Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ο Στέφανος Κασσελάκης πέτυχε το ακατόρθωτο, αφού μπόρεσε να συντρίψει τους εσωκομματικούς αντιπάλους του, με μεγάλη πείρα στα πολιτικά δρώμενα και να λάβει τα ηνία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ελλάδα.
Τι σημαίνει, όμως, η νίκη του για το πολιτικό σύστημα και ποιες προκλήσεις αναφύονται για την επόμενη μέρα;
Όπως ανέφερε, μιλώντας στον «Φ», ο Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Γιάννος Κατσουρίδης «για να γίνει κατανοητό το «φαινόμενο» Κασσελάκη, πρέπει πρώτα να κατανοηθεί το «φαινόμενο» ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κόμμα, το οποίο όσο γρήγορα μεγάλωσε εκλογικά και μετατράπηκε σε κυβερνητικό κόμμα, άλλο τόσο γρήγορα μεταλλάχθηκε σε ένα κόμμα πολύ διαφορετικό, από αυτό που ήταν πριν ξεκινήσει την πορεία του προς τον κυβερνητισμό».

Εξήγησε ότι «ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, όπως αυτοπροσδιορίζεται, σταμάτησε σταδιακά να έχει προγραμματικές και ιδεολογικές αναφορές και μετατράπηκε σε ένα κόμμα εξουσίας, με αρκετά στοιχεία λαϊκισμού στον πολιτικό του λόγο και πρακτική, έντονο αρχηγοκεντρισμό σε δομές και πρακτικές και με μόνη συγκολλητική ουσία τον ίδιο τον πρόεδρο του, Αλέξη Τσίπρα και την προοπτική της εξουσίας».
Υπέδειξε ότι «αυτή η μετάλλαξη του κόμματος αντικατοπτρίστηκε και στις χαλαρές διαδικασίες που επιλέγηκαν για την εκλογή του νέου προέδρου και εν δυνάμει πρωθυπουργού της χώρας, στην συνεχόμενη διεύρυνση του με πασοκογενή στοιχεία και στην ανάδειξη του πολιτικού μάρκετινγκ ως του σημαντικότερου στοιχείου σε αυτή τη διαδικασία».
Ακολούθως ο δρ Κατσουρίδης υπογράμμισε ότι το βασικότερο μήνυμα της νίκης Κασσελάκη είναι η νομιμοποίηση από την πλειοψηφία της βάσης των μελών και των ψηφοφόρων/φίλων του κόμματος πλέον – και όχι απλά της ηγετικής ομάδας- της επιλογής για περαιτέρω μετακίνηση προς το κέντρο, την περαιτέρω απομάκρυνση από την αριστερά και τη μετατροπή του κόμματος σε ένα κόμμα -εκλογικό μηχανισμό και μόνο, στα πρότυπα του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ, όπως ο ίδιος ο κ. Κασσελάκης, άλλωστε, δήλωσε.
Αυτό με τη σειρά του, όπως εξήγησε ο δρ Κατσουρίδης, «δεικνύει την αλλαγή στην κοινωνική βάση και τον ψυχισμό των ψηφοφόρων και μελών του συγκεκριμένου κόμματος, που βρίσκεται σε μια διαλεκτική σχέση με τις πολιτικές αλλαγές, που ήδη συντελέστηκαν».
Τόνισε ότι «η εκλογή Κασσελάκη είναι συμβολική και ενδεικτική της αλλαγής της πολιτικής κουλτούρας σε ένα τμήμα της αριστεράς, για την οποία το μετασχηματιστικό όραμα εξαντλείται πλέον σε κυβερνητική συμμετοχή, με όρους ωφελιμιστικούς». Σημείωσε επίσης ότι, πέραν από τον ΣΥΡΙΖΑ, η εκλογή Κασσελάκη παραπέμπει ή καλύτερα καθιερώνει πλέον ένα νέο μοντέλο διαδικασιών για αντιμετώπιση της ευρύτερης κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης, που επηρεάζει όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την Ευρώπη.
Εξήγησε, δηλαδή, ότι «μπροστά σε ένα φαινόμενο, την αποστροφή δηλαδή του λαού από τις συμβατικές διαδικασίες πολιτικής συμμετοχής, το οποίο το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο δεν μπορεί ή και δεν θέλει να αντιμετωπίσει, o λαός επιλέγει να το επιλύσει με όρους μεταπολιτικής, με την τελευταία να νοείται ως ένα στάδιο εξέλιξης της σύγχρονης πολιτικής, όπου η έμφαση είναι στην επικοινωνία και στο θέαμα παρά στην πολιτική». «Επιλέγονται έτσι», συμπλήρωσε, «διαδικασίες με εορταστικό χαρακτήρα περισσότερο, γρήγορες, χωρίς ιδιαίτερες υποχρεώσεις προς τους συμμετέχοντες, μόνο με δικαιώματα και ανοιχτές για τους εντός και τους εκτός των τειχών, χωρίς όρους και προϋποθέσεις».
Όπως υποστήριξε ο δρ Κατσουρίδης, «σε αυτό το πλαίσιο κανονικοποιείται η πολιτική αντίφαση στις προγραμματικές θέσεις, η μη παράθεση πολιτικών θέσεων, η χρήση των fake news, η συκοφαντία των πολιτικών αντιπάλων, είτε βρίσκονται εκτός είτε ακόμα και εντός του κόμματος, καθώς και οι υπεραπλουστευμένες γενικεύσεις». Συμπλήρωσε δε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν την αρένα, μέσα στην οποία διεξάγεται ο πολιτικός ανταγωνισμός, κάτι που ευνοεί την επιφανειακή προσέγγιση, τον συναισθηματισμό και την εξωτερίκευση του θυμικού έναντι της λογικής και των προγραμματικών θέσεων».
Κατέληξε, λέγοντας ότι στην τελική το «φαινόμενο» Κασσελάκη θα κριθεί από τις πολιτικές θέσεις και χειρισμούς, που αναπόφευκτα σε κάποιο σημείο πρέπει να ξεδιπλωθούν.