Τριάντα χρόνια μετά, γιατί επιστρέφουμε στο εμβληματικό και πολυσυζητημένο έργο του καθηγητή Samuel Huntington, «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο Ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης» (The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order, 1996); Όχι για να τιμήσουμε μια θεωρία, ούτε για να ανακυκλώσουμε παλιές ακαδημαϊκές αντιπαραθέσεις, αλλά γιατί η γλώσσα της «σύγκρουσης των πολιτισμών» ενισχύεται εκ νέου—και αρχίζει να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη σκέφτονται και δρουν—με τον κίνδυνο να καταστεί μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία σε έναν ολοένα πιο επικίνδυνο και δυστοπικό κόσμο.

Όσα θεωρούσαμε δεδομένα τη δεκαετία του 1990 δεν ισχύουν πλέον. Αρκεί να κοιτάξει κανείς γύρω του. Πόλεμος στην Ουκρανία. Πόλεμος στο Ιράν. Ένα διερευνώμενο τόξο βίας από τη Γάζα στη Δυτική Όχθη και μέχρι τον Λίβανο. Η αστάθεια επεκτείνεται στην Ερυθρά Θάλασσα. Ένταση στον Ινδο-Ειρηνικό. Αυξανόμενη αποσταθεροποίηση σε τμήματα της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Σταθερή διάβρωση του διεθνούς δικαίου και των κοινώς αποδεκτών κανόνων.

Στο εσωτερικό των κρατών, η δυσπιστία προς τους θεσμούς, η πολιτική πόλωση και η αίσθηση ότι η ηγεσία έχει απολέσει τον προσανατολισμό της είναι πλέον διάχυτες.Δεν πρόκειται για τοπικά φαινόμενα. Είναι συστημικά. Είναι σε αυτό το διεθνές περιβάλλον που επιστρέφουμε  στο επιχείρημα του Huntington.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το 1991, πολλοί πίστεψαν ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία θα επικρατούσε παντού και ότι το δυτικό μοντέλο θα καθίστατο καθολικό. Ο Huntington προειδοποίησε το αντίθετο. Ο πολιτισμός,υποστήριξε,θα αποδεικνυόταν πιο καθοριστικός από την ιδεολογία. Οι πολιτισμοί, όχι τα πολιτικά συστήματα, θα όριζαν τις μελλοντικές γραμμές ρήξης.

Ο μαθητής του, Francis Fukuyama, είχε υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο: ότι η ιστορία είχε ουσιαστικά λήξει με την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας επί του ολοκληρωτισμού. Η ιστορία, ωστόσο, δεν έληξε-όπως όλοι πλέον διαπιστώνουμε.

Η Κίνα αναδύεται χωρίς να εκδυτικίζεται. Η Ρωσία επαναβεβαιώνει τη δική της πορεία. Η Ινδία ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την επιρροή της. Το πολιτικό Ισλάμ παραμένει υπολογίσιμη δύναμη. Ο εκσυγχρονισμός δεν εξάλειψε τις διαφορές. Αντίθετα, τις ενίσχυσε. Ο κόσμος δεν συγκλίνει. Υπό αυτή την έννοια, ο Huntington είχε εν μέρει δίκιο. Αλλά μόνο εν μέρει.

Οι πολιτισμοί δεν διεξάγουν πολέμους. Τα κράτη το πράττουν. Η ισχύς, ο έλεγχος των πόρων, το εθνικό συμφέρον, ο φόβος, οι ιστορικές μνήμες και τα λάθη – ή οι αστοχίες-της κρίσης των ηγεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών τους επιδιώξεων, καθορίζουν τις εξελίξεις.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο πόλεμος στο Ιράν δεν εξηγούνται μόνο μέσω του πολιτισμού. Το ίδιο ισχύει και για τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται για αγώνες που αφορούν την ασφάλεια, το έδαφος, την επιρροή και την επιβίωση – συχνά επενδυμένους με τη γλώσσα της ταυτότητας και του πολιτισμού.

Η διάκριση μεταξύ πολιτισμού και αιτίας έχει σημασία-περισσότερη απ’ όση συχνά αναγνωρίζουμε. Όταν μια σύγκρουση ερμηνεύεται ως πολιτισμική, ή χειρότερα ως μεσσιανιστική, ο συμβιβασμός εκλαμβάνεται ως προδοσία. Κάθε διαφορά καθίσταται υπαρξιακή. Ο χώρος της διπλωματίας συρρικνώνεται. Εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο κίνδυνος κακής χρήσης της θεώρησης του Huntington.

Ο Huntington δεν υποστήριξε το αναπόφευκτο μιας σύγκρουσης. Προειδοποίησε για την αυταπάτη—την αυταπάτη ότι ένα μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις κοινωνίες, ότι η ιστορία θα ακολουθούσε μια γραμμική και ομαλή πορεία σύγκλισης, ότι οι πολιτισμικές διαφορές θα μπορούσαν να παραμεριστούν. Υπερασπίστηκε τον ρεαλισμό και τη μετριοπάθεια.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι κάτι διαφορετικό: όχι τυχαία αταξία, αλλά συστημικός κατακερματισμός κατά μήκος πολιτισμικών ζωνών – ένα μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο, όπου η ισχύς μετατοπίζεται, οι ταυτότητες σκληραίνουν, η εμπιστοσύνη φθίνει και η πολιτική γίνεται ολοένα και πιο φυλετική.

Αυτός ο συνδυασμός είναι εκρηκτικός. Ο βαθύτερος κίνδυνος δεν είναι ότι η Ανατολή και η Δύση είναι προορισμένες να συγκρουστούν. Είναι ότι ηγεσίες, κοινωνίες και σχολιαστές αρχίζουν να μιλούν σαν να είναι. Οι λέξεις διαμορφώνουν προσδοκίες. Οι προσδοκίες καθορίζουν πολιτικές. Οι πολιτικές παράγουν αποτελέσματα. Έτσι, η αντιπαλότητα διολισθαίνει προς την αναπόφευκτη σύγκρουση.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια δεύτερη—λιγότερο συζητημένη—γραμμή ρήξης: στο εσωτερικό της ίδιας της Δύσης.

Ο Huntington εντόπισε τη δύναμη της Δύσης στον συνταγματισμό, την ατομική ελευθερία, τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου—σε συνδυασμό με οικονομική και στρατιωτική ισχύ και μια μακρά περίοδο ιμπεριαλιστικής επέκτασης.

Η εμπιστοσύνη, ωστόσο, θεμελιώθηκε κυρίως σε αυτές τις θεσμικές αρχές—μεταξύ των πολιτών της Δύσης και μεταξύ ομονοούντων κρατών—όχι όμως στον ίδιο βαθμό για όσους βρέθηκαν υπό τη δυτική κυριαρχία.

Σήμερα, αυτή η εμπιστοσύνη δοκιμάζεται. Οι θεσμοί αμφισβητούνται. Ο δημόσιος λόγος έχει σκληρύνει. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν τον θυμό ταχύτερα απ’ ό,τι τη λογική, θολώνοντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και αντίληψης—με απτές συνέπειες. Η αλήθεια συνεχίζει να είναι το πρώτο θύμα των συγκρούσεων, και όχι μόνο. Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ο πολιτικός κατακερματισμός βαθαίνει, η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει και η συνοχή συμμαχιών όπως το ΝΑΤΟ τίθεται ολοένα και περισσότερο υπό πίεση.

Μια διχασμένη κοινωνία εκπέμπει λιγότερο καθαρά προς τα έξω. Αν υπάρχει σήμερα μια «σύγκρουση», ένα μέρος της διατρέχει τις ίδιες τις δυτικές δημοκρατίες—μεταξύ αυτοπεποίθησης και αμφιβολίας, συνοχής και κατακερματισμού. Αυτό έχει στρατηγική σημασία. Η επιρροή στο εξωτερικό εδράζεται στην αξιοπιστία στο εσωτερικό.

Ποιο είναι, λοιπόν, το δίδαγμα τριάντα χρόνια μετά;

Πρώτον, να αποφεύγουμε τις απλουστεύσεις. Ο κόσμος δεν είναι τακτοποιημένος σε σαφή πολιτισμικά μπλοκ. Είναι διασυνδεδεμένος- οικονομικά και τεχνολογικά. Οι ανταγωνιστές συναλλάσσονται ενώ ταυτόχρονα ανταγωνίζονται. Τα όρια είναι ρευστά. Οι χθεσινοί αντίπαλοι μπορούν να καταστούν οι συνομιλητές του σήμερα – όπως καταδεικνύουν οι πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία.

Δεύτερον, να αντιστεκόμαστε στον απολυταρχισμό και τον μεσσιανισμό. Όταν κάθε ζήτημα εκλαμβάνεται ως σύγκρουση μεταξύ «των δικών μας» και «των δικών τους» αξιών, η διπλωματία παύει να λειτουργεί. Τα συμφέροντα πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια. Οι διαφορές πρέπει να διαχειρίζονται-όχι να ηθικολογούνται.

Τρίτον, να αποκαταστήσουμε το μέτρο στην ηγεσία. Δεν είναι κάθε διαφορά υπαρξιακή. Δεν είναι κάθε αντίπαλος ανεπανόρθωτα εχθρικός. Η παλαιά αριστοτελική διαπίστωση – ότι η αρετή βρίσκεται στο μέσον-διατηρεί πλήρη επικαιρότητα. Σε ένα περιβάλλον έντασης, το μέτρο αποτελεί ισχύ.

Τέταρτον, να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη στο εσωτερικό. Χωρίς αυτήν, η εξωτερική πολιτική αποδυναμώνεται. Μια κοινωνία που αμφιβάλλει για τον εαυτό της δυσκολεύεται να πείσει τους άλλους.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν συνεπάγεται άρνηση των διαφορών μεταξύ πολιτισμών. Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές και διαχρονικές. Δεν είναι μόνο πολιτισμικές αλλά συχνά και θρησκευτικές-αγγίζοντας ζητήματα πίστης, ταυτότητας και νοήματος που δύσκολα επιδέχονται συμβιβασμούς. Όμως η διαφορά δεν ισοδυναμεί με πεπρωμένο. Όταν η μετριοπάθεια υποχωρεί, η ιστορία τείνει να επαναλαμβάνεται-όχι με την ίδια μορφή, αλλά με παρόμοιες συνέπειες.

Ο Huntington συνέβαλε στην αποδόμηση μιας αυταπάτης της μεταψυχροπολεμικής περιόδου. Μας υπενθύμισε ότι η ταυτότητα έχει σημασία, ότι η ιστορία δεν εξαφανίζεται και ότι ο κόσμος παραμένει πλουραλιστικός. Εκεί όπου υπέρβαλε ήταν στην εκτίμηση ότι οι πολιτισμικές γραμμές θα αποτελούσαν τον κύριο κινητήριο μοχλό των συγκρούσεων.

Η σημερινή αταξία ερμηνεύεται πληρέστερα ως συνάρτηση μετατόπισης ισχύος, στρατηγικού ανταγωνισμού, τεχνολογικής ανατροπής, ανταγωνισμού για πόρους και εσωτερικών πιέσεων εντός των κρατών. Η πολιτισμική ρητορική συχνά ακολουθεί αυτές τις πραγματικότητες- δεν τις προκαλεί κατ’ ανάγκην.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος της ηγεσίας και της παιδείας των πολιτών. Η κρατική δεξιοτεχνία χαμηλώνει τους τόνους. Διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας. Αποτρέπει τη μετατροπή κάθε διαφωνίας σε ταυτότητα. Αναγνωρίζει όρια. Γνωρίζει πότε να πιέζει-και πότε να συγκρατείται. Μια μορφωμένη και ενημερωμένη κοινωνία είναι λιγότερο επιρρεπής στον απολυταρχισμό.

Η εναλλακτική είναι ένας κόσμος που νομοτελειακά  οδηγείται  στη σύγκρουση. Αυτό είναι και το νόημα της διπλωματίας: να αποτρέπει το ενδεχόμενο η σύγκρουση να καταστεί αναπόφευκτη.

Τριάντα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν ο Huntington είχε δίκιο ή άδικο. Είναι αν διαθέτουμε την πειθαρχία να μην τον επιβεβαιώσουμε για τους λάθος λόγους. Ο πραγματικός κίνδυνος σήμερα δεν είναι η σύγκρουση των πολιτισμών.

Είναι η σύγκρουση της άγνοιας, της αυξανόμενης μισαλλοδοξίας, των φανατισμών και της απώλειας του μέτρου σε έναν κόσμο αυξανόμενης ισχύος και φθίνουσας εμπιστοσύνης- όπου η γλώσσα χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα για να διαιρεί σε απόλυτα «καλού» και «κακού», να οξύνει αντί να επιλύει, και όπου η απλή αρχή του να φερόμαστε στους άλλους όπως θα θέλαμε να φέρονται σε εμάς τείνει να λησμονείται.

*Πρέσβης (επί τιμή). Ανώτερος Ερευνητικός Συνεργάτης, Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.