O φόβος, η επιθυμία, η θνητότητα, το όριο μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών, είναι μερικά από τα θέματα στα 16 έργα που παρουσιάζει η εικαστικός Aleksandra Waliszewska στο Μουσείο Μπενάκη, με τίτλο «Η εισβολή της αρχαιότητας». Η Αμερικανίδα επιμελήτρια της έκθεσης Alison M. Gingeras εξηγεί πώς η Πολωνή εικαστικός συνδιαλέγεται με τα αρχαία αντικείμενα της συλλογής του Μουσείου.
-Πώς επέλεξες την Αλεξάνδρα Βαλισέφσκα γι’ αυτή την έκθεση; Παρακολουθώ το έργο της εδώ και πάνω από 15 χρόνια (όπως πολλοί, πρωτογνώρισα τους πίνακές της στο Instagram). Τώρα ζούμε στην ίδια πόλη, τη Βαρσοβία, και έχουμε μια στενή φιλία, οπότε έχω παρακολουθήσει την εξέλιξή της σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που με τράβηξε και εξακολουθεί να με συναρπάζει είναι ότι οι πίνακές της δίνουν την αίσθηση πως είναι πραγματικά στοιχειωμένοι.
-Τι σε συγκινεί στο έργο της; Η καλλιτέχνης αντλεί έμπνευση από ένα τεράστιο απόθεμα γνώσεων σχετικά με την Ιστορία της Τέχνης, όμως δεν δίνει καθόλου την αίσθηση ότι είναι ακαδημαϊκό ή παραπέμπει σε κάτι άλλο. Το εικονογραφικό της σύμπαν έχει αφομοιωθεί και έχει γίνει παντελώς δικό της. Τα επαναλαμβανόμενα θέματά της —γυναίκες, άλογα, δαίμονες, σκελετοί, υβριδικά πλάσματα— κατοικούν σ’ έναν εικαστικό κόσμο όπου αιώνες εικόνων συνυπάρχουν και συγκρούονται. Αυτό είναι σπάνιο. Το παρελθόν ξεσπάει μέσα από τους καμβάδες της απρόσκλητο.

-Πώς προσεγγίζει την ελληνική αρχαιότητα και τα έργα του Μουσείου Μπενάκη; Η προσέγγισή της είναι απολύτως διαισθητική. Αυτό είναι που την κάνει τόσο συναρπαστική. Δεν αντιμετώπισε τη συλλογή του Μπενάκη ως μελετήτρια που αναζητά πηγές. Αντέδρασε στα αντικείμενα τόσο από μορφολογική όσο και από συναισθηματική άποψη —ένα σχήμα, μια χειρονομία, μια υφή— συχνά χωρίς να γνωρίζει την πλήρη ιστορία αυτού που έβλεπε. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της έκθεσης αφορά έναν πίνακα στον οποίο ενσωμάτωσε ένα αρχαίο αττικό αγγείο κρασιού που απεικονίζει τον Διόνυσο. Το επέλεξε επειδή η μορφή και η φιγούρα την γοήτευσαν, όχι επειδή γνώριζε ότι είχε χρησιμοποιηθεί στην αρχαιότητα ως ταφική προσφορά. Αυτή η ευτυχής σύμπτωση —το ότι η εικόνα «γνώριζε» περισσότερα από όσα γνώριζε συνειδητά η καλλιτέχνιδα— είναι ακριβώς το ζητούμενο. Η ελληνική αρχαιότητα εισέρχεται στο έργο της όχι ως παράθεση, αλλά ως πίεση. Το ίδιο ισχύει και για άλλες περιόδους της ελληνικής κουλτούρας, όπως η ισχυρή αλληλεπίδρασή της με τα βυζαντινά αντικείμενα.
-Αυτός ο διάλογος μεταξύ της καλλιτέχνιδας και των ιστορικών έργων είναι μια προσπάθεια να δούμε τη σύγχρονη κουλτούρα με νέα ματιά; Θα το έθετα λίγο διαφορετικά. Δεν πρόκειται τόσο στο να καταστήσουμε τη σύγχρονη κουλτούρα κατανοητή μέσω της αρχαιότητας, όσο για την απόρριψη της ιδέας ότι η αρχαιότητα βρίσκεται ασφαλώς πίσω μας. Η τυπική εμπειρία ενός μουσείου αφηγείται μια γραμμική ιστορία — η αρχαία Ελλάδα βρίσκεται εδώ, και δύο αίθουσες πιο πέρα, βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα, χωρισμένοι από γυαλί και αιώνες. Όταν τοποθετείς τους πίνακες της Αλεξάνδρας απευθείας ανάμεσα στα διαχρονικά εκθέματα του Μουσείου Μπενάκη, αυτή η καθησυχαστική απόσταση καταρρέει. Τα αρχαία αντικείμενα παύουν να είναι απλώς ιστορικά τεκμήρια και αρχίζουν να συμπεριφέρονται ως ζωντανές παρουσίες. Αυτό προκαλεί αποπροσανατολισμό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε αναγκάζει να αναρωτηθείς: Τι ακριβώς έχει επιβιώσει και γιατί;

-Υπάρχουν άμεσοι συσχετισμοί στην έκθεση, όπου ορισμένα αντικείμενα είναι σαφώς αναγνωρίσιμα μέσα στους πίνακες; Ναι, απολύτως — και αυτές είναι μερικές από τις πιο ικανοποιητικές στιγμές της έκθεσης. Σε έναν πίνακα αναπαράγει με μεγάλη ακρίβεια δύο μικρά αττικά αγγεία ερυθρόμορφου τύπου από τη συλλογή του Μπενάκη —κανάτια όπου απεικονίζονται παχουλά μικρά αγόρια που φορούν φυλαχτά— και στη συνέχεια τοποθετεί αληθινά κόκκινα κλαδιά κοραλλιών να φυτρώνουν από τα στόματά τους. Αντλεί τον συμβολισμό του κοραλλιού απευθείας από το έργο «Madonna Senig» που φιλοτεχνήθηκε από τον Ιταλό ζωγράφο Piero della Francesca. Πρόκειται για μια εντελώς αναχρονιστική κίνηση που, με κάποιο τρόπο, μοιάζει μαγική, αναπόφευκτη. Σε ένα άλλο έργο, ζωγραφίζει ένα μεγάλο αθηναϊκό τετράδραχμο που αιωρείται στον ουρανό σαν θαυματουργή εμφάνιση, υπό το βλέμμα των ανθρώπων των σπηλαίων που δεν μπορούν με κανένα τρόπο να αποκρυπτογραφήσουν τη σημασία του. Η συλλογή Μπενάκη περιλαμβάνει πολλά τέτοια νομίσματα. Βλέποντας αυτούς τους πίνακες στις αίθουσες ανάμεσα στα εκθέματα της συλλογής, καταλαβαίνει κανείς ότι η Αλεξάνδρα αναπαριστά τη στιγμή που ένα αντικείμενο παύει να είναι ιστορικό τεχνούργημα και μετατρέπεται σε κάτι που μοιάζει περισσότερο με όραμα.

-Μέσα από τα έργα της, η καλλιτέχνιδα αγγίζει βαθύτερα ανθρώπινα ζητήματα; Αυτό ακριβώς είναι που τη διακρίνει από τους ζωγράφους που απλώς υιοθετούν ένα σκοτεινό στυλ. Η Αλεξάνδρα πραγματικά καταπιάνεται με τον φόβο, την επιθυμία, τη θνητότητα, το όριο μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών. Αυτά δεν είναι διακοσμητικά θέματα, είναι τα συναισθήματα που λειτουργούν ως δομικά στοιχεία του έργου της. Είναι συναρπαστικό το ότι αυτά τα ζητήματα τη συνδέουν άμεσα με τα αρχαία αντικείμενα του Μουσείου Μπενάκη. Και οι Έλληνες ασχολούνταν με τη διαπερατότητα αυτού του ορίου. Ο Άδης, ο Διόνυσος, ο χθόνιος κόσμος — δεν πρόκειται για αφαιρέσεις, αλλά για προσπάθειες να επεξεργαστούν τον ίδιο τρόμο και τον ίδιο θαυμασμό που διατρέχουν τους πίνακες της Αλεξάνδρας. Οι χιλιετίες καταρρέουν όταν τις κοιτάς μαζί.
-Δυναμικές γυναικείες πρωταγωνίστριες κυριαρχούν στο έργο της. Έχει αυτό σχέση με το γεγονός ότι τέσσερις γενιές γυναικών στην οικογένειά της ήταν καλλιτέχνιδες; Απολύτως. Η ενεργητικότητα των γυναικών αποτελεί μια σταθερή δύναμη στο έργο της. Προέρχεται από μια μητριαρχική γενιά καλλιτεχνών — η προγιαγιά της ήταν συγγραφέας και εικονογράφος. Η γιαγιά της, Άννα Ντέμπσκα, ήταν διάσημη γλύπτρια και η πρώτη που διηύθυνε φάρμα αραβικών αλόγων στην Πολωνία. Και η μητέρα της είναι επίσης επαγγελματίας καλλιτέχνιδα. Η Αλεξάνδρα ενστερνίστηκε την ιδέα ότι οι γυναίκες δημιουργούν τέχνη, και πάντα δημιουργούσαν τέχνη με απόλυτη φυσικότητα, χωρίς αυτό να αποτελεί κάποια στάση ζωής.

-Τι χαρακτηρίζει τις γυναίκες της ζωγράφου; Οι γυναίκες πρωταγωνίστριές της δεν είναι σύμβολα φεμινιστικών επιχειρημάτων — είναι απλώς το κέντρο βάρους του φανταστικού της κόσμου. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι σπάνια είναι παθητικές. Ακόμη και σε καταστάσεις πόνου ή μεταμόρφωσης, οι γυναίκες της είναι ενεργοί παράγοντες. Ανοίγουν τα ίδια τους τα σώματα, αντιμετωπίζουν τους δαίμονές τους χωρίς να διστάζουν, στοιχειώνουν αντί να στοιχειώνονται. Τοποθετώντας αυτούς τους πίνακες στη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη —η οποία περιλαμβάνει επίσης αξιόλογα αντικείμενα φτιαγμένα από γυναίκες, κεντήματα και υφάσματα που η Ιστορία της Τέχνης έχει συστηματικά υποτιμήσει— δημιουργούμε έναν διάλογο που διασχίζει τον χρόνο σχετικά με τη δημιουργική εξουσία των γυναικών, η οποία δεν χρειάζεται να διακηρύσσεται.

-Θα δώσει αυτή η έκθεση στο κοινό την ευκαιρία να δει τα έργα της Συλλογής Μπενάκη από μια νέα οπτική γωνία; Αυτή ήταν μια από τις κινητήριες φιλοδοξίες μας από την αρχή — και είμαι ευγνώμων στον κ. Δάκη Ιωάννου και στο Ίδρυμα ΔΕΣΤΕ που κατανόησαν αμέσως το εγχείρημα. Έχουν συνεργαστεί με το Μουσείο Μπενάκη όλα αυτά τα χρόνια και κατάφεραν να το πείσουν να ανοιχτεί σε αυτόν τον διάλογο. Τα μουσεία είναι εξαιρετικοί θεσμοί, αλλά μπορούν επίσης να σε κάνουν να νιώσεις ότι όλα είναι τακτοποιημένα, κατηγοριοποιημένα, κατανοητά. Η παρουσία της Αλεξάνδρας επαναφέρει την αίσθηση του παράξενου σε αυτά τα αντικείμενα. Ένας βυζαντινός επιτάφιος, ένα νεολιθικό ειδώλιο, ένα ζωγραφισμένο σεντούκι της οθωμανικής εποχής — αυτά τα αντικείμενα είναι ήδη εξαιρετικά. Όταν όμως μπαίνουν σε διάλογο με τους πίνακές της, κάτι αλλάζει. Αρχίζεις να νιώθεις το συναισθηματικό φορτίο που κάποτε έφεραν αυτά τα αντικείμενα, όχι μόνο τις συντεταγμένες τους στην ιστορία της τέχνης. Το μουσείο γίνεται, για τη διάρκεια της έκθεσης, ένας χώρος ελαφρώς λιγότερο προβλέψιμος.

-Τι θαυμάζεις περισσότερο στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό; Την προθυμία του να ενσωματώνει την αντίφαση χωρίς να την επιλύει. Οι Έλληνες μας έδωσαν τον Διόνυσο παράλληλα με τον Απόλλωνα —την έκσταση παράλληλα με τη λογική, τον Κάτω Κόσμο παράλληλα με τον Όλυμπο— και επέτρεψαν στις αντίθετες δυνάμεις να συνυπάρχουν, να παραμένουν περίπλοκες χωρίς επίλυση. Ακριβώς όπως η ανθρώπινη φύση. Η εικαστική τους κουλτούρα αντανακλά την ίδια ανοχή στην αμφιθυμία. Μια ταφική προσφορά μπορεί επίσης να είναι ένα όμορφο αντικείμενο. Ένας θεός μπορεί να είναι ταυτόχρονα ζωοδότης και τρομακτικός. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αρχαία ελληνική τέχνη συνεχίζει να μοιάζει ζωντανή και όχι απλώς ιστορική. Δεν δημιουργήθηκε για να μας καθησυχάσει. Δημιουργήθηκε για να προκαλέσει σκέψη και συναίσθημα.
-Ο τίτλος της έκθεσης, «Η εισβολή της αρχαιότητας», είναι εμπνευσμένος από τον Άμπι Βάρμπουργκ και το έργο του «Ο Άτλας της Μνήμης». Πώς συνδέεται η έκθεση με το έργο του; Ο Βάρμπουργκ πρότεινε κάτι με το οποίο η θεσμική ιστορία της τέχνης δεν αισθάνθηκε ποτέ εντελώς άνετα: Ότι οι εικόνες δεν υπακούουν στη χρονολογία. Οι αρχαίες εικαστικές μορφές —χειρονομίες θλίψης, έκστασης, τρόμου, αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε Pathosformeln, δηλαδή κάτι σαν φόρμουλες πάθους ή συναισθήματος— φέρουν ένα συναισθηματικό φορτίο που αρνείται να παραμείνει θαμμένο. Παραμένουν αδρανείς για αιώνες και στη συνέχεια εκρήγνυνται χωρίς προειδοποίηση στο παρόν. Το «Irruption of Antiquity» ήταν στην πραγματικότητα ο τίτλος που έδωσε ο Βάρμπουργκ σε ένα κεφάλαιο του μεγάλου, ημιτελούς «Άτλαντα της Μνημοσύνης» του — εκείνου του τεράστιου, χωρίς λέξεις εικονογραφικού χάρτη που συνέθετε όταν πέθανε το 1929, καρφώνοντας και ξανακαρφώνοντας εικόνες πάνω σε μαύρα υφασμάτινα πάνελ σε μεταβαλλόμενους αστερισμούς.
Ελεύθερα 28.6.2026