Η εικαστικός και πρώην πρόεδρος του ΕΚΑΤΕ Κατίνα Κώστα υποστηρίζει ότι το γλυπτό «Κορίτσι», που ανήκει στην Κρατική Συλλογή από το 2000, της επιστράφηκε σπασμένο και σε κακή κατάσταση για να παρουσιαστεί σε έκθεση, ζητώντας απαντήσεις για τη φροντίδα των κρατικών έργων τέχνης.
Η Κατίνα Κώστα καταγγέλλει σοβαρή παραμέληση έργου της «Κορίτσι» (1998), το οποίο δανείστηκε πρόσφατα από το κράτος για να παρουσιαστεί στην έκθεση του ΕΚΑΤΕ «Δυσλειτουργίες στη Σύγχρονη Τέχνη, σε εποχές συγκρούσεων» στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λεμεσού- Αποθήκες Παπαδάκη, της παραδόθηκε σπασμένο και εμφανώς κακοποιημένο.
Σε εκτενή δημόσια ανάρτησή της, η πρώην πρόεδρος του ΕΚΑΤΕ (2015-2022) αναφέρει ότι το έργο αγοράστηκε από την Κρατική Συλλογή το 2000 και έκτοτε φυλασσόταν από το κράτος. Όταν όμως ζήτησε να το δανειστεί για τη νέα έκθεση, διαπίστωσε –όπως σημειώνει– ότι είχε υποστεί ζημιές λόγω πλημμελούς φύλαξης. «Σε άθλια κατάσταση, σπασμένο και λερωμένο, το “Κορίτσι” παρουσιάζεται στην έκθεση στην κατάσταση που μου παραδόθηκε» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η αποκατάσταση του έργου είναι το ελάχιστο αναμενόμενο από πλευράς του Υφυπουργείου Πολιτισμού. Η ουσία όμως είναι ότι έργο της Κρατικής Συλλογής φέρεται να έφτασε στον δημιουργό του με φθορές. Αυτό εγείρει ερωτήματα για τις συνθήκες φύλαξης, τη συντήρηση και τη συνολική διαχείριση της συλλογής.
Το έργο, που δημιουργήθηκε το 1998 από gelflex/ vinamould, ύφασμα, σίδερο και καρέκλα, αναφέρεται σε ένα κορίτσι μετά τον πόλεμο του 1974 και, όπως γράφει η δημιουργός, επιχειρεί να διαπραγματευτεί ζητήματα ταυτότητας και μνήμης. Σήμερα, σημειώνει, «κακοποιημένο από τον ίδιο τον πολιτισμό, γίνεται ο καθρέφτης μιας χρόνιας δυσλειτουργίας».
Η Κώστα υποστηρίζει ότι η κατάσταση του έργου δεν αποτελεί μόνο προσβολή προς την ίδια ως δημιουργό, αλλά αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα στη διαχείριση της Κρατικής Συλλογής. «Η παρούσα κατάσταση του έργου δεν αντανακλά μόνο την έλλειψη σεβασμού προς τη δημιουργία μου, αλλά παραπέμπει στις σοβαρές ανησυχίες όλων των καλλιτεχνών σχετικά με τον επαγγελματισμό και την αφοσίωση εκείνων στους οποίους έχει ανατεθεί η “φροντίδα” της εθνικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς» αναφέρει.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι ο θεσμός της Κρατικής Συλλογής δεν θα έπρεπε να περιορίζεται μόνο στην απόκτηση έργων, αλλά να διασφαλίζει και την ορθή συντήρησή τους, ώστε να προστατεύεται η πολιτιστική κληρονομιά και το έργο των καλλιτεχνών.
Η εικαστικός ζητεί την άμεση αποκατάσταση της ζημιάς, αλλά και την έναρξη μιας ευρύτερης συζήτησης για τα πρότυπα συντήρησης, φύλαξης και διαχείρισης των έργων της Κρατικής Συλλογής, τονίζοντας ότι «η συλλογή ανήκει στην πολιτεία» και πως το ζήτημα αφορά κάθε πολίτη.
Δεν περνά απαρατήρητο ότι το περιστατικό έρχεται στο φως μέσα από την ίδια την έκθεση «Δυσλειτουργίες στη σύγχρονη τέχνη / σε εποχές συγκρούσεων», που εγκαινιάζεται σήμερα Παρασκευή στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λεμεσού – Αποθήκες Παπαδάκη σε επιμέλεια των Κατίνας Κώστα, Ρεβέκκας Τάκη και Γεωργίας Μιχαηλίδη Σαάντ. Η έκθεση αποτελεί συνέχεια του ερευνητικού προγράμματος που αναπτύσσει το ΕΚΑΤΕ από το 2016 και διερευνά τις μορφές αστάθειας, ρήξης και δυσλειτουργίας που διαπερνούν τη σύγχρονη καλλιτεχνική πρακτική και τον ευρύτερο πολιτιστικό χώρο.
Με μια σχεδόν συμβολική αντιστροφή, η «δυσλειτουργία» δεν περιορίζεται αυτή τη φορά στη θεματική των έργων, αλλά φαίνεται να αγγίζει και τους ίδιους τους μηχανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Το «Κορίτσι», έργο που δημιουργήθηκε ως αλληγορία για το τραύμα και τη μνήμη, εκτίθεται σήμερα φέροντας τις φθορές που, σύμφωνα με τη δημιουργό του, υπέστη ενώ βρισκόταν υπό την ευθύνη της Κρατικής Συλλογής, μετατρέποντας την ίδια την κατάστασή του σ’ ένα ακόμη, απρόσμενο σχόλιο πάνω στο θέμα της έκθεσης.
Η υπόθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Υφυπουργείο Πολιτισμού βρίσκεται σε διαδικασία αναλυτικότερης καταλογογράφησης της Κρατικής Συλλογής και καταγραφής των αναγκών συντήρησης των έργων της. Στο πλαίσιο αυτό προωθείται πρόγραμμα προτεραιοποίησης των επεμβάσεων συντήρησης, ενώ εξετάζονται και λύσεις για τη βελτίωση των συνθηκών φύλαξης, ιδιαίτερα για τα πλέον ευπαθή έργα. Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει κατά πόσο οι ενέργειες αυτές επαρκούν για να αποτραπούν αντίστοιχα περιστατικά στο μέλλον.
Η ανάρτηση: