Η διευθύντρια του Λεβέντειου Δημοτικού Μουσείου Λευκωσίας μιλά για τη διαδρομή του πρότζεκτ «Sector 2: Nicosia» που εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο ζωντανό.

Η πρωτοποριακή και πολυσυζητημένη έκθεση «Sector 2: Λευκωσία», που έχει πλέον διακριθεί και με το βραβείο της Europa Nostra 2026, οδεύει προς το τέλος της, προσφέροντας την ευκαιρία για μια συνολική αποτίμηση. Η Τζένη Λυμπεροπούλου Σαββίδου μιλά για τη διαδρομή των 18 μηνών, τη δυναμική που ανέπτυξε το project, την ανταπόκριση που συνάντησε, τη σημασία των προσωπικών μαρτυριών και το πώς η έρευνα συνεχίζεται πέρα από το εκθεσιακό πλαίσιο, το οποίο ολοκληρώνεται τις επόμενες εβδομάδες σε Λευκωσία και Αθήνα.

Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα που κρατάτε από αυτή τη διαδρομή των 18 μηνών και πώς βλέπετε να έχει εξελιχθεί το ίδιο το project; Η διαδρομή αυτών των 18 μηνών μάς έδειξε κάτι πολύ ουσιαστικό: ότι ακόμη και η πιο δύσκολη ιστορία μπορεί να ειπωθεί με τρόπο που να ανοίγει διάλογο. Το project «Sector 2: Nicosia» ξεκίνησε ως μια μουσειολογική πρόταση, αλλά στην πορεία εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο ζωντανό. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν, όσοι μοιράστηκαν τις ιστορίες τους, αλλά και το ίδιο το κοινό, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωσή του. Δεν πρόκειται για μια στατική έκθεση ή ένα σύνολο δράσεων που εμπλουτίζουν έναν εκθεσιακό πυρήνα, αλλά για μια διαδικασία που συνεχώς εξελίσσεται και επαναπροσδιορίζεται μέσα από τη συμμετοχή.

Το project έχει πλέον και ευρωπαϊκή αναγνώριση, με το βραβείο Europa Nostra 2026. Τι σημαίνει αυτή η διάκριση για το ίδιο το έργο αλλά και για το Λεβέντειο; Αποτελεί για εμάς μια ιδιαίτερα σημαντική επιβεβαίωση. Αναδεικνύει το γεγονός ότι ένα σύνθετο ιστορικό και κοινωνικό ζήτημα, βαθιά ριζωμένο στον τόπο, μπορεί να αποκτήσει ευρωπαϊκή απήχηση και σημασία. Για το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας, η διάκριση αυτή τοποθετεί το έργο και τη συνολική του προσέγγιση ισότιμα στον χάρτη των ευρωπαϊκών μουσείων, ως έναν οργανισμό που παράγει σύγχρονο, υψηλού επιπέδου έργο και συμβάλλει ουσιαστικά στη διαχείριση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ταυτόχρονα, φέρνει στο προσκήνιο τη Λευκωσία ως μια πόλη της οποίας η εμπειρία συνομιλεί με ευρύτερα ευρωπαϊκά ζητήματα, όπως η μνήμη, η συνύπαρξη και η κατανόηση του παρελθόντος.

Πώς επηρεάζει στην πράξη η διάκριση το επόμενο βήμα του project σε επίπεδο συνεργασιών ή περαιτέρω ανάπτυξης; Υπάρχει σχεδιασμός ώστε η έρευνα και η εμπειρία να συνεχίσουν να λειτουργούν πέρα από το εκθεσιακό πλαίσιο; Ήδη παρατηρούμε αυξημένο ενδιαφέρον για συνεργασίες, τόσο σε ερευνητικό όσο και σε εκθεσιακό επίπεδο. Ωστόσο, το πιο σημαντικό είναι το επόμενο βήμα του ίδιου του project. Παρόλο που η έκθεση ολοκληρώνεται στις 17 Ιουνίου στην Κύπρο και στις 24 Μαΐου στην Αθήνα, για εμάς αυτό δεν σηματοδοτεί το τέλος. Αντιθέτως, αποτελεί την αρχή μιας νέας φάσης. Το υλικό που συλλέχθηκε, μαρτυρίες, αρχεία και τεκμήρια, συνιστά μια πολύτιμη βάση δεδομένων που θα παραμείνει ενεργή και προσβάσιμη. Στόχος είναι να συνεχίσει να αξιοποιείται, να εμπλουτίζεται και να λειτουργεί ως εργαλείο για μελλοντική έρευνα και δράσεις, ενώ εξετάζουμε τρόπους ώστε η εμπειρία να αποκτήσει διάρκεια και πέρα από το φυσικό εκθεσιακό περιβάλλον.

-Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν είναι η έμφαση στις προσωπικές μαρτυρίες. Πώς ανταποκρίθηκε το κοινό στη βιωματική προσέγγιση της Ιστορίας; Αυτή υπήρξε καθοριστική επιλογή. Χωρίς αυτές, η έκθεση θα κινδύνευε να παραμείνει μια μονοδιάστατη αφήγηση, ακόμη ένα κεφάλαιο μιας καταγεγραμμένης ιστορίας. Οι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα μάς μετέφεραν τη δική τους αλήθεια, με αμεσότητα και βαθιά ανθρώπινη διάσταση. Αυτές οι φωνές έδωσαν περιεχόμενο και συγκίνηση στην Ιστορία. Το κοινό ανταποκρίθηκε με ιδιαίτερη ευαισθησία· οι επισκέπτες δεν παρέμειναν απλοί παρατηρητές, αλλά ενέπλεξαν τον εαυτό τους βιωματικά, αναγνωρίζοντας, αισθανόμενοι και τελικά κατανοώντας την ιστορία μέσα από τον άνθρωπο.

Πώς προσέλαβε το ελλαδικό κοινό την ιστορία της Πράσινης Γραμμής και την κυπριακή εμπειρία; Η ανταπόκριση του ελλαδικού κοινού ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Παρότι η Πράσινη Γραμμή είναι γνωστή ως ιστορικό γεγονός, φάνηκε ότι οι ανθρώπινες διαστάσεις της δεν είναι εξίσου οικείες. Πολλοί επισκέπτες εξέφρασαν έκπληξη για το πόσο ζωντανή παραμένει αυτή η πραγματικότητα στη ζωή της πόλης. Υπήρξε συγκίνηση, αλλά και μια ειλικρινής διάθεση κατανόησης, κάτι που επιβεβαιώνει τη σημασία τέτοιων πρωτοβουλιών που φέρνουν στο φως την ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας.

© Έμμα Λουίζ Χαραλάμπους

Η Λευκωσία είναι μια διαιρεμένη πρωτεύουσα. Ποια είδατε στην πράξη να είναι τα όρια, αλλά και οι δυνατότητες, ενός μουσείου όταν επιχειρεί να μιλήσει για μια «ενεργή» ακόμη ιστορία; Η ιστορία της Λευκωσίας δεν είναι μόνο ενεργή, είναι και βαθιά δύσκολη, φορτισμένη με μνήμη, απώλεια και βιωμένες εμπειρίες που εξακολουθούν να αγγίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων. Αυτό από μόνο του θέτει σαφή όρια: απαιτείται απόλυτος σεβασμός, προσεκτική διαχείριση και προσήλωση στην αντικειμενικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή ακριβώς η δυσκολία αναδεικνύει και τη σημασία του ρόλου του μουσείου. Ένα μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος όπου η ιστορία δεν επιβάλλεται, αλλά παρουσιάζεται με τρόπο που επιτρέπει την κατανόηση και τον στοχασμό. Στην περίπτωσή μας, επιχειρήσαμε να προσεγγίσουμε ένα τραύμα όχι για να το ερμηνεύσουμε μονοσήμαντα, αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να ακουστούν διαφορετικές φωνές. Όπως έχει αποδείξει και η ίδια η ιστορία της πόλης, μέσα από δύσκολες και τραγικές στιγμές, οι άνθρωποί της βρήκαν τη δύναμη να σταθούν ξανά στα πόδια τους, αντλώντας κουράγιο από μια βαθιά, σχεδόν αστείρευτη, θέληση για ζωή. Αυτή η διάσταση -η αντοχή, η μνήμη και η επιμονή- είναι που τελικά μπορεί να αναδειχθεί μέσα από τον μουσειακό λόγο, όταν προσεγγίζεται με ευθύνη και ευαισθησία.

Αν κοιτάξετε συνολικά τις παράλληλες δράσεις, τι συμπεράσματα προκύπτουν από τη συμμετοχή του κοινού και ποια στοιχεία φάνηκε να ενεργοποιούν περισσότερο τη σχέση του με το θέμα; Οι παράλληλες δράσεις ανέδειξαν με σαφήνεια ότι η ενεργή συμμετοχή είναι το στοιχείο που κινητοποιεί περισσότερο το κοινό. Εκπαιδευτικά προγράμματα, ξεναγήσεις, περιηγήσεις κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής, διαλέξεις, η έκδοση του καταλόγου, αλλά και η αξιοποίηση τεχνολογιών και οπτικοακουστικών μέσων, συνέβαλαν στη δημιουργία μιας πολυεπίπεδης εμπειρίας. Οι επισκέπτες δεν περιορίστηκαν στην παρακολούθηση· περπάτησαν, άκουσαν, ένιωσαν, προβληματίστηκαν. Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό: ότι η ιστορία έπαψε να είναι μια αφηρημένη έννοια και έγινε προσωπική εμπειρία. Η ιστορία της πόλης είναι ζωντανή και συνεχίζεται. Και το μουσείο είναι εδώ για να τη διαφυλάσσει, να την αναδεικνύει και να τη μεταφέρει, με σεβασμό και ευθύνη, στις επόμενες γενιές.

Χορηγοί επικοινωνίας: Ο Φιλελεύθερος, philenews

Ελεύθερα, 3.5.2026