Ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα που αναμένεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο κατά τους ύστερους κλασικούς χρόνους έφερε στο φως η Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας, με τον εντοπισμό αρχαίου ναυαγίου στη θαλάσσια περιοχή της Άνδρου.
Το ναυάγιο εντοπίστηκε έπειτα από υπόδειξη ιδιώτη, σε βάθος 39 έως 44 μέτρων και διατηρεί μεγάλο μέρος του φορτίου του, το οποίο αποτελείται από περίπου 600 έως 650 εμπορικούς οξυπύθμενους αμφορείς. Η πυκνότητα και η κατάσταση διατήρησης του φορτίου καθιστούν το εύρημα ιδιαίτερα σημαντικό για τη μελέτη των εμπορικών δικτύων της εποχής.
Κατά την αυτοψία διαπιστώθηκε η παρουσία τουλάχιστον τριών διαφορετικών τύπων αμφορέων: από τη Μένδη της Χαλκιδικής, την Πεπάρηθο (τη σημερινή Σκόπελο) και του τύπου Solokha 2, στοιχείο που υποδηλώνει σύνθετο εμπορικό φορτίο και ευρύτερα δίκτυα διακίνησης προϊόντων. Για τις ανάγκες της έρευνας ανελκύστηκε δειγματοληπτικά ένας αμφορέας από κάθε τύπο.

Στον χώρο του ναυαγίου εντοπίστηκαν επίσης τμήμα μολύβδινου στύπου άγκυρας, καθώς και λίθοι που πιθανότατα αποτελούσαν μέρος του έρματος του πλοίου. Η προκαταρκτική χρονολόγηση του συνόλου τοποθετεί το ναυάγιο στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., μια περίοδο κατά την οποία οι θαλάσσιες εμπορικές ανταλλαγές στο Αιγαίο γνώριζαν ιδιαίτερη ανάπτυξη.
Σύμφωνα με την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων, η περαιτέρω ανασκαφική και επιστημονική μελέτη αναμένεται να δώσει πολύτιμες πληροφορίες τόσο για την προέλευση του πλοίου και του φορτίου του όσο και για τις εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν τα μεγάλα κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγαθών της εποχής.
Η αυτοψία πραγματοποιήθηκε από κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, αποτελούμενο από τον καταδυόμενο αρχαιολόγο Διονύσιο Ευαγγελιστή, τον καταδυόμενο συντηρητή αρχαιοτήτων Άγγελο Τσομπανίδη και τον τεχνικό βυθού Λουί Μερσενιέ.
