«Μια Μέση Ανατολή που θα ζει αρμονικά, φαντάζει όνειρο μακρινό»

Η κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφος και παρουσιάστρια του Mega Ελλάδος ήξερε πάντα ότι ήθελε να ακούει τις ιστορίες των ανθρώπων. Δεν φαντάστηκε, όμως, ποτέ ότι θα κάλυπτε εμπόλεμες ζώνες. Λίγο μετά την επιστροφή της από το μέτωπο στον Λίβανο, μας μιλά για όσα τη σημάδεψαν, τις στιγμές που την έκαναν να λυγίσει, τον φόβο, αλλά και την οργή. Για τα παιδιά που δεν ζητούσαν τίποτα περισσότερο από ένα παραμύθι πριν κοιμηθούν και την ασφάλεια ενός κρεβατιού που να μην τρέμει από τις εκρήξεις.

Ο πόλεμος ξεκινά, κλιμακώνεται σε λιγότερο από ένα 24ωρο κι εσύ παίρνεις το αεροπλάνο με κατεύθυνση το Ντουμπάι, εν μέσω εκρήξεων. Πώς λήφθηκε αυτή η απόφαση;

-Το Ντουμπάι, ένα σύμβολο πλούτου και καταναλωτισμού, γίνεται στόχος επιθέσεων και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης πλημμυρίζουν μηνύματα Ελλήνων που ζουν μόνιμα στην πολυτελή πόλη ή που πήγαν για διακοπές και εγκλωβίστηκαν εν μέσω πυρών. Αρχικά ψάχνουμε να βρούμε πώς αυτοί οι άνθρωποι θα επιστρέψουν με ασφάλεια στην Ελλάδα, μέχρι που αποφασίζεται μία αποστολή στο σημείο, προκειμένου το ρεπορτάζ να δώσει τις απαντήσεις. Η μετάβαση, όμως, στα Εμιράτα δεν είναι εύκολη, οι αεροπορικές εταιρίες ακυρώνουν όλες τις πτήσεις υπό τον φόβο που γεννά η ανασφάλεια. Λίγα 24ωρα μετά, μία πτήση αναχωρεί από το Ελευθέριος Βενιζέλος, προκειμένου να επαναπατριστούν οι εγκλωβισμένοι Έλληνες. Έτσι ξεκινήσαμε και εμείς για το Ντουμπάι. Σε κάθε αποστολή που κάνω σε εμπόλεμη ζώνη, υπάρχει πάντα ανασφάλεια και ο φόβος του αγνώστου. Η μέρα πριν από την αποστολή και η ημέρα του ταξιδιού είναι πάντα οι πιο δύσκολες. Από το μυαλό σου περνούν όλες οι σκέψεις. Προσπαθείς να τις διώξεις. «Βήμα-βήμα», αυτό λέω κάθε φορά στον εαυτό μου, προκειμένου να αντιμετωπίσω τη νέα πρόκληση. Η πτήση διαρκεί πέντε ώρες. Η πρώτη εικόνα από το Ντουμπάι, είναι μία πόλη σε αμηχανία μπροστά σε κάτι πρωτόγνωρο και βεβαίως ο φόβος για το ποια θα είναι η επόμενη ημέρα και πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Με το που φτάνουμε στο ξενοδοχείο, ξεκινούν και οι πρώτες ειδοποιήσεις στα κινητά μας τηλέφωνα για επερχόμενη απειλή. Πάντα χρειάζεται χρόνος, μέχρι να μάθεις τους ήχους της πόλης, για να ξέρεις πώς θα αντιδράσεις σε κάθε περίσταση.

Πώς βίωσες τη μετάβαση από ένα περιβάλλον σε ένα ενεργό μέτωπο μέσα σε μερικές ώρες;

-Κάθε πόλεμος είναι διαφορετικός. Ο πόλεμος Λιβάνου – Ισραήλ είναι σίγουρα ένας από τους πιο σκληρούς πολέμους. Ένας πόλεμος χωρίς κανόνες. Στον Λίβανο η ανασφάλεια είναι πιο έντονη. Δεν υπάρχει η αίσθηση ενός κράτους-ομπρέλας, όπως στα Εμιράτα ή το Ισραήλ. Στον Λίβανο, υπάρχουν πολλά κέντρα αποφάσεων. Οι αποφάσεις της κεντρικής κυβέρνησης δεν συμβαδίζουν πάντα με τις αποφάσεις της Χεζμπολάχ. Τα χτυπήματα είναι απροειδοποίητα, ακόμα και μέσα στη Βηρυτό και συγκεκριμένα στην Dahieh, τα νότια προάστια της Βηρυτού, την περιοχή που θεωρείται το προπύργιο της Χεζμπολάχ. Στον Λίβανο 1.300.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους που βρίσκονται στον νότο, ενώ χιλιάδες είναι οι άμαχοι νεκροί. Είναι μια χώρα χωρισμένη στα τρία: Χριστιανοί, Σουνίτες και Σιίτες, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία στηρίζουν τη Χεζμπολάχ. Πρόκειται για μία χώρα-μωσαϊκό πολιτισμών που έχει βιώσει πολλούς πολέμους αλλά και πολλούς εμφυλίους.

Πώς είναι οι καθημερινότητα των κατοίκων σε κάθε περιοχή;

-Οι κάτοικοι στο Ντουμπάι κατά τη διάρκεια των επιθέσεων ήταν μουδιασμένοι και αμήχανοι. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, πολλά μαγαζιά παρέμεναν κλειστά, τα εμβληματικά κτίρια δεν φωτογραφίζονταν από τουρίστες και στα μεγάλα εμπορικά κέντρα δεν έβλεπες καταναλωτές με γεμάτες σακούλες. Όσο οι μέρες περνούσαν, άρχισαν δειλά δειλά να βγαίνουν έξω αλλά κάθε νέος συναγερμός τούς ανάγκαζε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Η Βηρυτός, από την άλλη, ήταν μία πόλη γεμάτη ζωή. Κόσμος, μποτιλιάρισμα, κόρνες… Οι Λιβανέζοι έχουν μάθει να ζουν με τους ήχους του πολέμου. Έτσι, η ζωή στον Λίβανο δεν σταματάει ούτε εν μέσω πολέμου.

Πώς επεξεργάζεσαι τα γεγονότα, τώρα που έχεις επιστρέψει στην Ελλάδα;

Ξαναβλέπω το υλικό από τις εμπόλεμες ζώνες και μοντάρω τις ιστορίες των ανθρώπων. Κρατάω ακόμα επαφή μαζί τους. Στον Λίβανο είναι χαρούμενοι με την εκεχειρία. Ωστόσο, θρηνούν ακόμα τους νεκρούς τους. Θυμίζω ότι το τελευταίο μεγάλο χτύπημα σε 100 σημεία ταυτόχρονα ήταν τη Μεγάλη Τετάρτη. Δεν έχουν, όμως, αυταπάτες. Ξέρουν πως η εκεχειρία δεν θα κρατήσει για πάντα. Ξέρουν ότι η Χεζμπολάχ δεν είναι διατεθειμένη να αφοπλιστεί και ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται να σταματήσει να χτυπάει εάν δεν ανοίξει τις ζώνες ασφαλείας που οραματίζεται στον νότο του Λιβάνου. Φοβούνται ακόμα και μία εμφύλια σύρραξη. Από την άλλη, πίσω στο Ντουμπάι, ο πόλεμος άφησε πίσω μία τεράστια οικονομική κρίση. Πολλοί από τους ανθρώπους που συνάντησα εκεί, ακόμα και Έλληνες, έχουν πλέον χάσει τη δουλειά τους υπό την αστάθεια που δημιούργησε η νέα κατάσταση, αφού ο πιο δημοφιλής προορισμός έχει βγει πλέον από τη λίστα των τουριστών και οι ακυρώσεις έχουν δημιουργήσει  οικονομική ανασφάλεια.

Ποιες στιγμές αισθάνθηκες φόβο; Απειλή;

-Ανασφάλεια ένιωσα στην Dahieh, το προπύργιο της Χεζμπολάχ. Βρεθήκαμε εκεί με τον οπερατέρ μου, Τάσο Νικολάου, για να μιλήσουμε με ένα νεαρό μέλος της οργάνωσης. Ήταν βράδυ Παρασκευής. Η Dahieh δεχόταν ασταμάτητα και απροειδοποίητα πυρά. Είχαμε ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή μας. Η Dahieh είναι γεμάτη αφίσες με τα πρόσωπα του Khamenei, του Khomeini, του Nasrallah και εικόνες «μαρτύρων», όπως αποκαλούν οι Σιίτες αυτούς που χάνουν τη ζωή τους για τον Θεό, την πίστη, την πατρίδα και τον λαό τους. Ανασφάλεια, όμως, νιώσαμε και στον νότο του Λιβάνου, εκεί όπου ακούς τα drone στον αέρα, ακούς τους βομβαρδισμούς και στη συνέχεια βλέπεις τους καπνούς και ξέρεις ότι κάποια περιοχή έχει αφανιστεί. Συχνά, ακόμα και το βράδυ, όσο προσπαθείς να κοιμηθείς, ακούς τους βομβαρδισμούς ή τα drone που σπάνε το φράγμα του ήχου και ακούγονται εκκωφαντικά.

Έχοντας καλύψει και τον πόλεμο στην Ουκρανία, ποιες είναι οι κυριότερες διαφορές στο μέτωπο;

-Κάθε πόλεμος έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην Ουκρανία, οι Ρώσοι μπήκαν και κατέλαβαν τα προάστια του Κιέβου, λίγα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα. Στον Λίβανο, οι Ισραηλινοί εκκένωσαν τον νότο και χτυπούσαν τόσο χερσαία όσο και από αέρος, ακόμα και μέσα στον αστικό ιστό. Στο Ισραήλ, οι ρουκέτες έπεφταν, οι σειρήνες ηχούσαν και ο κόσμος έτρεχε στα καταφύγια συνηθισμένος στους ήχους των σειρήνων και στο Ντουμπάι, οι πολίτες παρακολουθούσαν μουδιασμένοι μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Κάθε πόλεμος είναι διαφορετικός, όπως κάθε λαός είναι διαφορετικός και κάθε χώρα έχει τη δική της ιστορία.

Ποια εικόνα από όλα όσα έχεις δει δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό σου;

-Η εικόνα της Ρουσλάνας, ενός κοριτσιού στην Bucha. Ήταν οι μέρες που οι Ρώσοι απομακρύνονταν από τα προάστια του Κιέβου και η Ρουσλάνα βγήκε μετά από 40 μέρες από το καταφύγιο. Μου χάρισε μία ζωγραφιά. Ήταν το χωριό της τυλιγμένο στις φλόγες, έτσι όπως το φανταζόταν όσο άκουγε τους βομβαρδισμούς μέσα από το καταφύγιο. Αν γυρνούσες, όμως, τη ζωγραφιά από την πίσω πλευρά, η Ρουσλάνα είχε ζωγραφίσει έναν απέραντο γαλάζιο ουρανό και έναν λαμπερό ήλιο. Η Ρουσλάνα με το σκουφάκι της, στην αυλή του σπιτιού της να κρατάει τη ζωγραφιά και να μου την προσφέρει με χαμόγελο, είναι μία εικόνα που δεν θα ξεχάσω.

Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που γνώρισες και που σε σημάδεψε; Μια φράση που δεν θα ξεχάσεις;

-Η Ιρίνα. Και πάλι στον πόλεμο της Ουκρανίας. Με πήρε μόνη της από το χέρι και μου έδειξε το καμένο σπίτι της. Τα γαλάζια της μάτια βούρκωναν όσο μου περιέγραφε πώς εκτέλεσαν τον άντρα της στη διασταύρωση του σπιτιού της μπροστά στα μάτια της. Τον έγδυσαν και τον άφησαν πεταμένο στο πεζοδρόμιο όσο απειλούσαν και την ίδια ότι θα την σκοτώσουν. Τρεις φορές σήκωσαν το όπλο, τρεις φορές το κατέβασαν και η Ιρίνα είναι ακόμα ζωντανή. Παλεύει με τις εικόνες που είναι αδύνατον να βγουν από το μυαλό της.

Πώς διαχειρίζεσαι συναισθηματικά τα όσα ζεις καθημερινά; Υπάρχουν στιγμές που «λυγίζεις», μακριά από την κάμερα;

-Η Ιστορία της Ιρίνας με έκανε να λυγίσω. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε, μέχρι να αρχίσει ο διερμηνέας να μου μεταφράζει τα λόγια της, αλλά η ένταση με την οποία μου περιέγραφε τι συνέβη, με έκανε να βουρκώσω. Λυγίζω όταν θύματα είναι μικρά παιδιά. Παιδάκια αθώα με όνειρα που το μόνο που θέλουν είναι να κοιμηθούν το βράδυ στο σπίτι τους και να ακούσουν παραμύθια. Παιδιά που δεν μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει πόλεμος. Σε αυτή τη δουλειά, όμως, δεν μπορείς να εγκλωβιστείς σε ένα συναίσθημα, πάντα πρέπει να βρίσκεις τρόπους να πηγαίνεις παρακάτω. Το να βιώσεις ένα συναίσθημα, ίσως καμιά φορά να είναι «πολυτέλεια», εντός πολλών εισαγωγικών.

Πόσο σημαντική είναι η ομάδα που έχεις δίπλα σου σε αυτές τις αποστολές;

-Πολύ. Ένας δημοσιογράφος χωρίς τον οπερατέρ δεν μπορεί να αποτυπώσει αυτό που βλέπει. Η χημεία είναι εξαιρετικά σημαντική. Να έχετε την ίδια ματιά, να συναποφασίζετε. Κυρίως, όμως, να είστε «ομάδα» και να μπορεί ο ένας να στηρίξει τον άλλον σε μία δύσκολη στιγμή, ακόμα και στον κίνδυνο.

Πόσο δύσκολο είναι να παραμείνεις αντικειμενική και ψύχραιμη, όταν είσαι τόσο κοντά στον ανθρώπινο πόνο;

-Προσωπικά, θεωρώ ότι μπορώ να παραμένω και ψύχραιμη και αντικειμενική. Δεν εμπλέκομαι συναισθηματικά με τον έναν ή τον άλλον πόλο του πολέμου. Ακούω τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, παραμένω παρατηρητής. Η προσωπική ματιά, πάντα έχει στοιχεία υποκειμενικά αλλά δεν ξεχνάω ποτέ πως ο ρόλος μου είναι να καταγράψω τα γεγονότα και να τα μεταφέρω στους τηλεθεατές που δεν έχουν τη δυνατότητα να βρίσκονται στα σημεία και να βιώνουν αυτό που βιώνω εγώ.  

Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις οργή;

-Ναι, φυσικά. Όταν σκοτώνονται μικρά παιδιά. Όταν σκοτώνονται άμαχοι. Όταν εκτοπίζονται άμαχοι και προσπαθούν να χωρέσουν τα υπάρχοντά τους σε μία βαλίτσα. Όταν βλέπω ηλικιωμένους ανθρώπους να δακρύζουν, τότε νιώθω οργή και αυτό που μου την προκαλεί, είναι η αδικία του πολέμου.

Πόσο διαφέρουν τα πράγματα στο μέτωπο, από τις εικόνες που λαμβάνουμε εμείς που βρισκόμαστε μακριά;

-Ως τηλεθεατές βλέπουμε τα αποτελέσματα μίας επίθεσης. Στο πεδίο, ωστόσο, έχεις τη δυνατότητα να βιώνεις τα συναισθήματα, να αγωνιάς μαζί τους, να φοβάσαι μαζί τους, να θυμώνεις μαζί τους. Να ακούς το χτύπημα δίπλα σου, να μυρίζεις τον καπνό και να ακούς δίπλα σου το γοερό κλάμα της μητέρας που χάνει το παιδί της.

Τι δεν βλέπουμε εμείς οι τηλεθεατές από την πραγματικότητα;

-Την καθημερινότητα. Τον φόβο, την αγωνία, το άγχος να ζεις σε μία παρατεταμένη ανασφάλεια. Και πάλι, όμως, εγώ γνωρίζω πως κάποια στιγμή η αποστολή θα τελειώσει και θα γυρίσω στο σπίτι μου. Αυτοί οι άνθρωποι, όμως, έχουν μάθει να ζουν υπό τον φόβο του πολέμου. Αυτό δεν μπορεί να βιώσει ο τηλεθεατής.

Με τη μητέρα σου να είναι από την Κύπρο, πώς βλέπεις το γεγονός ότι το νησί επηρεάστηκε άμεσα αυτή τη φορά από τις εξελίξεις στην περιοχή;

-Όπως καταλαβαίνεις, τα τηλέφωνα χτυπούσαν ασταμάτητα. Η μητέρα μου μιλούσε με τα αδέρφια της, προκειμένου να καταλάβουμε πόσο σοβαρά είναι τα πράματα. Ξύπνησαν άσχημες μνήμες. Όλοι απευχόμασταν ένα κακό σενάριο. Η μητέρα μου ήταν παιδάκι στον πόλεμο. Συχνά μάς διηγείται πώς βίωσε η ίδια και η οικογένειά της την ημέρα που ήχησαν στο νησί οι σειρήνες του πολέμου και η μητέρα τους, η γιαγιά μας, τους πήρε από το χέρι, για να μπουν στα καταφύγια. Πάντα μάς μιλούσε, σε εμένα και τα αδέρφια μου, για έναν ήχο που δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ. Μετά την πρώτη μου πολεμική ανταπόκριση μπόρεσα να καταλάβω ποιος ήταν αυτός ο ήχος και γιατί δεν μπορεί να βγει από το μυαλό της. Μεγάλωσα με ιστορίες κατοχής και με τον πόνο των ανθρώπων που έχασαν τις ζωές τους και τα σπίτια τους. Με την πληγή της κατεχόμενης Κύπρου. Με τραγούδια για την Κερύνεια και την Αμμόχωστο και έναν στίχο που έλεγε «Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο, ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ;».

Ποια προβλέπεις να είναι η εξέλιξη και τι θα αφήσει πίσω της η σύρραξη;

-Δεν θέλω να κάνω προβλέψεις. Μα φαντάζει όνειρο μακρινό μία Μέση Ανατολή που θα ζει αρμονικά και θα βάλει στην άκρη της διαφορές της. Και είναι τόσο κρίμα, γιατί είναι τόσο όμορφοι τόποι, γεμάτοι ιστορία που ο πόλεμος δεν τους ταιριάζει.

Πότε κατάλαβες ότι θέλεις να γίνεις πολεμική ανταποκρίτρια; Περνούσε από το μυαλό σου αυτό το ενδεχόμενο από τα φοιτητικά σου χρόνια στη Θεσσαλονίκη ή την Αγγλία;

-Ήξερα πάντα πως όταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω δημοσιογράφος. Θαύμαζα τους πολεμικούς ανταποκριτές αλλά δεν είχε περάσει ούτε στιγμή από το μυαλό μου ότι θα μπορούσα να καλύψω έναν πόλεμο. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν μία συνειδητή επιλογή. Ξεκίνησα με μία αποστολή στην Πολωνία, προκειμένου να καλύψω το κύμα προσφύγων που έφευγε από την Ουκρανία αναζητώντας ασφάλεια στην Ευρώπη. Από την Πολωνία, με ένα τρένο μπήκα στο Lviv και από εκεί στο Κίεβο. Ακολούθησε το Ισραήλ, η Δυτική Όχθη, η Συρία, το Ντουμπάι, ο Λίβανος. Ήξερα πάντα ότι θέλω να ακούω και να καταγράφω τις ιστορίες των ανθρώπων αλλά δεν φαντάστηκα ποτέ ότι θα κάλυπτα εμπόλεμες ζώνες.

Πώς προετοιμάζεσαι πριν βρεθείς σε μια αποστολή;

-Διαβάζω βιβλία και εφημερίδες. Ακούω τους αναλυτές, Έλληνες και ξένους. Βλέπω ταινίες και ντοκιμαντέρ και πάντα προσπαθώ να έχω μαζί μου τον κατάλληλο εξοπλισμό, ώστε να διευκολύνει τη διαμονή μου και να μπορώ να είμαι ευέλικτη.

Πώς αντιδρούν οι δικοί σου άνθρωποι όταν φεύγεις;

-Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Στεναχωριούνται και ανησυχούν πολύ και αυτό είναι κάτι πολύ βαρύ για εμένα. Καταλαβαίνω την αγωνία τους, γι’ αυτό και προσπαθώ να επικοινωνώ συχνά μαζί τους, ώστε να ξέρουν ότι είμαι καλά. Νομίζω πως απλά περιμένουν να ακούσουν την ημερομηνία επιστροφής μου αλλά νιώθουν και πάλι καλά, μόνο όταν πατήσω το πόδι μου στο Ελευθέριος Βενιζέλος.

Η παρουσίαση μιας ειδησεογραφικής εκπομπής ή τα εγχώρια ρεπορτάζ, σε γεμίζουν το ίδιο με την ανταπόκριση στο πεδίο;

-Τα συναισθήματα στο πεδίο δεν συγκρίνονται με τίποτα. Στο πεδίο νιώθω ουσιαστικά ότι είμαι δημοσιογράφος είτε μιλάμε για το εξωτερικό είτε για την Ελλάδα. Έχω κάνει και στην Ελλάδα ρεπορτάζ που δεν θα ξεχάσω ποτέ, όπως τη φωτιά στο Μάτι. Γι’ αυτό πάντα λέω και στους νέους συναδέλφους πως ακόμα και αν το όνειρό τους είναι να γίνουν παρουσιαστές, πρέπει να περάσουν από το ρεπορτάζ.