Πολύτιμες πληροφορίες γύρω από το αστικό τοπίο και τις οικονομικές δραστηριότητες στην πρωτεύουσα της παφιακής πολιτείας φέρνουν στο φως, από το 2006, οι ετήσιες ανασκαφές της αποστολής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είχαμε την ευκαιρία να ξεναγηθούμε στα υπό ανασκαφή μνημεία, να μιλήσουμε με τους φοιτητές που συμμετέχουν στο ερευνητικό πρόγραμμα και, με τη βοήθεια της επικεφαλής αρχαιολόγου Μαρίας Ιακώβου, να ταξιδέψουμε πολλούς αιώνες πίσω, στην ιστορία της αρχαίας πόλης-βασιλείου.
Στα μέσα Ιουνίου, λίγο πριν αρχίσουν οι καύσωνες, βρεθήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιπάφου στα Κούκλια, για να πάρουμε μια γεύση από τις ανασκαφές που γίνονται από τους φοιτητές του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, με την καθοδήγηση της καθηγήτριας Προϊστορικής και Πρωτοϊστορικής Αρχαιολογίας Μαρίας Ιακώβου. Ξεναγηθήκαμε στα εργαστήρια του προγράμματος, που λειτουργούν σε αναπαλαιωμένη οικία που παραχώρησε το Τμήμα Αρχαιοτήτων, και παρακολουθήσαμε τους φοιτητές να καταγράφουν όστρακα κεραμικών αγγείων και να ξεχωρίζουν τα όστρεα της πορφύρας από τα οποία παραγόταν η πιο ακριβή χρωστική ουσία της αρχαιότητας. Επισκεφθήκαμε το οροπέδιο του Χατζηαπτουλλά που βρίσκεται στα ανατολικά του ιερού της Αφροδίτης και μιλήσαμε με τους νεαρούς εθελοντές αρχαιολόγους. Όπως μας εξήγησαν, βρίσκονται στον χώρο της ανασκαφής από το χάραμα και δουλεύουν εντατικά ώς το μεσημέρι, για να συνεχίσουν το απόγευμα μετά από ένα διάλειμμα για φαγητό. Το έργο τους είναι δύσκολο, αλλά και συναρπαστικό. Με συστηματική δουλειά, υπομονή -αλλά και συγκίνηση, όπως μας τόνισαν- σκάβουν τα σωθικά της θαμμένης πολιτείας και φέρνουν στο φως μνημεία της διοικητικής ακρόπολης που αφορούν σε άγνωστες πτυχές της ιστορίας της Αρχαίας Πάφου.
Από το 2006 μέχρι και σήμερα, 200 και πλέον φοιτητές, κύπριοι αλλά και ξένοι, έχουν εκπαιδευτεί σε μεθόδους της Αρχαιολογίας πεδίου, στο πλαίσιο των ετήσιων ανασκαφών του προγράμματος, «Διερεύνηση του Αστικού Τοπίου της Παλαιπάφου» – «Palaepaphos Urban Landscape Project» (PULP), το οποίο εμπνεύστηκε και οργάνωσε η Μαρία Ιακώβου, ένας άνθρωπος με αφοσίωση στην επιστημονική της αποστολή και στο διδακτικό της λειτούργημα. Η συμμετοχή των φοιτητών είναι εθελοντική – το πρόγραμμα των σπουδών τους δεν το επιβάλλει. Και όμως, οι περισσότεροι συνεχίζουν να συμμετέχουν στις ανασκαφές και στις εξειδικευμένες μελέτες υλικού κάθε καλοκαίρι. «Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα, μετά από 15 συνεχόμενα χρόνια στα Κούκλια, υπάρχει μια άρτια εκπαιδευμένη ομάδα νέων αρχαιολόγων -οι «βετεράνοι», όπως τους αποκαλώ- οι οποίοι, μάλιστα, έχουν ολοκληρώσει και τις μεταπτυχιακές τους σπουδές σε καίριους τομείς, όπως είναι οι αρχαιολογικές επιστήμες, η συντήρηση, η οστεο-αρχαιολογία, η ανάλυση οργανικών καταλοίπων (π.χ. σπόροι), κ.ά.», μας λέει η καθηγήτριά τους.
«Δυστυχώς», σχολιάζει η Μαρία Ιακώβου, «κανένας δεν έχει ακόμη μόνιμη απασχόληση, παρά τις τεράστιες ανάγκες που υπάρχουν σε όλους τους τομείς της κυπριακής αρχαιολογίας, αλλά εξαιτίας της τεκμηριωμένης τους εμπειρίας, οι περισσότεροι εξασφαλίζουν συμβάσεις έργου σε διάφορα προγράμματα του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Αυτά τα νέα παιδιά, νέοι επιστήμονες πια, έχουν γίνει οι δάσκαλοι για τους “νεοσύλλεκτους”, τόσο στο πεδίο της ανασκαφής όσο και στα εργαστήρια μελέτης της κεραμικής και της διαλογής αρχαιο-περιβαλλοντικών καταλοίπων. Με συγκινεί αφάνταστα, και μου δίνει δύναμη να συνεχίσω, το γεγονός ότι έχουν αναπτύξει άρρηκτους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας μεταξύ τους. Όταν μπαίνει η Άνοιξη, αρχίζουν να παίρνουν τηλέφωνο ή να στέλνουν μηνύματα και να ρωτούν, “πότε θα πάμε Παλαίπαφο;”. Φέτος είχαμε 11 νεοσύλλεκτους στην αποστολή, που οι βετεράνοι τους υποδέχτηκαν με χαρά και ανέλαβαν την εκπαίδευσή τους, επιβάλλοντας συγχρόνως το απαιτούμενο επίπεδο αυστηρής πειθαρχίας. Όλα τα όργανα σε μια ορχήστρα πρέπει να είναι πάντοτε καλοκουρδισμένα!».
Πώς ξεκίνησε, όμως, η επαφή της Μαρίας Ιακώβου με την Αρχαία Πάφο; «Αν και είχα σπουδάσει Αρχαιολογία εν ονόματι της Έγκωμης, της Σαλαμίνας και της Αμμοχώστου, δηλαδή του τόπου καταγωγής μου, η κατάρα της συνεχιζόμενης κατοχής με οδήγησε σε αυτή την άλλη Ελληνίδα πολιτεία της δυτικής Κύπρου, που μετονομάστηκε σε Παλαίπαφο στα χρόνια της Πτολεμαϊκής κατάκτησης του νησιού. Πρωτοήρθα στην Παλαίπαφο το 1979. Έναν χρόνο αργότερα, και αφού είχα αρχίσει τις μεταπτυχιακές μου σπουδές, βρέθηκα στα Κούκλια όταν ο Δρ Βάσος Καραγιώργης διενεργούσε τις σωστικές ανασκαφές στη νεκρόπολη Παλαίπαφος – Σκάλες, σε τάφο της οποίας βρέθηκε η αρχαιότερη ελληνική επιγραφή της Κύπρου, η Κυπρο-Συλλαβική επιγραφή του Οφέλτη. Τότε, θυμάται, τα Κούκλια ήταν ακόμη ένα σχεδόν έρημο χωριό και, όπως στα περισσότερα χωριά της επαρχίας Πάφου, οι κάτοικοι ξενιτεύονταν για να επιβιώσουν. Έκτοτε, άρχισαν να την απασχολούν πολλά από τα αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν στην ιστορία της περιοχής: «Αφενός, η οικονομική ευμάρεια της αρχαίας πολιτείας, που -παρά την τεράστια ζημιά που έχει επιφέρει το έγκλημα της τυμβωρυχίας- τεκμηριώνεται μέσα από τα πλούσια κτερίσματα των τάφων της 2ης και 1ης χιλιετίας π.Χ. Αφετέρου, η απουσία αρχαιολογικής ορατότητας του αστικού ιστού και των μνημείων της πολιτείας. Πέρα από το διάσημο ιερό της Αφροδίτης, ο επισκέπτης δεν βλέπει τίποτε εκτός και αν αναζητήσει, με πολλή επιμονή, τρία αποσπασματικά μνημεία σε τρεις διαφορετικές και δυσπρόσιτες περιοχές των Κουκλιών».
ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΥΛΛΑΒΑΡΙΟ
Αυτή, η κατά τα άλλα σχεδόν αόρατη πολιτεία, διαθέτει έναν μοναδικό επιγραφικό πλούτο. «Εργαλείο γραφής της αρχαίας ελληνικής διαλέκτου της Κύπρου, της Αρκαδο-Κυπριακής, είναι το κυπριακό συλλαβάριο. Με αυτό εκδίδουν τις επιγραφές τους οι πολιτειακοί ηγέτες της Πάφου. Οι αρχαιότεροι επώνυμοι βασιλείς της Κύπρου είναι βασιλείς της Πάφου. Οι πρώτοι που γνωρίζουμε, ο Ακέστορας και ο Ετέανδρος, χρονολογούνται στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., ενώ οι τελευταίοι της Παφιακής δυναστείας αυτοπροσδιορίζονται ως “βασιλείς της Πάφου και ιερείς της Άνασσας”. Ποτέ δεν προσφώνησαν τη θεά ως Αφροδίτη, αν και η ταύτιση του ιερού της Πάφου με τη θεά Αφροδίτη γίνεται ήδη από τον Όμηρο, στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια».
Σε αντίθεση με την Πάφο, το επιγραφικό τεκμήριο των ηγετών της Σαλαμίνας είναι σχεδόν ανύπαρκτο. «Τα ιστορικά γεγονότα που ξέρουμε για τη Σαλαμίνα του Ευέλθοντα ή του Ευαγόρα βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ιστοριογραφικές μαρτυρίες (αρχαία κείμενα, όπως του Ηροδότου και του Ισοκράτη). Επιπλέον, με εξαίρεση τους κτιστούς αρχαϊκούς τάφους, τα αρχαιολογικά μνημεία που βλέπει κανείς στη Σαλαμίνα ή στο Κούριο ανήκουν στην Ύστερη Ρωμαϊκή και Πρωτοχριστιανική περίοδο. Δυστυχώς, η διακοπή των ανασκαφών στη Σαλαμίνα από το 1974 μας έχει στερήσει τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τον χρονολογικό και πολιτισμικό ορίζοντα της εποχής που η Σαλαμίνα ήταν το ανεξάρτητο βασίλειο της ανατολικής Κύπρου».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΑΦΟ
Όπως σημειώνει η Μαρία Ιακώβου, η δική τους «περιπέτεια» της αναζήτησης της αρχαίας Πάφου άρχισε το 2002-2003, με την ανάπτυξη ενός Συστήματος Γεωγραφικών Πληροφοριών το οποίο, καθώς εμπλουτίζεται με τα νέα δεδομένα, τους επιτρέπει να διατηρούν μια καλή εποπτεία του χώρου και του χρόνου σε διαφορετικές κλίμακες, από την ακτογραμμή ως το δάσος της Πάφου στους δυτικούς πρόποδες του Τροόδους. Αυτή η μέθοδος ανάλυσης τοπίου σύντομα τους επέτρεψε να επαναπροσδιορίσουν την ίδρυση της θέσης ως λιμανιού 500 χρόνια πριν από την ανέγερση του τεμένους της θεάς, και να παρακολουθήσουν την εξάπλωση του αστικού ιστού στα οροπέδια βόρεια και ανατολικά του ιερού. Μετά την κατάλυση του βασιλείου της Πάφου (300 π.Χ.), αυτά τα οροπέδια σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, αφού η διοικητική μηχανή των Πτολεμαίων, και στη συνέχεια των Ρωμαίων, εγκαταστάθηκε στη Νέα Πάφο, στο καινούργιο λιμάνι που είχε ιδρύσει ο τελευταίος βασιλιάς, και σύμμαχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Νικοκλής. Έτσι, η Παλαίπαφος συρρικνώθηκε γύρω από το πλάτωμα του ιερού και έγινε ένα προσκυνηματικό κέντρο.
«Αυτό σημαίνει ότι στα οροπέδια, όταν αφαιρέσουμε την επιφανειακή επίχωση, βρισκόμαστε απευθείας σε αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που κτίστηκαν στον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. Έτσι, ενώ δεν είχαμε σκοπό να εμπλακούμε σε ένα πολυετές ανασκαφικό πρόγραμμα, βρεθήκαμε αναπάντεχα ενώπιον εκτεταμένων και καλά διατηρημένων μνημείων, τα οποία είχαν ανεγερθεί από τη βασιλική δυναστεία της Αρχαίας Πάφου στο οροπέδιο του Χατζηαπτουλλά και στο λόφο της Λαόνας. Στο Χατζηαπτουλλά, που τώρα πια αναγνωρίζεται ως η διοικητική ακρόπολη της πολιτείας στην Κυπρο-Κλασική περίοδο, ανασκάπτεται από το 2009 το εργαστηριακό σύμπλεγμα του ανακτόρου. Στη Λαόνα, ένας μυστήριος τύμβος τεραστίων διαστάσεων καλύπτει ένα αρχαιότερο φρούριο της κλασικής περιόδου, το οποίο διατηρείται σε ύψος 6 μέτρων».
ΠΑΦΟΣ, ΠΑΛΑΙΠΑΦΟΣ, ΚΟΥΚΛΙΑ
Η αρχαιολόγος μας εξηγεί ότι τα τρία ονόματα – Πάφος, Παλαίπαφος, Κούκλια – με τα οποία είναι γνωστή η ίδια γεωγραφική θέση αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές πολιτικές οικονομίες:
1. Πάφος: Ιδρύθηκε ως αγκυροβόλιο γύρω στο 1700 π.Χ. για να εξυπηρετήσει τους οικισμούς της παφιακής ενδοχώρας. Έγινε διεθνές λιμάνι της Μεσογείου γύρω στα 1300-1200 π.Χ. –περίοδος κατά την οποία ανεγέρθηκε το μνημειακό τέμενος της θεάς- και, στη συνέχεια, πρωτεύουσα πόλεως-κράτους (κυπριακού βασιλείου) με το όνομα Πάφος, η οποία διοικούσε όλη την ομώνυμη επαρχία μέχρι και το 300 π.Χ., οπόταν έχασε την ανεξαρτησία της, όπως και όλα τα άλλα βασίλεια της Κύπρου.
2. Μετονομάστηκε σε Παλαίπαφο όταν αναπτύχθηκε το νέο λιμάνι στη Νέα Πάφο. Η Παλαίπαφος συρρικνώθηκε και έγινε ένα θρησκευτικό κέντρο για τη λατρεία των ξένων ηγεμόνων (Πτολεμαίων και μετά Ρωμαίων) δίπλα στη θεά Αφροδίτη. Όμως, ήταν και το πρώτο ιερό της Κύπρου που απέκτησε παγκύπρια και, στη συνέχεια, διεθνή εμβέλεια.
3. Το ιερό διέκοψε τη λειτουργία του γύρω στον 4ο αι. μ.Χ. Μετά την εγκατάσταση των Φράγκων στην Κύπρο, η Παλαίπαφος έγινε φέουδο της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών στο οποίο καλλιεργήθηκαν φυτείες ζαχαροκάλαμου. Έκτοτε ονομάζεται Κούκλια, από το Couvocle. Το τρίτο όνομα που απέκτησε η ίδια γεωγραφική θέση παραπέμπει στην αγρέπαυλη των Λουζινιανών, ή τσιφλίκι των Κουκλιών, που κτίστηκε εντός του ιερού της θεάς. Σήμερα, αυτό το μαγευτικό μεσαιωνικό μνημείο στεγάζει το Μουσείο Κουκλιών.
Η ιστορία της έρευνας στην Παλαίπαφο περιγράφεται σε έναν εξαιρετικά εύχρηστο οδηγό, τον οποίο συνέταξε ο αείμνηστος καθηγητής Franz-Georg Maier, και εξέδωσε το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου στα αγγλικά (2004), γερμανικά (2006) και ελληνικά (2007). Οι νεότερες έρευνες του Πανεπιστημίου Κύπρου στην Παλαίπαφο περιγράφονται σε σειρά άρθρων της Μαρίας Ιακώβου και των συνεργατών της. Λεπτομέρειες και αναρτήσεις άρθρων και διαλέξεων βρίσκονται στην ιστοσελίδα του ερευνητικού προγράμματος PULP: https://ucy.ac.cy/pulp/ – Για τον τύμβο της Λαόνας, στο YouTube Archaeological Research Unit: The tumulus of Laona: Αn ‘un-Cypriot’ monument in the landscape of Palaepaphos.
Περιέργεια και δίψα για ό,τι νέο θα βγει στο φως
Η Άντρεα Ορατίου και η Έλενα Παντελή μιλούν για τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα ανασκαφών του Πανεπιστημίου Κύπρου στην Παλαίπαφο.
«Το 2016 ήταν η χρονιά που μυήθηκα στο πρόγραμμα της Παλαιπάφου», λέει η Άντρεα Ορατίου. «Ήμουν τότε δευτεροετής φοιτήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Αυτό που με ώθησε ήταν η περιέργειά μου, αλλά και η υποχρέωση που ένιωθα πως έπρεπε ως μελλοντική αρχαιολόγος, να γνωρίσω από κοντά μια ανασκαφή. Η συνέχιση της ετήσιας συμμετοχής μου μέχρι και σήμερα ήταν κάτι σαν ανάγκη, μια δίψα για το τι θ’ ακολουθήσει, τι καινούργιο θα βγει στο φως – ή, καλύτερα, τι θα φέρουμε εμείς στο φως. Μέσα από το πρόγραμμα δημιουργήθηκαν δυνατές φιλίες, γίναμε μια οικογένεια. Το συγκινητικό είναι τα μαθήματα και οι συμβουλές που δίνουμε ο ένας στον άλλο. Φέτος είχα την ευκαιρία να σκεφτώ περισσότερο τη δική μου εξέλιξη στο πρόγραμμα, την οποία ποτέ πριν δεν αναλογίστηκα, καθώς όλα έγιναν πολύ φυσικά. Άρχισα να σκέφτομαι πόσο έχω εξελιχθεί από τότε που ξεκίνησα σαν μια αρχάρια φοιτήτρια Αρχαιολογίας. Σήμερα, που έχω ολοκληρώσει και τις μεταπτυχιακές μου σπουδές, είμαι σε θέση να δείξω σε νέους φοιτητές όσα έχω μάθει, γνωρίζω πώς λειτουργεί ένα ανασκαφικό πρόγραμμα σε όλες του τις εκφάνσεις, και επιπλέον, αν βρεθώ σε μια καινούργια ανασκαφή, θα είμαι σε θέση να αντεπεξέλθω χωρίς δισταγμούς. Συνοπτικά, δύσκολα μπορώ να περιγράψω τι είναι το PULP σε μια παράγραφο». Η Άντρεα Ορατίου έχει πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας (Αρχαιολογία), από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, και μεταπτυχιακό στην Υστερορωμαϊκή, Μεσαιωνική και Βυζαντινή Αρχαιολογία, από το Πανεπιστήμιο του Newcastle (UΚ).
Από τη θεωρία στην πράξη
Η Έλενα Παντελή, από τον καιρό που θυμάται τον εαυτό της, έλεγε στους δικούς της ανθρώπους ότι ήθελε να γίνει αρχαιολόγος. «Πέρασαν τα χρόνια και τελικά, μετά από σαράντα κύματα, κατάφερα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου. Έτσι, μετά από τέσσερα πλούσια χρόνια στο πανεπιστήμιο, επιτέλους φέτος μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετάσχω στο πρόγραμμα «Palepaphos Urban Landscape Project» υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Μαρίας Ιακώβου. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα μπόρεσα να εφαρμόσω στη πράξη όλα αυτά που μάθαινα σαν θεωρία. Κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι το κάθε εύρημα, η κάθε “ασήμαντη πέτρα”, ακόμα και το πιο μικρό κομματάκι κεραμικής. Μέσα από αυτό το πρόγραμμα μπόρεσα να “ακούσω” και να “διαβάσω” το χώμα και τα ευρήματα που κρύβει. Έμαθα να μην προβλέπω, παρά μόνο να υποθέτω, γιατί στο πεδίο όλα ανατρέπονται σε δευτερόλεπτα. Έμαθα ότι αρχαιολογία δεν γίνεται απλά μέσα από τα βιβλία αλλά με τη σωστή διαχείριση των μικρo-εργαλείων και του “κούσπου”. Έμαθα τι είναι πραγματική αρχαιολογία. Κατά τη διάρκεια του ανασκαφικού προγράμματος παρακολουθήσαμε σεμινάρια και παρουσιάσεις από μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές, που μας ενημέρωσαν για τις έρευνές τους σε διάφορες πτυχές της αρχαιολογίας. Αυτό με βοήθησε να καταλάβω όχι μόνο ότι η αρχαιολογία δεν έχει όρια, αλλά και το τι θέλω να ακολουθήσω εγώ στο μέλλον, για να βάλω το δικό μου λιθαράκι σ’ αυτόν τον μαγικό κόσμο μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται η πραγματική ιστορία του τόπου μας».
Φιλελεύθερα, 29.8.2021.