Εδώ και ένα μήνα, η περιβόητη υπόθεση «Σάντη» βρίσκεται στο επίκεντρο. Καταγγελίες, έρευνες, κινητοποίηση. Οι Αρχές -όπως οι ίδιες λένε- σχίζονται για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Να καταλήξουν σε συμπεράσματα. Να προλάβουν. Να ενημερώσουν. Να δείξουν αντανακλαστικά. Να τα δημοσιοποιήσουν πριν από τις βουλευτικές εκλογές.

Σε μια παράλληλη πραγματικότητα, για την υπόθεση του βιβλίου «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη -μια υπόθεση που εδώ και δύο χρόνια βρίσκεται υπό εξέταση από την Αρχή κατά της Διαφθοράς και αγγίζει ευθέως τον Νίκο Ανααστασιάδη- δεν καταγράφεται ανάλογη βιασύνη. Το πόρισμα έχει, σύμφωνα με πληροφορίες, ήδη υποβληθεί. Όμως, η κοινωνία καλείται να περιμένει. Η δημοσιοποίηση του αποτελέσματος της έρευνας τοποθετείται για μετά τις εκλογές.

Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός του οξύμωρου, τότε τι είναι; Στη μία περίπτωση, αγώνας δρόμου για άμεση δημοσιοποίηση. Στην άλλη, θεσμική ψυχραιμία, που προκαλεί εκνευρισμό. Και στις δύο υποθέσεις, ο καταγγέλλων είναι ο ίδιος, ο Μακάριος Δρουσιώτης. Ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα είναι και υποψήφιος στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.

Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά δύο θεσμών γύρω από δύο διαφορετικές υποθέσεις καταγγελίας ενδεχόμενων σκανδάλων, αναπόφευκτα τείνει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.

Διότι η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να ενεργοποιείται κατά περίπτωση. Ούτε να προσαρμόζεται στις πολιτικές συγκυρίες. Δεν μπορεί να λειτουργεί με το ρολόι στο χέρι όταν βολεύει και να παγώνει όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Η αλήθεια δεν έχει ημερολόγιο εκλογών.

Όταν οι πολίτες βλέπουν τις ίδιες Αρχές να κινούνται με δύο ταχύτητες, για υποθέσεις που έχουν κοινό παρονομαστή, τότε το μήνυμα που λαμβάνουν είναι σαφές: Κάτι δεν πάει καλά. Όταν η καχυποψία αρχίζει να ριζώνει, μετατρέπεται γρήγορα σε δυσπιστία. Και η δυσπιστία, με τη σειρά της, διαβρώνει ό,τι απέμεινε από την αξιοπιστία του κράτους.

Το διακύβευμα εδώ δεν είναι ο Δρουσιώτης. Δεν είναι καν οι ίδιες οι υποθέσεις, όσο σοβαρές και αν είναι. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι θεσμοί αυτού του τόπου μπορούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αν μπορούν να λειτουργήσουν με συνέπεια, με θάρρος,  με ανεξαρτησία.

Το υποδεικνύουμε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Όταν ο ίδιος άνθρωπος προχωρά σε καταγγελίες που αγγίζουν το κέντρο της εξουσίας και ταυτόχρονα διεκδικεί την ψήφο των πολιτών, τότε η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει. Πλήρως. Όχι αποσπασματικά. Όχι επιλεκτικά. Σίγουρα όχι «όταν κριθεί σκόπιμο» από τους ερευνώντες.

Οι πολίτες δεν μπορεί να πάνε στην κάλπη γνωρίζοντας τη μισή αλήθεια σε δύο υποθέσεις οι οποίες έχουν συγκλονίσει την κοινωνία. Δεν μπορεί να καλούνται να αποφασίσουν μέσα σε ένα θολό τοπίο. Όπου κάποια στοιχεία φωτίζονται και άλλα παραμένουν σκοπίμως στο σκοτάδι.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευθύνη της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αν θέλει να πείσει ότι είναι κάτι περισσότερο από ένας θεσμός στα χαρτιά, οφείλει να αποδείξει ότι δεν φοβάται. Ότι δεν λογαριάζει το όποιο κόστος από τις όποιες αντιδράσεις, ενδεχομένως, να υπάρξουν. Ότι δεν λειτουργεί με γνώμονα το «πότε βολεύει».

Οφείλουν όλοι να συνειδητοποιήσουν πως χωρίς τόλμη, δεν υπάρχει σεβασμός. Και χωρίς σεβασμό, δεν υπάρχει θεσμός. Το επιχείρημα ότι η δημοσιοποίηση ενός πορίσματος μπορεί να επηρεάσει τις εκλογές είναι προσχηματικό. Απλούστατα, επειδή η μη δημοσιοποίησή του τις επηρεάζει ήδη. Μάλιστα, με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Αφήνοντας χώρο σε σενάρια, υποψίες και εικασίες. Αν η αλήθεια είναι καθαρή, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Αν δεν είναι, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο χρόνος δημοσιοποίησης.

Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος για τους θεσμούς. Όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη. Όχι με ανακοινώσεις, αλλά με αποφάσεις. Ή θα επιλέξουν τη διαφάνεια μέχρι τέλους -και στις δύο υποθέσεις, εδώ και τώρα- ή θα επιβεβαιώσουν, για ακόμη μια φορά, ότι σε αυτόν τον τόπο η αλήθεια δεν καθυστερεί τυχαία. Καθυστερεί επιλεκτικά.

Μόνο που τότε, δεν θα φταίει η κοινωνία που δεν τους πιστεύει. Θα φταίνε οι ίδιοι που την έκαναν να μην πιστεύει.