Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΡαγδαία αύξηση της τάξης των €857,8 εκατ. σημείωσαν τα συνολικά δάνεια στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο του 2026, οδηγώντας τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσής τους στο εντυπωσιακό 14,0%, σε σύγκριση με 11,8% τον Αύγουστο 2026.
Την ίδια ώρα, η ισχυρή επιχειρηματική δραστηριότητα «φούσκωσε» τις τραπεζικές καταθέσεις κατά €697,1 εκατ. μέσα σε μόλις έναν μήνα, με το συνολικό απόθεμα ρευστότητας να αγγίζει πλέον το ιστορικό ορόσημο των €60,2 δισεκατομμυρίων. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των συνολικών καταθέσεων έφτασε στο 6,5%, παραμένοντας σταθερός σε σύγκριση με τον Αύγουστο 2026.
Η αγορά παρουσίασε ισχυρή δυναμική τον Σεπτέμβριο του 2026, καθώς η μηνιαία καθαρή ροή καταθέσεων (€697,1 εκατ.) ξεπέρασε κατά πολύ την αντίστοιχη του Αυγούστου 2026, η οποία είχε διαμορφωθεί στα €171,5 εκατ. Οι επιχειρήσεις (μη χρηματοοικονομικές εταιρείες) αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό της ανόδου, τοποθετώντας επιπλέον €373,0 εκατ. στα ταμεία των τραπεζών, σε σχέση με €397,2 εκατ. τον Σεπτέμβριο του 2025, ενώ οι Κύπριοι αποταμιευτές κινήθηκαν πιο συντηρητικά αλλά θετικά, προσθέτοντας €93,8 εκατ. σε σχέση με εκροές €32,5 εκατ. που παρατηρήθηκαν πέρυσι.
Στον αντίποδα, η αγορά των δανείων κινήθηκε με ακόμη πιο επιθετικούς ρυθμούς. Τα συνολικά δάνεια κατέγραψαν μια θεαματική μηνιαία καθαρή αύξηση της τάξης των €857,8 εκατ., μέγεθος που υπερβαίνει κατά πολύ την υποτονική καθαρή ροή των €114,6 εκατομμυρίων του προηγούμενου μήνα. Η εξέλιξη αυτή ώθησε τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής των συνολικών δανείων στο 14,0% (έναντι 11,8% τον προηγούμενο μήνα), με το συνολικό υπόλοιπο των δανείων στην Κύπρο να διαμορφώνεται πλέον στα €29,6 δισ.
Η ανάλυση των εγχώριων δανείων (κατοίκων εσωτερικού) δείχνει ότι οι κυπριακές επιχειρήσεις απορρόφησαν €110,1 εκατομμύρια για την κάλυψη των αναπτυξιακών και τρεχουσών αναγκών τους. Ταυτόχρονα, τα νοικοκυριά άντλησαν €52,2 εκατομμύρια, κυρίως για σκοπούς στέγασης και κατανάλωσης. Τη μερίδα του λέοντος στις εγχώριες ροές κατέγραψαν οι υπόλοιποι εγχώριοι τομείς, στους οποίους περιλαμβάνονται οι επενδυτικοί οργανισμοί και οι επικουρικοί χρηματοπιστωτικοί φορείς, με συνολική αύξηση €308,5 εκατομμυρίων. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν τη δυναμική αναδιάρθρωση των τραπεζικών χαρτοφυλακίων και τη συνεχιζόμενη διοχέτευση ρευστότητας στην κυπριακή αγορά.
Στο επίκεντρο η κρίσιμη συνεδρίαση της ΕΚΤ
Η διατήρηση της εγχώριας ρευστότητας σε υψηλά επίπεδα αποτελεί το βαρόμετρο για το πώς μετακυλίονται οι αποφάσεις της ΕΚΤ στην κυπριακή πραγματικότητα. Τα βλέματα των αναλυτών στρέφονται πλέον στη Φρανκφούρτη, όπου το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα πραγματοποιήσει την επόμενη κρίσιμη συνεδρίασή του για τη νομισματική πολιτική αύριο 29 Οκτωβρίου 2026.
Η αγορά και η κοινότητα των οικονομολόγων αναμένουν σχεδόν ομόφωνα ότι η ΕΚΤ θα επιλέξει να πατήσει φρένο, διατηρώντας το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων σταθερό στο 2,5%. Αυτή η εκτιμώμενη στάση αναμονής έρχεται μετά από δύο διαδοχικές αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης, οι οποίες αποφασίστηκαν τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2026, ως απάντηση στο πληθωριστικό σοκ που προκάλεσαν οι ενεργειακές πιέσεις και οι γεωπολιτικές αναταραχές στη Μέση Ανατολή.
Το μεγάλο δίλημμα της Κριστίν Λαγκάρντ και των υπόλοιπων κεντρικών τραπεζιτών εστιάζεται στη χρονική στιγμή της επόμενης κίνησής τους. Αν και ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, η οικονομική ζήτηση παραμένει συγκρατημένη, ενώ η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας κινείται με έναν ασθενή ρυθμό της τάξης του 1,2%.
Επιπλέον, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι πρόσφατες αυξήσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων (με τα γαλλικά 10ετή ομόλογα να αγγίζουν υψηλό 24 ετών στο 5,1% λόγω της δημοσιονομικής κρίσης στη χώρα) έχουν ήδη προκαλέσει σύσφιξη των οικονομικών συνθηκών στην αγορά.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΚΤ αναμένεται να αναβάλει τις νέες αποφάσεις για τη συνεδρίαση της 17ης Δεκεμβρίου, όταν θα έχει στη διάθεσή της έναν πολύ μεγαλύτερο όγκο οικονομικών δεδομένων, με τις προβλέψεις του Bloomberg να κάνουν λόγο για μια τελική αύξηση στο 2,75% πριν από το τέλος του έτους.