Η συμμετοχή έργου του Τουρκοκύπριου καλλιτέχνη Εμίν Τσιζενέλ στην έκθεση «A Slight Indisposition», που φιλοξενείται στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας (NiMAC), προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και πυροδότησε νέα συζήτηση γύρω από τα όρια της καλλιτεχνικής αυτονομίας.
Αφορμή αποτέλεσε ανακοίνωση του Κινήματος Οικολόγων, το οποίο εξέφρασε την αντίθεσή του στη συμμετοχή του καλλιτέχνη, υπενθυμίζοντας ότι ο Τσιζενέλ είναι ο δημιουργός της σημαίας που υιοθέτησε το κατοχικό καθεστώς. Στη συνέχεια θέση πήρε και η Δημοτική Ομάδα του ΔΗΣΥ Λευκωσίας, η οποία εξέφρασε τη διαφωνία της για τη φιλοξενία έργου του καλλιτέχνη στο NiMAC, χαρακτηρίζοντας την παρουσία του προβληματική.
Ακολούθησαν διευκρινίσεις τόσο από το NiMAC όσο και από τον Δήμαρχο Λευκωσίας, αλλά και από το Υφυπουργείο Πολιτισμού.
Στην ανακοίνωσή του, το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών διευκρινίζει ότι η έκθεση δεν αποτελεί ατομική παρουσίαση του Εμίν Τσιζενέλ, αλλά ομαδική έκθεση με τη συμμετοχή 16 Κυπρίων και ξένων καλλιτεχνών. Επισημαίνει ακόμη ότι το έργο του Τσιζενέλ «A Lost Moment» (2006) αποτελεί μέρος της Κρατικής Συλλογής Έργων Τέχνης, αγοράστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία περί το 2007 και παραχωρήθηκε στο NiMAC αποκλειστικά για τις ανάγκες της έκθεσης. Αποτελείται από ένα μεγάλων διαστάσεων σχέδιο σε χαρτί κι ένα βίντεο με ηχογραφημένη αυτοσχεδιαστική ερμηνεία στο φλάουτο από τον Κούντσι Εργκιουνέρ. Σύμφωνα με το NiMAC, τόσο ο καλλιτέχνης όσο και το συγκεκριμένο έργο έχουν παρουσιαστεί και στο παρελθόν σε εκθέσεις στις ελεύθερες περιοχές χωρίς να προκύψουν αντιδράσεις.

Το NiMAC τονίζει επίσης ότι, όπως συμβαίνει με τους πολιτιστικούς οργανισμούς διεθνώς, διαθέτει πλήρη καλλιτεχνική αυτονομία και ότι ούτε οι εκθέσεις ούτε τα επιμέρους έργα εγκρίνονται από το Δημοτικό Συμβούλιο. Ανακοινώνει, ωστόσο, ότι θα εξετάσει το θέμα σε συνεδρίαση των αρμόδιων οργάνων του.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και ο Δήμαρχος Λευκωσίας, ο οποίος ανέφερε ότι η έκθεση αποτελεί διοργάνωση του NiMAC και όχι του Δήμου, διευκρινίζοντας ότι ο Δήμος δεν είχε εμπλοκή στην επιμέλειά της και ότι, κατά κανόνα, το Δημοτικό Συμβούλιο δεν εγκρίνει τα έργα που παρουσιάζονται σε μουσεία και κέντρα τέχνης. Πρόσθεσε, πάντως, ότι το θέμα θα πρέπει να εξεταστεί από τη διοίκηση του NiMAC, λαμβάνοντας υπόψη και τους προβληματισμούς που διατυπώθηκαν δημόσια.
Ανακοίνωση εξέδωσε και το Υφυπουργείο Πολιτισμού, διευκρινίζοντας ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην οργάνωση, χρηματοδότηση ή επιμέλεια της έκθεσης. Υπενθυμίζει ότι το έργο του Τσιζενέλ αγοράστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία το 2007 και εντάχθηκε στην Κρατική Συλλογή Έργων Τέχνης, σημειώνοντας ότι η ένταξη ενός έργου στη συλλογή δεν συνιστά πολιτική επιδοκιμασία ή ταύτιση με τις θέσεις ή τις πράξεις του δημιουργού του.
Παράλληλα, σημειώνει ότι αναγνωρίζει τόσο την καλλιτεχνική ελευθερία των επιμελητών όσο και τις ευαισθησίες που υπάρχουν στην κυπριακή κοινωνία «ιδιαίτερα όταν ένα πρόσωπο φαίνεται να έχει συνδεθεί με σύμβολα του κατοχικού καθεστώτος». Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι «αναγνωρίζει την καλλιτεχνική ελευθερία των επιμελητών μιας έκθεσης χωρίς ασφαλώς να παραγνωρίζει την ιστορική μνήμη, την παράνομη τουρκική κατοχή και το πολιτικό βάρος τέτοιων συμβόλων».
Για την έκθεση
Η έκθεση «A Slight Indisposition», σε επιμέλεια της Τουρκοκύπριας ιστορικού τέχνης και επιμελήτριας Έσρα Πλουμέρ Μπαρντάκ, φιλοξενείται στο NiMAC από τις 26 Ιουνίου έως τις 26 Ιουλίου και διερευνά, μέσα από έργα σύγχρονης τέχνης, την έννοια της μεταμόρφωσης ως διαδικασία αλλαγής, προσαρμογής και επαναδιαπραγμάτευσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Συμμετέχουν συνολικά 16 καλλιτέχνες από την Κύπρο και το εξωτερικό. Από αυτούς, πέντε είναι Τουρκοκύπριοι (Εμίν Τσιζενέλ, Χασάν Ακσαϊγκίν, Σουμέρ Ερέκ, Ερόλ Κουτάι και Μπουράκ Κιμπάρ Ζαφέρ), ενώ συμμετέχουν επίσης Ελληνοκύπριοι δημιουργοί, καθώς και καλλιτέχνες από άλλες χώρες. Η έκθεση αποτελεί ομαδική παραγωγή και όχι ατομική παρουσίαση οποιουδήποτε δημιουργού.
Η υπόθεση ανέδειξε ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα που υπερβαίνει το πρόσωπο του Εμίν Τσιζενέλ. Οι επιμελητικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το εκάστοτε Δημοτικό Συμβούλιο, αλλά αποτελούν αρμοδιότητα του ίδιου του πολιτιστικού οργανισμού. Η συζήτηση που άνοιξε αφορά, συνεπώς, όχι μόνο τη συμμετοχή ενός συγκεκριμένου καλλιτέχνη, αλλά και το κατά πόσο οι καλλιτεχνικές επιλογές ενός μουσείου μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικών παρεμβάσεων, ζήτημα που άπτεται της αρχής της καλλιτεχνικής ανεξαρτησίας πάνω στην οποία βασίζεται η λειτουργία των δημόσιων μουσείων και κέντρων τέχνης.
Ποιος είναι ο Εμίν Τσιζενέλ
Ο Εμίν Τσιζενέλ γεννήθηκε στη Μαλιά της Λεμεσού. Σπούδασε ζωγραφική στην Κωνσταντινούπολη, συνέχισε τις σπουδές του στη Βιέννη και υπήρξε υπότροφος Fulbright στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει παρουσιάσει έργα του στην Κύπρο και στο εξωτερικό και θεωρείται μία από τις γνωστότερες μορφές της σύγχρονης τουρκοκυπριακής εικαστικής σκηνής.
Το όνομά του συνδέθηκε με την ιστορία του Κυπριακού όταν σχεδίασε τη σημαία που υιοθέτησε το κατοχικό καθεστώς, έπειτα από σχετικό διαγωνισμό. Η συγκεκριμένη σημαία εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από το ψευδοκράτος και αποτελεί ένα από τα πλέον φορτισμένα πολιτικά σύμβολα της κυπριακής πραγματικότητας.
Από τη δεκαετία του 1970 εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας καλλιτέχνης, έχοντας παρουσιάσει τη δουλειά του σε δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Έργα του έχουν εμφανιστεί σε διεθνείς και τοπικές εκθέσεις/μπιενάλε, σε χώρες όπως η Κύπρος, η Αγγλία, η Τουρκία, η Σουηδία, η Αυστρία, η Γαλλία, η Ελλάδα, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.