Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ περιορισμένη δυναμικότητα των διυλιστηρίων, η μειωμένη ρωσική παραγωγή και οι περιορισμοί στις εξαγωγές εντείνουν τις πιέσεις στις τιμές του ντίζελ, αυξάνοντας το κόστος για μεταφορές, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή. Η Ευρώπη, που εξαρτάται από εισαγωγές για να καλύψει τις ανάγκες της, βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο περαιτέρω ανατιμήσεων, ιδιαίτερα εάν οι ΗΠΑ περιορίσουν τις εξαγωγές τους.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της Deutsche Welle, ένα γέμισμα ρεζερβουάρ 50 λίτρων κοστίζει πλέον στους Ευρωπαίους οδηγούς κατά μέσο όρο €30 περισσότερο από τις 28 Φεβρουαρίου 2026. Για ένα φορτηγό στη Γερμανία, η πρόσθετη επιβάρυνση υπολογίζεται σε €236 την εβδομάδα, ενώ το συνολικό επιπλέον κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία φθάνει τα €270 εκατ. ημερησίως.
Οι συνέπειες ξεπερνούν την αντλία. Το ντίζελ χρησιμοποιείται σε κρίσιμες οικονομικές δραστηριότητες και η αύξηση του κόστους του μπορεί να μετακυλιστεί στις τιμές προϊόντων και τροφίμων, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Το πρόβλημα μεταφέρεται στα διυλιστήρια
Η στενότητα στην αγορά δεν συνδέεται μόνο με τη διαθεσιμότητα αργού πετρελαίου, αλλά και με τη δυνατότητα μετατροπής του σε καύσιμα.
Ο Σκιπ Γιορκ, αναλυτής ενέργειας στο Πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον, εκτιμά ότι το βασικό πρόβλημα έχει μετατοπιστεί από την προσφορά αργού στη διύλιση.
«Τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο δεν είχαμε αρκετό αργό πετρέλαιο. Σήμερα τα διυλιστήρια δεν έχουν επαρκή ικανότητα επεξεργασίας του αργού πετρελαίου που προμηθεύονται», αναφέρει.
Την εκτίμηση συμμερίζεται ο Γκέοργκ Τσάχμαν, αναλυτής ενέργειας στο Ινστιτούτο Bruegel των Βρυξελλών, επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια ικανότητα διύλισης έχει μειωθεί, με ιδιαίτερες συνέπειες για το ντίζελ.
Η ρωσική παραγωγή και οι επιθέσεις στα διυλιστήρια
Η Ρωσία παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους προμηθευτές ντίζελ, ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η παραγωγή της έχει υποχωρήσει κατά 30% σε σχέση με τα επίπεδα του 2025. Η Μόσχα έχει επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές, επιδιώκοντας να διασφαλίσει την επάρκεια στην εσωτερική αγορά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποδίδει μέρος της ευθύνης για τις ανατιμήσεις στις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και ζητεί τον τερματισμό τους.
Κατά τον Γιορκ, τα πλήγματα στη ρωσική παραγωγή έχουν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές. Ο ίδιος διακρίνει αυτή την επίδραση από τα εμπόδια στη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, σημειώνοντας ότι η τροφοδοσία μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής παραμένει σχετικά σταθερή τους τελευταίους μήνες.
Ο κίνδυνος περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών
Οι ΗΠΑ και η Κίνα συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους παραγωγούς ντίζελ παγκοσμίως. Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας, ενώ η Κίνα καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της για τις ανάγκες της βιομηχανίας της.
Οι αμερικανικές εξαγωγές έχουν επιχειρήσει να καλύψουν τα κενά στην παγκόσμια προσφορά, χωρίς όμως να επαρκούν. Την ίδια ώρα, οι τιμές αυξάνονται και στην αμερικανική αγορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας (EIA) που παραθέτει η Deutsche Welle, η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ φθάνει τα 6,52 δολάρια το γαλόνι, έναντι 3,74 δολαρίων πριν από έναν χρόνο και 3,53 δολαρίων πριν από δύο χρόνια. Ένα γαλόνι αντιστοιχεί σε περίπου 3,8 λίτρα.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 22 Σεπτεμβρίου πρόθεση περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει μείωση των τιμών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
Ο ενεργειακός κλάδος αντιδρά στα σχέδια αυτά. Αναλυτές προειδοποιούν ότι οι περιορισμοί ενδέχεται να μην επιφέρουν την επιθυμητή αποκλιμάκωση και να οδηγήσουν, αντιθέτως, σε μείωση της παραγωγής των αμερικανικών διυλιστηρίων και νέες αυξήσεις.
Γιατί η Ευρώπη είναι περισσότερο εκτεθειμένη
Η ευρωπαϊκή αγορά είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εκτεταμένης χρήσης ντίζελ και της ανάγκης εισαγωγών.
«Σήμερα η Ευρώπη διαθέτει πλεόνασμα βενζίνης, το οποίο εξάγει. Αντιθέτως, στο ντίζελ έχει έλλειψη και πρέπει να κάνει εισαγωγές», εξηγεί ο Τσάχμαν.
Όπως σημειώνει, τα φορολογικά πλεονεκτήματα που απολάμβαναν επί δεκαετίες οι κινητήρες ντίζελ συνέβαλαν στη μεγαλύτερη εξάρτηση της Ευρώπης από το συγκεκριμένο καύσιμο, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα αντιπροσωπεύουν πάνω από το 38% του συνόλου των οχημάτων στην ΕΕ, ενώ το 77% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης ντίζελ κατευθύνεται στις μεταφορές.
Ένας περιορισμός των αμερικανικών εξαγωγών θα μπορούσε επομένως να προκαλέσει νέο σοκ στην ευρωπαϊκή αγορά. Ενδεχόμενη ευρωπαϊκή απάντηση με μείωση των εξαγωγών βενζίνης προς τις ΗΠΑ θα πίεζε αντίστοιχα τις αμερικανικές τιμές, επιβαρύνοντας και τις δύο πλευρές.
Πρόσθετες πιέσεις ενόψει χειμώνα
Η παράταση των πολεμικών συγκρούσεων και το ενδεχόμενο νέων εξαγωγικών περιορισμών διατηρούν την αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών.
Παράλληλα, η αυξημένη χειμερινή ζήτηση για πετρέλαιο θέρμανσης θα απαιτήσει μεγαλύτερη παραγωγή από τα διυλιστήρια. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αυτό μπορεί να περιορίσει περαιτέρω τα περιθώρια παραγωγής πετρελαίου κίνησης, προσθέτοντας πίεση σε μια ήδη περιορισμένη προσφορά.
Πηγή: Deutsche Welle