Η σκηνοθέτρια και παιδαγωγός μιλά στον «Φ» για την Εκάβη ως μια γυναίκα που δεν υποτάσσεται ακόμη και μέσα στην απόλυτη συντριβή και για τον πόλεμο, που πέρα από γεγονός είναι και τρόπος σκέψης.

Γεννημένη στο Προκόπιεβσκ της Σοβιετικής Ένωσης από Ουκρανούς γονείς, πέρασε την παιδική της ηλικία στη Σιβηρία. Ακολούθησε μουσικές σπουδές πριν στραφεί στο θέατρο και αποφοίτησε τελικά από το περίφημο Ανώτατο Ινστιτούτο GITIS της Μόσχας και εργάστηκε ως ηθοποιός στη Ρωσία. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στη Δυτική Ευρώπη για να χαράξει διεθνή πορεία ως σκηνοθέτρια και παιδαγωγός, κυρίως στη Γαλλία και τη Γερμανία, συνεργαζόμενη με σημαντικά θέατρα και ακαδημίες. Η διαδρομή της Τατιάνα Στεπαντσένκο- Μπόγκντανα, που σήμερα ζει στη Βόρεια Γαλλία, διατρέχει διαφορετικές γλώσσες, θεατρικές παραδόσεις και πολιτισμούς. Η πρώτη της συνεργασία με το Θέατρο του Ντάουγκαβπιλς της Λετονίας αποδείχθηκε ιδιαίτερα εύφορη, καθώς η «Εκάβη» αναδείχθηκε από τη λετονική θεατρική κριτική ως η καλύτερη παράσταση στη χώρα το 2025 και ήδη ακολουθεί διεθνή πορεία με σταθμό και την Κύπρο, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος. Πέρα από τη σύγχρονη ανάγνωση του ευριπίδειου έργου, η πρόταση ξεχωρίζει για την επιλογή της λατγαλικής, μιας ευάλωτης τοπικής γλώσσας της ανατολικής Λετονίας, που για την ίδια αποτελεί μια συναρπαστική κατάδυση στο άγνωστο.

Πώς προσεγγίσατε την πολυπλοκότητα της Εκάβης χωρίς να τη μετατρέψετε σε σύμβολο ή σε ηρωική φιγούρα; Δεν μ’ ενδιαφέρει να μετατρέπω τους ανθρώπους σε σύμβολα ή αφηρημένους χαρακτήρες στη σκηνή. Μπορώ να χρησιμοποιήσω ένα σύμβολο, αλλά δεν μου αρέσουν οι επιφανειακές ή προσχηματικές κατασκευές. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος σε όλες του τις εκφάνσεις: η ανθρώπινη φύση, η μοναδικότητα κάθε ατόμου και τα όριά του. Με λίγα λόγια, μέσα από τη δουλειά μου μελετώ τη ζωή και τον ίδιο μου τον εαυτό.

Τι είναι αυτό που τελικά απομένει στην Εκάβη όταν έχουν χαθεί η εξουσία, η οικογένεια, η πατρίδα και η πίστη στη δικαιοσύνη; Η Εκάβη έχει χάσει τα πάντα. Το μόνο που της απομένει είναι η σκλαβιά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υποτάσσεται. Παραμένει μια γυναίκα της δράσης, μια γυναίκα που παίρνει την τύχη της στα χέρια της. Για μένα, δούλος είναι εκείνος που δεν κάνει τίποτα.

Ο Ευριπίδης δεν προστατεύει την Εκάβη από τις σκοτεινότερες πλευρές της. Ξεκινά ως το απόλυτο θύμα του πολέμου και καταλήγει να διαπράττει η ίδια μια ακραία πράξη βίας. Τι αποκαλύπτει η ηρωίδα για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής; Η απάντηση βρίσκεται ήδη στην ίδια την ερώτησή σας. Ο άνθρωπος δεν είναι άγγελος. Μέσα του συνυπάρχουν το φως και το σκοτάδι, η φωτεινή μέρα και η νύχτα της απόγνωσης. Ο Ευριπίδης δεν εξιδανικεύει τον άνθρωπο. Μελέτησε τη σύνθετη ανθρώπινη φύση όπως ακριβώς είναι.

Η βία στο έργο αυτό δεν τελειώνει με τον πόλεμο, αλλά συνεχίζεται και μετά τη λήξη του. Τι σας λέει η διάσταση της μεταπολεμικής βίας για τον κόσμο του Ευριπίδη και τον δικό μας; Ο πόλεμος παύει να είναι ένα ιστορικό γεγονός και μετατρέπεται σε τρόπο σκέψης. Όταν η βαρβαρότητα, οι μάχες και οι φόνοι έχουν πια τελειώσει, τι απομένει; Καμένα τοπία, βασανισμένες ψυχές και τα ερείπια φρικτών αναμνήσεων. Ο πόλεμος ποτέ δεν ξεχνιέται· ο άνθρωπος τον κουβαλά μέχρι τον θάνατό του. Υπάρχουν άραγε στ’ αλήθεια νικητές και ηττημένοι; Ο Ευριπίδης μάς υπενθυμίζει πως δεν υπάρχουν. Οι Έλληνες έχουν πυρπολήσει, έχουν καταστρέψει ολοσχερώς τη σπουδαία πόλη και επιστρέφουν με την αίσθηση του θριάμβου, χωρίς ακόμη να γνωρίζουν ότι οι ίδιοι οι θεοί, εξοργισμένοι από τις πράξεις τους, έχουν αποφασίσει να τους υπενθυμίσουν τη θνητότητά τους και να τους τιμωρήσουν. Στον δρόμο της επιστροφής, σχεδόν όλοι θα χαθούν.

Τι εκπροσωπεί για εσάς η συλλογική φωνή του Χορού μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει; Η πραγματική τραγωδία της Τροίας είναι η ολοκληρωτική κατάρρευση του κόσμου της Εκάβης και των Τρωάδων. Πρόκειται για μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Οι ελεύθερες γυναίκες της Τροίας μετατρέπονται σε δούλες, χωρίς κανένα δικαίωμα, ούτε καν το δικαίωμα στη συμπόνια. Εν καιρώ πολέμου, κάθε ίχνος συμπόνιας προς τον εχθρό εκλαμβάνεται ως προδοσία απέναντι στους δικούς σου, σαν να τη στερείς απ’ αυτούς. Η συμπόνια είναι ένας πολύτιμος πόρος. Την προσφέρεις είτε στον ένα, είτε στον άλλο. «Εξολοθρεύστε τους απίστους»: αυτή είναι η ηθική του ισχυρού. Ο Ευριπίδης δομεί το έργο του με τέτοιο τρόπο ώστε να ακροαστούμε τον πόνο των υπόδουλων γυναικών, των πιο ασήμαντων και ανίσχυρων μορφών της κοινωνίας. Για την εποχή του, αυτό ήταν απίστευτα τολμηρό και ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Επιπλέον, ενισχύει τον ρόλο του Χορού στην τραγωδία. Ο Χορός δεν είναι πλέον ουδέτερος παρατηρητής. Δεν είναι βορά για τα κανόνια, ούτε ένα βουβό πλήθος. Είναι σύζυγοι, μητέρες, αδελφές και κόρες. Στο δεύτερο μέρος του έργου, ο Χορός των Τρωάδων τάσσεται ολοκληρωτικά στο πλευρό της Εκάβης και γίνεται συμμέτοχος στο σχέδιό της.

Τι αλλάζει στην Εκάβη όταν ακούγεται στα λατγαλικά; Μπορεί μια ευάλωτη γλώσσα να αποκαλύψει διαστάσεις ενός κλασικού κειμένου που παραμένουν αόρατες όταν αυτό ακούγεται σε μια κυρίαρχη γλώσσα; Η λατγαλική γλώσσα διαθέτει μια μοναδική μουσικότητα. Για να τη διαπεράσω και να φτάσω στο νόημά της χρειάστηκε να διαβώ μέσα από μια απαιτητική διαδικασία, όμως αυτό με δυνάμωσε, με έκανε πιο διαισθητική και με βοήθησε να εστιάζω περισσότερο σε όσα πραγματικά κάνει ο ηθοποιός πάνω στη σκηνή- πέρα από την εκφορά του κειμένου. Η ιδιαιτερότητα της γλώσσας οξύνει τη δραματική ένταση και τη σκηνική δράση και οδηγεί τον ηθοποιό σε βαθύτερη ταύτιση με το υλικό και τον ρόλο. Αυτό λειτουργεί προς όφελος της παράστασης.

Στιγμιότυπο από την παραγωγή Εκάβη. Φωτ. © Γκάτις Τιμοφέγεβς

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι σήμερα στη Λετονία να παράγεται θέατρο στη λατγαλική γλώσσα; Δεν μπορώ να πω ότι είναι εύκολο. Το να δουλεύεις σε μια ξένη γλώσσα είναι πολύ πιο απαιτητικό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο δημιουργικό. Εργάζομαι σε πολλές γλώσσες και με τον καιρό έχω αναπτύξει -πώς να το θέσω;- έναν τρόπο να καταδύομαι στο άγνωστο. Είναι σαν να βουτάς στον ωκεανό με την απολύτως υπολογισμένη ποσότητα αέρα. Σε αντάλλαγμα, όμως, όταν αναδυθείς οι πνεύμονές σου δυναμώνουν και νιώθεις πιο δυνατός. Μ’ ενδιαφέρει η διεύρυνση των νοητικών ορίων, όχι των γεωγραφικών.

Η Κύπρος διαθέτει επίσης μια ζωντανή γλωσσική παράδοση, με την κυπριακή διάλεκτο να συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα ταυτότητας. Διακρίνετε κοινά σημεία ανάμεσα στη λατγαλική εμπειρία και σε άλλες περιφερειακές γλωσσικές κοινότητες της Ευρώπης; Γι’ αυτό ακριβώς ερχόμαστε στην Κύπρο!

Ελεύθερα, 5.7.2026