. Εγώ είχα όλα κι όλα εννιά χαρακτικά και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που κάποιος με χαρακτήριζε χαράκτη. Αμέσως ο Τάσσος μου είπε «θα χαρώ να δω δουλειά σου». Μετά από δυο μέρες του πήρα τα χαρακτικά μου, και αυτός ο άνθρωπος μου άλλαξε τη ζωή.

Χαμπής και Τάσος στον Πειραιά το 1975

-Προφανώς είδε ότι είχατε ταλέντο και γι’ αυτό σας προσκάλεσε να πάτε για μαθήματα κοντά του στην Αθήνα; Εγώ αγωνιούσα πώς θα του πω αν έχει μαθητές να πάω και εγώ να μάθω. Τελικά, όταν έβαλα τα έργα μου στο πάτωμα της γκαλερί, μου είπε: «Είσαι καλός, χρειάζεται μόνο να έρθεις για μερικά μαθήματα κοντά μου». Γι’ αυτή την πρόσκληση που μου έκανε, εγώ του κάνω μνημόσυνο από το 1995 ώς σήμερα κάνοντας δωρεάν μαθήματα χαρακτικής.

-Κάτω από ποιες συνθήκες βρεθήκατε στην Αθήνα; Αυτό ήταν το παρθενικό μου ταξίδι εκτός Κύπρου. Πήγα με πλοίο, με τις Solomonides Lines. Από την αποβάθρα της Λεμεσού μπήκαμε σε μια μαούνα που μας μετέφερε στο πλοίο. Ήμουν σε μια οκταθέσια καμπίνα τρίτης κατηγορίας. Ο φίλος μου ο Αντρέας Καννάουρος μεσολάβησε για να έχω μια έκπτωση στο εισιτήριο, γιατί τα οικονομικά μου ήταν περιορισμένα. Τον Οκτώβριο του 1971 συνταξίδεψα μέχρι τον Πειραιά, μαζί με εφτά 15χρονους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής Πάτμου.

-Πώς σας αντιμετώπισαν στην Αθήνα ο Τάσσος και η γυναίκα του; Με είχαν σαν τον γιο τους. Όταν έφτασα στην Αθήνα, στο σπίτι τους με υποδέχτηκε η γυναίκα του, η Λουκία Μαγγιώρου, και με έβαλε στην αγκαλιά της. Μέχρι εκείνη την ημέρα δεν θυμούμαι να με έβαλε κάποιος στην αγκαλιά του. Με οδήγησε στο εργαστήρι του Τάσσου και μόλις με είδε με άρπαξε με τα χέρια του και με σήκωσε πάνω. Απίστευτη εμπειρία! Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο εγκάρδια υποδοχή. Το εργαστήρι του ήταν σαν το ιερό και πολύ απλό. Από το παράθυρό του φαινόταν η Ακρόπολη. Κοντά του παρακολούθησα μαθήματα για 20 μέρες, από τις 5 το απόγευμα ως τις 11 τη νύχτα. Μου πρότεινε να με φιλοξενήσει, αλλά εγώ ντρεπόμουν και έμενα σε έναν Κύπριο φοιτητή. Με φιλοξένησε το 1975, όταν πήγα ξανά για τρεις εβδομάδες.

-Αυτές οι 20 ημέρες καθόρισαν την πορεία σας; Ο Τάσσος καθόρισε τη ζωή μου και την τέχνη μου. Η χαρακτική με είχε μαγέψει πριν τον γνωρίσω, τα έργα του όμως τα έβλεπα και τα θαύμαζα στις εφημερίδες και στα αναγνωστικά βιβλία του δημοτικού της 4ης και της 6ης τάξης.

-Τι κρατάτε ως πιο πολύτιμο από αυτά τα μαθήματα; Ο Τάσσος μου έλεγε ότι «κάθε χαραγματιά μας είναι φως μέσα στο σκοτάδι», μια φράση πολύ ουσιαστική. Με έμαθε πώς να χαράσσω το ξύλο, πώς να μελανώνω, τι χαρτιά να επιλέγω. Μια μέρα, καθοδόν για να πάμε στο καφέ Μπραζίλ κοντά στο Σύνταγμα, συνάντησε ένα φίλο του και τον αγκάλιασε. Μου τον σύστησε και μου είπε ότι είναι ο Οδυσσέας Ελύτης. Στο καφέ μού γνώρισε κι άλλους σπουδαίους χαράκτες. Για μένα όλα αυτά ήταν απίστευτες και μοναδικές εμπειρίες.

-Σε ποιο βαθμό η δουλειά σας επηρεάστηκε από τον Τάσσο; Με επηρέασε άμεσα, και αυτό φαίνεται στα έργα που έκανα όταν επέστρεψα στην Κύπρο. Ο πατέρας μου έκοψε και μου έδωσε κορμούς κυπαρισσιού. Τους πήρα στον πελεκάνο και μου τους έκοψε σε φέτες για να μπορώ να χαράσσω. Χάρασσα με τον τρόπο και τις χαραγματιές που μου έμαθε ο δάσκαλός μου. Όπως, για παράδειγμα, «Ο λιθοβολισμός του δυνάστη», ένα έργο που δημιούργησα, με τους μαθητές στην ταράτσα της Σεβερείου Βιβλιοθήκης να ρίχνουν πέτρες στους Άγγλους αποικιοκράτες. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι οι χαράξεις μου είναι όπως με έμαθε ο Τάσσος. Η επιρροή αυτή φαίνεται και στις ξυλογραφίες που έκανα για τους βομβαρδισμούς της Τυλληρίας. Ακόμα και όταν, αργότερα, πήγα στη Μόσχα, τα χαρακτικά που έκανα πριν μπω στο Ινστιτούτο το 1976, για το πραξικόπημα, την εισβολή, τους πρόσφυγες του 1974, είναι άμεσα επηρεασμένα από αυτόν.

Τάσσος. Πότε θα κάμει ξαστεριά. Ξυλογραφία 1973

-Από τις σπουδές σας στη Μόσχα αποκτήσατε και άλλες επιρροές; Άλλαξα όταν μπήκα στη Σχολή Σουρικόφ στη Μόσχα. Θυμάμαι, έλεγα στον καθηγητή μου Νικολάι Αβακούμοφ ότι χαράσσω με φιλοσοφία το άσπρο-μαύρο, όπως έκανε ο Τάσσος. Ο Αβακούμοφ μου έμαθε και το ασημί.  Στο Ινστιτούτο, στα έξι χρόνια που φοιτούσα, μιλούσα σε όλους του καθηγητές μου για τον Τάσσο. Ακόμα και ο Αβακούμοφ μου έλεγε «με έχεις επηρεάσει με τον Τάσσο». Μου έδειξε μια σειρά έργα του και μου εξήγησε ότι ήταν εμπνευσμένα από τα χαρακτικά του Τάσσου που του έδειχνα και τα όσα του έλεγα. Το 2012 προσκάλεσα τον Αβακούμοφ για να κάνει μια έκθεση στις Πλάτρες, και έφερε μαζί του ένα έργο για τον Τάσσο.

-Εκτός από την τεχνική, έχετε επηρεαστεί από την αντιπολεμική και αντιφασιστική φιλοσοφία του Τάσσου; Αυτές τις αναζητήσεις τις είχα από πριν, αλλά βέβαια με επηρέασε. Και «στερέωσε» τις πεποιθήσεις μου.

-Η δουλειά σας είναι βαθιά πολιτική. Πιστεύετε ότι είναι ένα κοινό στοιχείο που συναντούμε και στα του Τάσσου; Τι είναι πολιτική; Ακόμη και όταν προβάλλω τα Λεύκαρα με τα λευκαρίτικα, δεν είναι πολιτική; Προβάλλω τον τόπο μου, τις αξίες που πιστεύω. Τα λέει πολύ όμορφα ο Γιάννης Μπόλης, ο επιμελητής της έκθεσης: «Η τέχνη τους είναι βαθύτατα πολιτική, και ταυτόχρονα μια τέχνη που μιλάει για τη ζωή, την ελπίδα, την ομορφιά και τον έρωτα, την παράδοση, τη βία, τον πόνο του ξεριζωμού και τον θάνατο, τη μνήμη, το τραύμα, τα ατομικά και συλλογικά βιώματα, μια τέχνη που αναφέρεται στην ειρηνική συνύπαρξη, τη δικαιοσύνη, την αυτοδιάθεση».

-Έχετε κάνει συγκλονιστικά έργα για τους αγνοούμενους, την προσφυγιά, την εισβολή, όπως αντίστοιχα ο Τάσσος για τη Χούντα. Πώς αυτά τα έργα αφορούν τον σημερινό θεατή; Εγώ θα σου το πω απλά: Είναι η πάλη του καλού με το κακό. Υπάρχει η δημοκρατία και η δικτατορία. Με όλα αυτά πολέμησε και υπέφερε ο Τάσσος. Εγώ, από την άλλη, εξέφραζα μέσα από τη χαρακτική τον πόνο, τον πόθο κάθε πρόσφυγα, την ελπίδα να πάω σπίτι μου. Έκανα έργα για μας τους Κύπριους πρόσφυγες, αλλά αυτά τα έργα αφορούν οποιονδήποτε πρόσφυγα σήμερα που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι του.

Χαμπής. Εισβολή Αναμονή Τρίτη

-Τι σημαίνει σπίτι για σας; Γεννήθηκα στην Κοντέα και το πατρικό μου σπίτι για μένα συμβολίζει πολλά. Η ψυχή και ο νους μου είναι μόνιμα εκεί, είναι μέρος της καθημερινής ζωής μου. Το σπίτι μου είναι η ρίζα μου, εκεί που είδα το φως και εκεί που θέλω να πάω να πνάσω.

-Με τον Τάσσο γνωριστήκατε το 1971 και διατηρήσατε μια φιλία μέχρι που πέθανε;

Ήταν δάσκαλός μου και φίλος μου. Όταν ήμουν στην Μόσχα αλληλογραφούσαμε. Και το 1980, όταν ήρθε εκεί για μια έκθεση, ήταν μια υπέροχη συνάντηση. Πήγαμε μαζί στην Κόκκινη Πλατεία γιατί ήθελε να δει το Μαυσωλείο του Λένιν. Έγραψε τότε ένα υπέροχο σημείωμα για μένα, για μια έκθεση που ετοίμαζα στην γκαλερί Ζυγός, της Γκλόριας και της Μαρίας Δωρίτη. Όταν πέθανε ο Τάσσος το 1985, πήγα στην ταφή του στο Α΄ Νεκροταφείο μαζί με την γυναίκα του και τον Πάτροκλο Σταύρου. Έχω διατηρήσει μια όμορφη σχέση με τη Λουκία Μαγγιώρου, τη γυναίκα του. Όποτε είμαι στην Αθήνα, πηγαίνω στο νεκροταφείο και παίρνω γαρύφαλλα του δασκάλου μου.

Χαμπής. «Βασιλόπουλον Χαίρε».

-Μετά τη γνωριμία σας ο Τάσσος άρχισε να συνδέεται περισσότερο με την Κύπρο; Ήταν συνδεδεμένος με την Κύπρο πολύ πιο πριν. Ήταν πολύ φίλος με τον Πάτροκλο Σταύρου. Στην Κύπρο ήρθε το 1971 για την έκθεση στο Χίλτον, με πρόσκληση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

-Πώς πήρατε την απόφαση να κάνετε δωρεάν μαθήματα χαρακτικής στη μνήμη του; Μετά τον θάνατό του, όταν ήρθα το 1988 στα Πλατανίσκια για να διορθώσω το σπίτι και να κάνω εργαστήρι, σκέφτηκα να κάνω μια σχολή και να κάνω δωρεάν μαθήματα στη μνήμη του Τάσσου. Το 1994 ζήτησα από την Επιτροπή Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να μου δώσει ένα χαλαμάντουρο δίπλα από το σπίτι που έμενα. Μου το έδωσαν, το έφτιαξα και ξεκίνησα τα μαθήματα.

-Έτσι προέκυψαν και τα δυο Μουσεία Χαρακτικής που δημιουργήσατε; Ναι, βέβαια. Από τα πρώτα χρόνια, όταν είδα ότι έρχονταν τόσοι πολλοί, τους άρεσε και είχε καλά αποτελέσματα, σκέφτηκα να τους μάθω παραπάνω πράγματα για τη χαρακτική, την ιστορία της, τους καλλιτέχνες. Στην Κύπρο ήταν άγνωστη, παρόλο που είχαμε τον Τηλέμαχο Κάνθο, τον Κώστα Αβερκίου, τον Κώστα Οικονόμου, τον Λευτέρη Οικονόμου. Έτσι, αποφάσισα να κάνω το μουσείο για να μάθω τον κόσμο περισσότερα για την χαρακτική. Ζήτησα και άλλο χαλαμάντουρο που το έφτιαξα.

-Από που βρήκατε αυτή τη δύναμη να δημιουργήσετε δυο μουσεία από το μηδέν; Δεν τα έκανα μόνος μου. Έχω πάρα πολλούς συμπαραστάτες. Με βοήθησαν χειρωνακτικά και οικονομικά, και έχω τα ονόματα όλων γραμμένα και στα Πλατανίσκια και στη Λευκωσία. Για το μουσείο στα Πλατανίσκια, εκτός από τους απλούς ανθρώπους βοήθησε πολύ η Ελληνική Τράπεζα και η Συνεργατική της Κοντέας.

Χαμπής. Τα σπίτια μας, ξυλογραφία 1979

-Ένα μουσείο έχει πολλά λειτουργικά έξοδα. Πώς τα συντηρείτε; Είναι μια περιπέτεια αυτό το θέμα. Όταν έκανα το Μουσείο στα Πλατανίσκια, αποτάθηκα στο υπουργείο Παιδείας. Μου απάντησαν με επιστολή ότι δεν μπορούν να χορηγήσουν μουσείο. Αργότερα, άκουσα στις ειδήσεις τον υπουργό Παιδείας Άκη Κλεάνθους να λέει «θα χορηγήσουμε μουσεία». Αμέσως την επόμενη μέρα έστειλα μια επιστολή στον υπουργό και του ζήτησα να χορηγήσει το μουσείο μου. Χάρηκα πολύ όταν μου τηλεφώνησε η ιδιαιτέρα του και μου είπε «ο υπουργός σε εκτιμά πολύ και θα σε βοηθήσει». Ο Κλεάνθους με κάλεσε σε σύσκεψη στο υπουργείο Παιδείας για τον Στρατηγικό Σχεδιασμό για τον Πολιτισμό. Σ’ αυτή τη σύσκεψη ήταν επίσης ο Στας Παράσκος, ο Νίκος Κουρούσιης και εκπρόσωποι του ΕΚΑΤΕ. Όταν ήρθε η σειρά μου να μιλήσω, είπα για την άρνηση του υπουργείου να στηρίξει το μουσείο. Ο Κλεάνθους υπερθεμάτισε σ’ αυτά που είπα και έβαλε το μουσείο στον Στρατηγικό Σχεδιασμό για τον πολιτισμό. Δυστυχώς τον χάσαμε πρόωρα.

-Πώς προχωρήσατε έπειτα;  Ύστερα ήρθε η κυβέρνηση Χριστόφια που βρήκε έτοιμο το σχέδιο του Κλεάνθους. Ο Χριστόφιας ήρθε, εγκαινίασε το μουσείο και, όταν του είπα ότι η κυβέρνηση δεν μας βοήθησε, ανταποκρίθηκε άμεσα και διευθέτησε να παίρνουμε στήριξη μέσω κονδυλίων της Βουλής. Όταν έφυγε ο Χριστόφιας από την κυβέρνηση, μας τα έκοψαν. Πριν από τρία χρόνια άρχισαν ξανά να μας στηρίζουν, έπειτα από επιστολή που έστειλε ο γιος μου ο Γιώργος, στην οποία υποστήριξε ότι η απόφαση για χρηματοδότηση λήφθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Σήμερα ευχαριστώ το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού, γιατί έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία τα τελευταία χρόνια και εκτιμούν το έργο που κάνουμε.

-Η ζωή σας είναι αφιερωμένη στη χαρακτική και τα δύο μουσεία. Από πού αντλείτε αυτή τη δύναμη; Αυτή είναι η γλώσσα που εκφράζομαι. Θέλω να πω κάτι, το χαράσσω. Επίσης με ενδιαφέρει πολύ να μάθει ο κόσμος τι είναι αυτή η τέχνη. Χαίρομαι πολύ όταν ακούω πως γίνονται μαθήματα και εκθέσεις χαρακτικής σε διάφορα σημεία της Κύπρου, και ότι η χαρακτική μπήκε στα σχολεία από δασκάλους και δασκάλες που είχαν έρθει στα μαθήματά μου και την αγάπησαν.

-Η τέχνη είναι μια μορφή επαναστατικής πράξης; Βέβαια είναι, όμως εγώ δεν είμαι της στρατευμένης τέχνης. Ακόμη και ένα λουλούδι να κάνεις, μπορεί να είναι μια πράξη επανάστασης. Όταν προβάλλεις τον πολιτισμό του τόπου σου, όταν προσπαθείς να διασώσεις κάτι που πάει να χαθεί, αυτό είναι μια άλλου είδους επανάσταση. Είναι σαν να σηκώνεις τη σημαία που έπεσε.

-Είσαστε στα Πλατανίσκια από το 1988, συνολικά 38 χρόνια. Έχετε σκεφτεί ποτέ να γυρίσετε στην πόλη; Δεν υπάρχει καμιά περίπτωση. Όταν αποφάσισα να πάω σε ένα χωριό στο πουθενά, δεν έφτιαξα ένα εξοχικό για να πνάσω. Εγώ ήθελα έναν τόπο ήσυχο να δουλέψω. Όταν βλέπω πίσω, δεν σκέφτομαι μόνο το μουσείο και τη σχολή αλλά και τα έργα τα δικά μου. Τα χαρακτικά μου και τα βιβλία που εξέδωσα είναι σε άμεση σχέση με τον τόπο που βρίσκομαι. Για παράδειγμα, αν ήμουν στη Λευκωσία, το βιβλίο η «Ανεράδα» του Βασίλη Μιχαηλίδη που εικονογράφησα θα ήταν διαφορετικό γιατί θα είχα άλλες παραστάσεις. Εδώ, ζώντας μέσα στη φύση, έχω άλλες επιρροές όταν κάθομαι στην αυλή και δουλεύω, χαράσσω ή είμαι στο κομπιούτερ και γράφω. Ζω σε ένα ήσυχο περιβάλλον που με εμπνέει. Η φύση είναι παντού, σε όλα τα έργα που δημιούργησα στα Πλατανίσκια.

Έχετε νιώσει μοναξιά εδώ; Άλλο η μοναξιά και άλλο η μοναχικότητα. Έχω επιλέξει τη μοναχικότητα, και αυτό είναι υπέροχο για μένα. Ποτέ μου δεν ένιωσα μοναξιά. Έρχεται πολύς κόσμος εδώ, ντόπιοι και ξένοι, φίλοι μου. Αλλά και όταν είμαι μόνος μου, είμαι γεμάτος.

Info

Λευκωσία, Δημοτικό Μουσείο Χαρακτικής Χαμπή (22496930). Η  έκθεση «Συνύπαρξη, Α. Τάσσος –Χαμπής» οργανώνεται σε επιμέλεια Γιάννη Μπόλη και Γιώργου Τσαγγάρη. Μέχρι τις 24/7/2027.

Ελεύθερα 27.9.2026