Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟ αρχιτέκτονας Γιάννης Αγησιλάου διερευνά τι χαρακτηρίζει τα έργα που μας εντυπωσιάζουν και μας συγκινούν, ποιες ικανότητες συγκροτούν τη σκέψη ενός ταλαντούχου αρχιτέκτονα και κατά πόσο η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αντικαταστήσει αυτή τη δημιουργική διαδικασία.
Κατά καιρούς με απασχολεί η σκέψη τι θα μπορούσε να σημαίνει «αρχιτεκτονική νοημοσύνη», αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε έναν τέτοιο όρο για τους αρχιτέκτονες εκείνους –σημερινούς και παλαιότερους– των οποίων τα έργα μας «εντυπωσιάζουν».
Και εδώ η λέξη χρησιμοποιείται με την ευρύτερη έννοια, για τα έργα εκείνα που θα θέλαμε να γνωρίσουμε καλύτερα και να επικοινωνήσουμε μαζί τους· δηλαδή, για τα έργα που μας συν-κινούν, όχι με όρους απλής αισθητικής, αλλά υπό την έννοια ενός ολοκληρωμένου αρχιτεκτονικού έργου, που η επαφή μας με αυτό ξυπνά μέσα μας μνήμες και βιώματα –προσωπικά αλλά και πανανθρώπινα–, που έχουν να κάνουν με τη φύση μας ως βιολογικά, ψυχολογικά και πνευματικά όντα.
Μιλάμε για «νοημοσύνη» και συνήθως εννοούμε τη λογικο-μαθηματική νοημοσύνη, ή αυτό που αποκαλούμε με τα αρχικά IQ (Intelligence Quotient).

Σήμερα, βέβαια, γίνεται λόγος και για «πολλαπλή νοημοσύνη», έτσι που να μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικά ήδη ή μορφές, όπως είναι η συναισθηματική νοημοσύνη, η γλωσσική νοημοσύνη, η χωροταξική, η σωματο-κιναισθητική κ.α.
Στην αρχιτεκτονική, τι είδους στοιχεία είναι τα πρωτεύοντα για έναν αρχιτέκτονα-δημιουργό, του οποίου το έργο μας συγκινεί και μας συνεπαίρνει; Πώς θα μπορούσε να περιγράψει κάποιος την «αρχιτεκτονική νοημοσύνη»;
Ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη
Προτού επιχειρήσω ν’ απαντήσω στο πιο πάνω ερώτημα, θα ήταν ίσως χρήσιμο να υπενθυμίσω ότι η αρχιτεκτονική είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα ή ένας τομέας που βρίσκεται μεταξύ τέχνης και επιστήμης. Ένα αρχιτεκτονικό έργο είναι τεχνικό έργο, το οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται σε μαθηματικές και τεχνικές απαιτήσεις, μαθηματικούς νόμους και νόμους της δομοφυσικής επιστήμης, αλλά ταυτόχρονα είναι και έργο με υψηλές καλλιτεχνικές απαιτήσεις όχι μικρότερες από εκείνες της τέχνης ενός ζωγράφου, ενός γλύπτη, ενός ποιητή. Είναι και πνευματικό έργο, ως απόλυτη προϋπόθεση για ένα οποιοδήποτε σημαντικό έργο τέχνης.
Η αρχιτεκτονική είναι λοιπόν έργο τεχνικό και έργο καλλιτεχνικό. Είναι τέχνη αλλά ανήκει και στον χώρο της επιστήμης. Και αυτή η ιδιότητα της αρχιτεκτονικής είναι που της προσδίδει την πρόσθετη δυσκολία· να είναι έργο τέχνης στον υπέρτατο βαθμό, αλλά και έργο που γεννιέται και πλάθεται και μπορεί να υπάρξει μέσα από όρους της επιστημονικής σκέψης, της ακρίβειας και της ανάλυσης.
Ο αρχιτέκτονας ανήκει και στους δύο αυτούς χώρους. Απόλυτα. Είναι καλλιτέχνης (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτός ο όρος), είναι και επιστήμονας. Και όχι λίγο καλλιτέχνης και λίγο επιστήμονας. Διαφορετικά, σε αυτή την τελευταία περίπτωση, θα είναι «λίγο αρχιτέκτονας».
Και μετά από αυτή την υπενθύμιση, επανέρχομαι στο ερώτημα: Τι θα μπορούσε να σημαίνει «αρχιτεκτονική νοημοσύνη»;
Σκέψη, γλώσσα και αρχιτεκτονικός σχεδιασμός
Κάθε επιστήμη και κάθε τέχνη έχει την ορολογία της. Ειδικούς όρους που βοηθούν στη συνεννόηση μεταξύ των ομοτέχνων, αλλά και ευρύτερα. Και για κάθε ξεχωριστή επιστήμη ή τέχνη, κάθε επαγγελματίας χρησιμοποιεί κάποιους όρους που διατυπώνουν με μεγαλύτερη ακρίβεια και ανάλυση όλα όσα χρειάζονται ή απαιτούνται όχι μόνο για να συνεννοείται και να επικοινωνεί με τους ομότεχνούς του, αλλά και για να μπορεί να σκέφτεται περισσότερο αναλυτικά, σε μεγαλύτερο βάθος και με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Κατά μία άποψη αρκετά διαδεδομένη, τα όρια της γλώσσας μου είναι και τα όρια του κόσμου μου. Ή η γλώσσα καθορίζει τα όρια της σκέψης.
Ισχύει άραγε αυτό για την αρχιτεκτονική δημιουργική διαδικασία; Οι λέξεις και η γλώσσα ως εννοιολογικά εργαλεία βοηθούν τη δημιουργική ικανότητα του αρχιτέκτονα; Ή, όταν αυτός βρίσκεται πάνω στο σχεδιαστήριο μ’ ένα μολύβι κι ένα χαρτί και το χέρι τραβά γραμμές, πώς σκέφτεται; Πόση σημασία έχουν οι λέξεις, οι όροι, η γλώσσα σε αυτή τη διαδικασία;…
Κατά τον Στίβεν Πίνκερ (Steven Pinker), Αμερικανό ψυχολόγο και μελετητή της γλώσσας, «η ιδέα ότι η σκέψη είναι το ίδιο και το αυτό με τη γλώσσα αποτελεί παράδειγμα αυτού που μπορεί να ονομαστεί παραλογισμός κατά σύμβαση» [1]. Με άλλα λόγια, για τον ίδιο, άλλο γλώσσα (λέξεις) και άλλο σκέψη (νόηση)· ή, πιο σωστά, γλώσσα και σκέψη δεν ταυτίζονται.
Για έναν αρχιτέκτονα είναι πολύ εύκολα κατανοητά τα όσα θέλει να πει ο Πίνκερ, καθότι του είναι αστείο μόνο και να σκεφτεί ότι όταν σχεδιάζει σκέφτεται με λέξεις.
Ο αρχιτέκτονας όταν σχεδιάζει περισσότερο σκέφτεται με εικόνες, σκέφτεται τον χώρο ως αίσθηση, ως χωρική-βιωματική εμπειρία, σκέφτεται με γραμμές τις οποίες η σκέψη αυτόματα μεταφράζει σε χώρο· με δυο λόγια, ο αρχιτέκτονας σκέφτεται με τη γλώσσα του σχεδίου, που είναι νοητικές εικόνες, που δεν ανάγονται απλώς σε λέξεις – τουλάχιστον κατά τη δημιουργική διαδικασία.
Και όμως, οι λέξεις και η γλώσσα –η ορολογία και οι έννοιες– είναι ιδιαίτερα βοηθητικές στην αρχή, ειδικότερα όταν ένας νέος μπαίνει στη διαδικασία εκπαίδευσης για να γίνει αρχιτέκτονας.
Ο «ταλαντούχος» αρχιτέκτονας
Και μετά τα πιο πάνω, έρχομαι πίσω στο ερώτημα: Τι είναι ή τι θα μπορούσε να σημαίνει «αρχιτεκτονική νοημοσύνη»; Ποιες είναι οι ιδιότητες ενός «ταλαντούχου αρχιτέκτονα», οι ικανότητες εκείνες που δεν μπορεί να μην έχει; Τις απαριθμώ, τουλάχιστον όπως τις αντιλαμβάνομαι:
- Ισχυρή χωρική αντίληψη.
- Σωματοποιημένη και βιωματική σκέψη. Δηλαδή, ενσωμάτωση της θεωρίας και των γνώσεων στο βαθμό που να γίνουν σωματοποιημένη και βιωματική (υπαρξιακή) αντίληψη. Καμία θεωρία περί αρχιτεκτονικής και κανένα εξωτερικό (νοητικό) σύστημα ή πληροφορία δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τον αρχιτέκτονα, αν αυτά δεν περάσουν από μια διαδικασία εσωτερίκευσης ώστε να καταστούν βιωμένη εμπειρία.
- Να κατανοεί και να αξιοποιεί έννοιες και όρους όπως υλικά, σχέσεις… κλειστό-ανοικτό, φως-σκοτάδι-ημίφως, μεταβάσεις, κιναίσθηση, σχέση χώρων μεταξύ τους, αλληλουχία κινήσεων, το κατώφλι ως πέρασμα από τον έναν χώρο ή μία κατάσταση σε κάποιαν άλλη, χρονικότητα και εποχικότητα, σχέσεις του πάνω με το κάτω, αντίληψη του ύψους και των διαστάσεων ενός χώρου, γνώση της ιστορίας και των χωρικών αρχετύπων, των μεταφορών και των συμβόλων, αντίληψη και γνώση του στατικού φορέα, των υλικών και της κατασκευής ως στοιχείων που γεννούν μορφές, γεωμετρίες, χώρους…
- Συνθετική αλλά και αναλυτική σκέψη.
- Τόλμη.
- Να μην απορρίπτει μιαν ιδέα προτού αυτή δοκιμαστεί στο χαρτί· αλλά και να τολμά να την εγκαταλείψει αν στην πορεία αποδειχτεί αδιέξοδη.
- Να μπορεί να ξεκινά ξανά από την αρχή και να μην θεωρεί την προηγούμενη προσπάθεια –χρόνο και κόπο– ως ανώφελη (χάσιμο χρόνου ή άνευ νοήματος), καθότι καθίσταται μια σωματοποιημένη νοητική εμπειρία, η οποία αξιοποιείται στην περαιτέρω σχεδιαστική διαδικασία, έτσι που να αποτελεί επιπλέον εξοπλισμό και εφόδιο για καλύτερη γνώση του αντικειμένου και του σκοπού.
- Να μην τρομάζει από τις αντιφάσεις και να μην υποκύπτει στο δίλημμα «ή το ένα ή το άλλο», αλλά να αναζητά «και το ένα και το άλλο», εκτός και αν στην πορεία πειστεί ότι η επιλογή του ενός προσφέρει τόσα πολλά ώστε να αξίζει να θυσιαστεί το άλλο.
- Να μπορεί να ιεραρχεί και να ζυγίζει σωστά την αξία και το βάρος κάθε επιλογής, οι οποίες πολλές φορές μπορεί να έρχονται σε αντίθεση ή σύγκρουση μεταξύ τους.
- Να μην παρασύρεται από το επιμέρους και να χάνει την εικόνα του όλου, αλλά, ταυτόχρονα, να μπορεί μέσα από το όλο να φωτίζει συγκεκριμένες επιμέρους πτυχές της συνολικής εικόνας.
- Να έχει την υπομονή να αφήνει για «μετά» μιαν αδιέξοδη στιγμή. Και να ξέρει ότι ο ενδιάμεσος χρόνος είναι ενεργός χρόνος· και την επόμενη μέρα ή σε κάποιον ανύποπτο χρόνο ή στιγμή θα αναδειχθεί φυσικά και αβίαστα η απάντηση από μέσα του, με τέτοια μάλιστα ένταση και καθαρότητα που θα αναρωτιέται πώς δεν μπορούσε να τη δει προηγουμένως.
- Να έχει βαθιά αγάπη και πάθος για την αρχιτεκτονική, όχι μόνο ως αποτέλεσμα και ως τελειωμένο έργο, αλλά και ως διαδικασία, σχεδιαστική αλλά και κατασκευαστική.
- Να αγωνιά να ξαναπιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε για να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα.
- Να μην ικανοποιείται εύκολα και να βρίσκεται συνέχεια με την αμφιβολία ή την υποψία ότι υπάρχει «κάτι καλύτερο».
- Αν κάτι του φαίνεται ως «λαμπρή ιδέα», να το εξετάζει και από άλλες σκοπιές και άλλες διαδρομές. Κι αν όντως η ιδέα είναι λαμπρή, κάποια στιγμή θα λάμψει από μόνη της ανάμεσα σε πολλές άλλες εναλλακτικές επιλογές. Αν δεν «λάμψει», τότε αξίζει να την επανεξετάσει ακόμα μια φορά. Μεγαλύτερο ακόμα τεκμήριο της ορθότητος και της δύναμης μιας ιδέας είναι να μπορεί να σε συνεπαίρνει και να έχεις την αγωνία να την εξελίξεις και να την προχωρήσεις, να τη δεις και να την εξετάσεις από διαφορετικές σκοπιές.
- Και, βέβαια, να έχει τη δύναμη της πειθούς. Να μπορεί να μετατρέπει τον πελάτη-εργοδότη σε συνεργάτη και να τον συνεπαίρνει σε ένα ταξίδι δύσκολο αλλά και όμορφο.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί;

Και μετά τα πιο πάνω, τίθεται ένα τελευταίο ερώτημα: Μπορεί η λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη» (Artificial Intelligence ή AI) να αντικαταστήσει (είτε τώρα είτε στο μέλλον) την «αρχιτεκτονική νοημοσύνη», όπως αυτή εκφράστηκε και διατυπώθηκε πιο πάνω; Εδώ περιορίζομαι απλώς να πω ότι μια τέτοια «αντικατάσταση» θα προϋπόθετε από μέρους της τεχνητής νοημοσύνης να διαθέτει:
- Συναίσθημα.
- Να αντιλαμβάνεται την αρχιτεκτονική ως βιωμένο χώρο.
- Να μπορεί να παραβλέπει την εικόνα, τον εντυπωσιασμό, τις ακροβασίες και τα εφέ (σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει σήμερα με έργα-προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης, όπου συνήθως κυριαρχεί η παραγωγή εντυπωσιακών εικόνων).
- Να μπορεί να αντιλαμβάνεται την αρχιτεκτονική ως «δοχεία ζωής».
- Να μπορεί να ενσωματώνει τον χρόνο –ειδικότερα σε περιπτώσεις επανάχρησης ή ανακαίνισης– μέσα στην ίδια τη δημιουργική διαδικασία, και να έχει την ικανότητα να επιλέγει τι θα «διαγράψει» από το αποτύπωμα του χρόνου πάνω στην ύλη και της ζωής που πέρασε πάνω από αυτήν. Ένας νοήμων αρχιτέκτονας θα επέμβει με διάκριση και ευαισθησία, κρατώντας τα σημάδια του χρόνου στη ζωή του κτηρίου.
- Να μπορεί να αντιλαμβάνεται την αρχιτεκτονική ως σύνθεση συγκρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων παραγόντων.
- Συνοψίζοντας, να μπορεί να «σκέφτεται» με όλους τους όρους που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
[1] Steven Pinker, Το Γλωσσικό Ένστικτο – Πώς ο νους δημιουργεί τη γλώσσα, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2000, σ. 65-66.
Ελεύθερα, 01.11.2026