Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η Κύπριο-Καναδή ηθοποιός μιλά για τα παιδικά της χρόνια στην Κύπρο, τη ζωή στον Καναδά, το Crew Girl και το Yellowjackets, αλλά και για το πόσο σημαντικό είναι να θυμάται από πού ξεκίνησε

Η Όλγα Πέτσα χτίζει σταθερά τη δική της πορεία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, χωρίς να χάνει τη σύνδεσή της με την Κύπρο, όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής της.

Γεννημένη στη Λευκωσία, μετακόμισε στον Καναδά λίγο πριν κλείσει τα δέκα και λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να δίνει επαγγελματικές οντισιόν. Σήμερα, στα 20 της, έχει ήδη εμφανιστεί σε ταινίες όπως το «I Used to Be Funny» και το «Mixtape» του Netflix, ενώ πιο πρόσφατα εντάχθηκε στο καστ της σειράς «Crew Girl», στον ρόλο της Juliet Morny. Η πορεία της συνεχίζεται με νέες δουλειές.

Η Πέτσα θα εμφανιστεί επίσης στην τέταρτη και τελευταία σεζόν του «Yellowjackets» της Paramount, καθώς και στην επερχόμενη ταινία του Netflix «The Mosquito Bowl». Μιλώντας στον Φ, η νεαρή ηθοποιός αναφέρεται στα πρώτα της βήματα, στη μετάβαση από την Κύπρο στον Καναδά, στους χαρακτήρες που υποδύεται και στη σχέση που εξακολουθεί να διατηρεί με τον τόπο όπου γεννήθηκε.

-Ποια ήταν η επαφή σου με την υποκριτική στην Κύπρο και πως ξεκίνησες; Στην πραγματικότητα, δεν ξεκίνησα στην Κύπρο. Έκανα μικρές παραστάσεις στο σχολείο, αλλά δεν το είχα σκεφτεί ιδιαίτερα. Άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο με την υποκριτική όταν μετακομίσαμε εδώ, γιατί τότε συνειδητοποίησα ότι, αυτό είναι κάτι που μπορώ να κάνω. Η Κύπρος είναι τόσο μικρή που δεν σου περνά εύκολα από το μυαλό ότι υπάρχουν τόσες επαγγελματικές δυνατότητες στον χώρο. Ο Καναδάς ήταν ουσιαστικά η αφετηρία. Ξαφνικά κατάλαβα ότι υπάρχει κόσμος που το κάνει επαγγελματικά, ότι υπάρχει ολόκληρη σκηνή γύρω από αυτό και ότι στην περιοχή όπου ζω γίνονται πολλά γυρίσματα. Έτσι ξεκίνησα.

-Παρατήρησες πολιτισμικές διαφορές όταν μετακόμισες; Ναι. Αν μιλήσουμε για τους ανθρώπους, και θα αναφερθώ στην Κύπρο γιατί αυτή γνωρίζω καλύτερα, οι άνθρωποι εκεί είναι πολύ πιο εκδηλωτικοί, πιο έντονοι, με την καλή έννοια. Εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο ήσυχα και το περιβάλλον πιο πολυπολιτισμικό. Η μεγαλύτερη διαφορά, όμως, ήταν ότι δεν είχα πια την οικογένειά μου τόσο κοντά, γιατί οι περισσότεροι συγγενείς μου εξακολουθούν να βρίσκονται στην Κύπρο. Έχω εδώ τους γονείς μου, τον αδελφό μου και τα σκυλιά μας — το ένα ήρθε μαζί μας από την Κύπρο. Αλλά δεν μπορούσα πια, για παράδειγμα, να πάω με τα πόδια μέχρι το σπίτι της γιαγιάς μου. Θυμάμαι ότι ήμασταν στο αεροπλάνο και γύρισα στη μαμά μου και της είπα ότι ήμουν ενθουσιασμένη. Και ήμουν, και είμαι πολύ χαρούμενη που μετακομίσαμε. Αλλά κάποιες φορές σκέφτεσαι: «Μεγάλωσα στην άλλη άκρη του κόσμου. Είναι τρελό που βρισκόμαστε εδώ».

-Πώς μπήκες επαγγελματικά στην υποκριτική; Περίπου έναν χρόνο αφού μετακομίσαμε, μπήκα σε ένα πρόγραμμα που είχε ουσιαστικά τρία στάδια. Περνούσες τα δύο πρώτα στο Βανκούβερ και μετά μπορούσες να πας στη Φλόριντα και να παίξεις μπροστά σε πολλούς ατζέντηδες. Το έκανα και από εκεί βρήκα τον πρώτο μου ατζέντη. Αργότερα έφτιαξα ένα μικρό showreel, άρχισα να στέλνω τη δουλειά μου και βρήκα τον ατζέντη που έχω σήμερα, με τον οποίο είμαι πάρα πολύ χαρούμενη. Κάπως έτσι άρχισαν όλα. Αν το σκεφτώ, όμως, ήταν και τα μικρά μαθήματα που έκανα εδώ κι εκεί που με έκαναν να αγαπήσω πραγματικά την υποκριτική.

-Τι απολαμβάνεις περισσότερο στην υποκριτική; Μου αρέσει να βλέπω μέχρι πού μπορώ να φτάσω. Όλη η ουσία είναι ότι, κατά κάποιον τρόπο, γίνεσαι ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Είναι σαν να χάνεσαι για λίγο, να περνάς σε μια άλλη προσωπικότητα και μετά να επιστρέφεις. Έχει ενδιαφέρον να βλέπεις πόσο μπορείς να το τραβήξεις.

-Ο χαρακτήρας σου στο «Crew Girl» ήταν αρκετά ιδιαίτερος. Ναι, εντελώς. Πολύ διαφορετικός από εμένα, αλλά ταυτόχρονα όχι και τόσο. Υπάρχουν στοιχεία του χαρακτήρα της που μπορώ να βρω και σε μένα, να τα τονίσω και να τα ζωντανέψω.

-Πώς έχτισες τον χαρακτήρα της Juliet; Θυμάμαι ότι η πρώτη μου οντισιόν ήταν πολύ διαφορετική, ως προς την περιγραφή του χαρακτήρα, από όσα μου έδωσαν αργότερα στις επόμενες οντισιόν. Στην πορεία άρχισαν να δίνουν στον χαρακτήρα μια πιο σκοτεινή χροιά — δεν θα την έλεγα ακριβώς emo, αλλά υπήρχε περισσότερη εσωτερική ένταση. Εγώ ήθελα να την κάνω πιο σαρκαστική, άμεση και ωμή. Η εικόνα που βγάζει προς τα έξω είναι πολύ διαφορετική από την προσωπικότητά της. Αυτό μου έδωσε χώρο να της δώσω και λίγο περισσότερο νεύρο, παρότι παραμένει πολύ κοφτή και μονότονη στον τρόπο που μιλά. Με έναν τρόπο, μου έδινε την ελευθερία να είμαι όποια ήθελα.

-Είχε και κάτι αρκετά ευρωπαϊκό. Ναι. Στην πρώτη οντισιόν μού είχαν πει να δοκιμάσω όποια προφορά ήθελα, αρκεί να μην είναι βρετανική. Δοκίμασα κάτι ανάμεσα σε κυπριακή και σερβική προφορά, κάτι λίγο πιο βαρύ. Έχει πλάκα γιατί μιλάω άπταιστα ελληνικά και, όταν μιλάω με την οικογένειά μου, πηγαίνουμε συνεχώς από τα ελληνικά στα αγγλικά. Αν με ακούσεις τότε να μιλάω αγγλικά, βγαίνει πολύ έντονα η ελληνική μου προφορά, κάτι που μου αρέσει. Είναι κομμάτι του ποια είμαι. Στην πορεία μού είπαν να το κάνω λίγο πιο αμερικάνικο, αλλά να αφήσω τον εαυτό μου να μιλά όπως μιλάει φυσικά. Μου έχουν πει ότι ακούγεται λίγο η προφορά μου, οπότε απλώς μίλησα όπως μιλάω. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, η μητέρα της Juliet είναι Γαλλίδα. Θα δούμε πού θα οδηγήσει αυτό.

-Πόσο συχνά μιλάτε ελληνικά στο σπίτι; Κάθε μέρα. Η μαμά μου είναι Σέρβα, αλλά όλοι μας μιλάμε ελληνικά μεταξύ μας.

-Υπάρχει κάποια ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια στην Κύπρο που ξεχωρίζει; Ναι, οι βόλτες. Υπήρχε αυτό το μέρος — το «Γραμμικό» [Γραμμικό Πάρκο Πεδιαίου], νομίζω έτσι το λέγαμε. Ήταν σαν πάρκο, μια εύκολη διαδρομή μέσα στα δέντρα. Θυμάμαι ότι κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε βόλτα με τον μπαμπά μου και τον σκύλο μας, που τότε ήταν κουτάβι. Ο στόχος μας ήταν πάντα να φτάσουμε σε κάποια παγκάκια, σε ένα σημείο σαν μικρό πάρκο. Παίρναμε τυρόπιτες και διάφορα άλλα πράγματα να φάμε, καθόμασταν λίγο εκεί και μετά γυρίζαμε πίσω. Άκουγες τα πουλιά και υπήρχε κι ένα μικρό ποταμάκι κοντά. Αυτή είναι πάντα η εικόνα στην οποία επιστρέφω. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφα.

-Βρήκες ομοιότητες ανάμεσα στην Κύπρο και στα μέρη όπου γυρίστηκε το «Crew Girl»; Ναι, και μάλιστα αρκετές φορές έλεγα: «Αυτό θυμίζει πολύ Κύπρο». Όχι μόνο στα σημεία όπου κάναμε γυρίσματα, αλλά και σε μέρη όπου μέναμε ή απλώς πηγαίναμε βόλτα. Ήταν το νερό, τα δέντρα, η ζέστη. Το χορτάρι είχε ξεραθεί, όπως σ’ ένα συνηθισμένο ελληνικό καλοκαίρι. Μου φαινόταν πολύ οικείο.

-Έχεις επιστρέψει στην Κύπρο από τότε; Ήρθα το 2019 για να δω όλους τους συγγενείς και μετά ήρθε η πανδημία. Δυστυχώς, δεν έχω επιστρέψει από τότε, αλλά ελπίζω να γίνει σύντομα.

-Συνάντησες δυσκολίες με τη γλώσσα όταν μετακόμισες; Ήξερα τα βασικά για να μπορώ να συνεννοηθώ, αλλά μετακόμισα σε μια ηλικία που μπορούσα ακόμη να μάθω μια καινούργια γλώσσα πολύ γρήγορα. Το σχολείο βοήθησε πάρα πολύ, γιατί άκουγα συνεχώς τους άλλους γύρω μου να μιλούν. Τα αγγλικά, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι τόσο δύσκολη γλώσσα όσο λένε κάποιοι. Μου φαίνονται αρκετά απλά, ειδικά σε σύγκριση με τα ελληνικά. Με βοηθούσε επίσης το γεγονός ότι πολλές αγγλικές λέξεις έχουν ελληνική ρίζα. Στα μαθηματικά ή στις επιστήμες, για παράδειγμα, υπήρχαν λέξεις ή γράμματα που ήδη γνώριζα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκε χρόνος.

Πώς είναι μέχρι τώρα η εμπειρία σου από τον χώρο της υποκριτικής στον Καναδά;

Έχει πάρα πολλή δουλειά εδώ. Σχεδόν ένας στους δύο ανθρώπους που γνωρίζεις ασχολείται με κάποιον τρόπο με τον χώρο, είτε μπροστά είτε πίσω από την κάμερα. Το Βανκούβερ είναι πολύ καλό μέρος για να ξεκινήσει κάποιος, γιατί γίνονται πάρα πολλά γυρίσματα εδώ, είτε πρόκειται για αμερικανικές παραγωγές είτε για παραγωγές από άλλες περιοχές του Καναδά. Και επειδή τόσοι άνθρωποι γύρω σου εμπλέκονται σε μια παραγωγή με διαφορετικό τρόπο, καταλαβαίνεις ότι κάθε δουλειά στο σετ έχει τη σημασία της. Είναι πολύ ενδιαφέρον να μιλάς με τον καθένα και να βλέπεις πώς λειτουργούν όλα.

-Πόσο χρονών ήσουν όταν άρχισες να δίνεις οντισιόν πιο σοβαρά; Περίπου 13 ή 14. Χρειάστηκαν μερικά χρόνια μέχρι να κλείσω την πρώτη μου επαγγελματική δουλειά. Έκανα κάποιες φοιτητικές ταινίες, που με βοήθησαν πολύ γιατί είδα από κοντά πώς λειτουργεί ένα γύρισμα και τι εξοπλισμός χρησιμοποιείται σε μια κανονική παραγωγή. Νομίζω ότι χρειάστηκαν τρία ή τέσσερα χρόνια μέχρι να έχω την πρώτη μου επαγγελματική συμμετοχή. Αυτό δείχνει ότι μερικές φορές χρειάζεται χρόνος. Αλλά ο χρόνος έτσι κι αλλιώς θα περάσει, οπότε αξίζει να προσπαθήσεις.

-Έχεις παίξει ποτέ έναν χαρακτήρα που να μοιάζει πολύ με εσένα; Σχεδόν κάθε χαρακτήρας που έχω παίξει είχε πολύ διαφορετική εμφάνιση από τη δική μου. Τους αρέσει να μου κάνουν ιδιαίτερα χτενίσματα και μακιγιάζ, και τα ρούχα είναι συνήθως αρκετά τολμηρά. Στο τέλος της ημέρας, όμως, είναι πολύ σημαντικό για μένα να βρίσκω σε κάθε χαρακτήρα ένα κομμάτι του εαυτού μου, ένα στοιχείο που μπορώ να ενισχύσω αν χρειάζεται. Μπορεί εξωτερικά να διαφέρουμε πολύ, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει ένα μικρό κομμάτι μου σε κάθε χαρακτήρα που έχω παίξει. Και έχει ενδιαφέρον να ανακαλύπτεις πού ακριβώς βρίσκεται αυτό.

-Πώς ήταν για σένα τα τόσο ιδιαίτερα ρούχα της Juliet; Στην αρχή είχα πολύ άγχος, γιατί ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά που φοράω εγώ. Μπαίνεις σε ένα σετ όπου όλοι οι άλλοι είναι συνήθως ντυμένοι πολύ απλά και εγώ πήγαινα και σκεφτόμουν: «Θεέ μου, όλοι με κοιτάζουν». Μετά κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν έδινε σημασία· ήταν μόνο στο μυαλό μου. Οπότε μπήκα στον ρόλο και είπα: «Εντάξει, είμαι η Juliet. Έχω την αυτοπεποίθησή της. Φοράω αυτά που φοράω γιατί είμαι αυτή που είμαι». Και μετά: «Σταμάτα, Όλγα, και απλώς διασκέδασέ το».

Τα μαλλιά της είχαν κάποιον συμβολισμό; Νομίζω ότι τα πάντα πάνω της — τα μαλλιά, το μακιγιάζ, τα ρούχα — συμβόλιζαν την ελευθερία και την αυτοέκφραση, ιδίως επειδή αυτή η ελευθερία δεν ήταν κάτι που ένιωθε ότι της προσέφεραν οι άνθρωποι από τους οποίους θα το περίμενε. Ήταν ο δικός της τρόπος να είναι απόλυτα ο εαυτός της, χωρίς να απολογείται γι’ αυτό. Κάθε μέρα είχα μια ιδέα για το τι θα φορούσα, αλλά τα μαλλιά και το μακιγιάζ ήταν κάθε μέρα και μια νέα ανακάλυψη. Αυτό με βοηθούσε να μπαίνω στο μυαλό της Juliet και να σκέφτομαι τι θα ήθελε να κάνει εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα.

-Πώς ήταν η εμπειρία σου στα γυρίσματα του «Yellowjackets»; Ήταν ένα τεράστιο σετ, με πολύ κόσμο και ανθρώπους με τους οποίους χάρηκα πραγματικά που συνεργάστηκα. Τις ημέρες που δούλευα υπήρχαν πολλοί κομπάρσοι, πολλά μέλη του καστ και τεράστιο συνεργείο. Ήταν ενδιαφέρον να ζήσω από κοντά τους γρήγορους ρυθμούς μιας τηλεοπτικής σειράς αυτού του μεγέθους, γιατί μέχρι τότε σχεδόν όλες οι παραγωγές στις οποίες είχα δουλέψει ήταν ταινίες και οι περισσότερες ανεξάρτητες. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο μεγαλύτερη είναι μια τέτοια παραγωγή.

-Τι διαφορές είδες ανάμεσα στο «Yellowjackets», στις άλλες ταινίες που είχες κάνει και στο «Crew Girl»; Τι σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση; Το «Crew Girl» έχει πολύ γρήγορο ρυθμό και απευθύνεται ξεκάθαρα σε νεανικό κοινό. Συμβαίνουν συνεχώς πράγματα — έρωτες, φιλίες, απογοητεύσεις, όλα αυτά. Το «Yellowjackets» κινείται σε πολύ πιο αργό ρυθμό. Βρίσκεται ήδη στην τέταρτη σεζόν, άρα οι χαρακτήρες έχουν προλάβει να αναπτυχθούν και το κοινό γνωρίζει πλέον πολύ καλά ποιος είναι ο καθένας. Αυτό σου επιτρέπει να δώσεις λίγο περισσότερο χρόνο σε μια αντίδραση μέσα στη σκηνή, κάτι που μου θύμισε περισσότερο τις ανεξάρτητες ταινίες που έχω κάνει. Είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος να μένεις παρούσα σε μια σκηνή ή σε μια στιγμή. Από αυτή την άποψη, το «Yellowjackets» έμοιαζε περισσότερο με τις ταινίες που είχα κάνει παρά με το «Crew Girl».

-Στο «Crew Girl», η ιστορία της Juliet έμεινε σε δραματικό φινάλε που αφορά τη μητέρα της. Πιστεύεις ότι στη δεύτερη σεζόν θα μπορούσαν να εξερευνηθούν περισσότερο οι ευρωπαϊκές της ρίζες; Νομίζω πως ναι, και το ελπίζω. Θα ήταν πολύ ωραίο. Πιστεύω ότι θα είχα πολλά να συνεισφέρω σε αυτή την πλευρά του χαρακτήρα και ελπίζω να μπορέσω να το συζητήσω με την παραγωγή και να δούμε πού θα μπορούσε να οδηγήσει. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον.

-Τι ακολουθεί για σένα επαγγελματικά; Συμμετείχα σε μια ταινία που λέγεται «The Mosquito Bowl» και θα κυκλοφορήσει στο Netflix. Κατά τα άλλα, συνεχίζω τις οντισιόν, κάνω τη δουλειά μου και βλέπω πού θα οδηγήσει όλο αυτό. Και φυσικά ελπίζω σε δεύτερη σεζόν. Μακάρι.

-Πώς νιώθεις που, όσο προχωρά η καριέρα σου, έχεις την ευκαιρία να αναδεικνύεις και την κυπριακή σου καταγωγή; Είναι πολύ γλυκό που το ακούω αυτό. Και μόνο που έχω αυτή την ευκαιρία είναι κάτι πολύ όμορφο. Ακόμη και όταν πήρα το email για αυτή τη συνέντευξη, σκέφτηκα: «Α, αυτό είναι πραγματικά συναρπαστικό». Ξέρω ποια είμαι και μου αρέσει να θυμάμαι από πού ξεκίνησα. Αγαπώ την οικογένειά μου και χαίρομαι που μπορούν να βλέπουν τη δουλειά μου και στην Κύπρο. Είναι πραγματικά πολύ όμορφο. Και μόνο που το σκέφτομαι, δεν μπορώ να σταματήσω να χαμογελάω.

Ελεύθερα/ en.philenews, 27.09.2026