«Να ξοδεύεσαι, να αναλώνεσαι για το αδιαπέραστο ερωτικό αντικείμενο. Να, ένα δείγμα καθαρής θρησκείας!», Μαλβίνα Κάραλη (αν ζούσε, την προηγούμενη Τρίτη 3/2, θα γιόρταζε τα γενέθλια των 74 της χρόνων).
Επανήλθε η καλοκαιρία στη Λευκωσία μετά από τις βροχές του προηγούμενου μήνα κι έναν ήλιο που παρέμενε πίσω από γκρίζα σύννεφα φλερτάροντας τις πρώτες ανθοστολισμένες αμυγδαλιές πριν γίνουν τα κλαδιά τους ντεκόρ σε τραπέζια σαλονιών. Κι έτσι, οι περισσότεροι βγήκαν για βόλτα.
Τις Κυριακές παρατηρώ πάντα διαφορετικούς ανθρώπους να μετακινούνται απ’ ότι σ’ εκείνες τις μέρες της πολλής δουλειάς, των εκνευρισμών, των φευγαλέων νοημάτων και του θυμού για τον χρόνο, που πάντα κυνηγάμε αλλά ποτέ δεν τον προφταίνουμε, για πενταροδεκάρες. Ακόμη και οι κουβέντες έχουν κάτι από τη γλύκα εκείνων των στιγμών που κανονικά θα μπορούσαν να είναι μόνιμες στην καρδιά, αλλά παραμένουν σπάνιες και ασύλληπτες.
Στο διπλανό κάθισμα του λεωφορείου 11 για τον Άγιο Δομέτιο, κάποιο κοριτσάκι το απασχολούσε το τηλεφώνημα που περίμενε από το αγόρι-σχέση αλλά δεν πήρε ποτέ. «Όταν οι δεσμοί γίνονται στο ισοζύγιό τους επιβλαβείς συναισθηματικά και προορισμός τους αντί να είναι η χαρά γίνεται η λύπη, τότε απομακρύνσου και γιατρέψου», είπε η μεγαλύτερή της φίλη – σοφή φίλη, με σκουλαρίκι στη μύτη και τατουάζ αητό στο μπράτσο.
«Μα, πως; Εγώ τον αγαπάω ακόμα. Θέλω να είμαι μαζί του» είπε το ανυποψίαστο από μάχες κορίτσι. «Αυτά, Τούλα μου, δεν είναι πραγματικά προβλήματα. Αυτά είναι προβλήματα πολυτελείας» επισήμανε η σοφή φίλη και κούνησε απαξιωτικά το χέρι της, κατά μήκος της χειρολαβής που βρισκόταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.
Πράγματι. Σε μια πόλη που η σχιζοφρένεια έχει γίνει δεύτερη πατρίδα των μισών κατοίκων της, οι συναισθηματικές υπερβάσεις των εφήβων από αυτό που τους περικλείει, μοιάζουν με ουρανοξύστη που ακόμα δεν χτίστηκε στη Ρηγαίνης. Ωστόσο, αυτό κάποτε ονομαζόταν «ζωή». Και «ελπίδα». Και «φως». Όχι πια.
«Υπάρχει άγχος για το μέλλον που είναι αβέβαιο» μού έλεγε τις προάλλες ο Μ. που -πολύ σωστά- θέλει να μεταναστεύσει στα 26 του χρόνια με μεταπτυχιακό, δύο ξένες γλώσσες αλλά καμία γνωριμία – «κάπου με προοπτική, κάπου που να μπορώ να αναπνέω, κάπου που να αισθάνομαι πως εργάζομαι με όραμα και όχι για να επενδύσω στα χρεολύσια που δημιούργησε η γενιά του Σπύρου Κυπριανού». Έτσι σκέφτονται οι περισσότεροι πια. Απογοητευμένοι. Και κυρίως παραιτημένοι. Σαν ήδη γέροι σε φρέσκο δέρμα.
Όταν είχα συναντήσει κάποτε την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, μου είχε πει κάτι μαγικό: «Εγώ, λέω ζήτω η κρίση! Γιατί όταν υπάρχει κρίση υπάρχει και μία τάση να αντιμετωπίσεις την κρίση, οπότε υπάρχει μία τάση για αναγέννηση». Είχε δίκιο. Στη δική μου περίπτωση, όποτε συναντούσα τις μεγάλες δυσκολίες -συνήθως όταν τα φεγγάρια μου παραήταν παλαβά σε εποχές μεγάλης ανομβρίας ψυχικών αντοχών- η καταστροφή από την ανασύνταξη απείχε πάντα ένα τσιγάρο δρόμο. Και πάντα -μα πάντα!- όταν συνέβαινε αυτό, η αφορμή ήταν μία σπίθα ερωτική που με έφτανε στα κατώτατα άκρα μου – όχι κατ’ ανάγκη με ανταπόκριση.
Έχω ακόμη στο πορτοφόλι μου κάτι κυνικό που είχε γράψει κάποτε ο Άρης Τερζόπουλος σε κάποιο editorial του στο «Κλικ» – το κρατάω σαν φυλακτό και συνεχίζει να μου δίνει δύναμη όποτε συμπεριφέρομαι σαν πρωτάκι στο δημοτικό: «Πολύ συχνά ο λόγος που αποδεχόμαστε το ρήμα “σ’ αγαπώ” στη ζωή μας δεν είναι παρά η σύμπτωση δύο αδυναμιών, άλλες φορές σχετικών και άλλες άσχετων».
Κάπως έτσι το είχε πει και η Μαλβίνα: «Σ’ αγαπώ. Αγάπα με όμως κι εσύ μη σε πάρει ο διάολος». Ή «Στον ερωτικό βίο, ο ιστός των συμβάντων χαρακτηρίζεται από απίστευτη ευτέλεια, και τούτη η ευτέλεια, συνδυασμένη με τη μέγιστη σοβαρότητα, γίνεται κυριολεκτικά ανάρμοστη. Όταν σου περνάει σοβαρά απ’ το μυαλό να αυτοκτονήσεις για ένα τηλεφώνημα που καθυστερεί πέντε λεπτά, παράγεται μια αισχρότητα τρομακτική. Τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει σε απρέπεια τη στάση του ερωτευμένου, που καταρρέει, επειδή το αντικείμενο του πόθου του πήρε ένα ύφος, πεντάλεπτης απουσίας».
Άλλωστε, οι ανιδιοτελείς προσφορές τελείωσαν από τότε που η επιβίωση δεν ήταν ζήτημα ομάδας, αλλά ατομικό καθήκον. Αν περιπλέξουμε σ’ αυτό τη συναισθηματική φύση της δυαδικής συνύπαρξης, τότε το μίγμα γίνεται εκρηκτικό.

Κατεβαίνοντας στη στάση «Ιπποδρόμια», η μικρή που την έλεγαν Τούλα υποσχέθηκε τελικά στη φίλη της να μην τηλεφωνήσει σ’ εκείνο το αγόρι – να μη συρθεί. Θα ‘θελα πολύ να της επισημάνω πως κάτι νομίζει πως χάνει, «αλλά κερδίζει» – όπως λέει κι ένα τραγούδι της Νικολακοπούλου. Πως δεν θα ‘χει έναν ερωτικό παφλασμό, μα κερδίζει μια δύναμη που δεν ήξερε πως κατείχε – υποθήκη για το σκληρό μέλλον που θα ανοιχθεί μπροστά της όταν «αποφοιτήσει». Και πως αυτή της η δύναμη θα τη θωρακίσει όταν θα ‘χει κατανοήσει πως σε αυτό το παιχνίδι τα λάθη δεν συγχωρούνται, αλλιώς θα μετατρέπεται πάντα σε ένα αξιολύπητο θέαμα για τρίτους λόγω απειρίας ή επειδή υπήρξε ανεπίδεκτη μαθήσεως.
Κάνε, λοιπόν, τα λάθη σου, Τούλα μου. Για να εμπεδώσεις από τώρα πως οι έρωτες γεννιούνται για να πεθάνουν. Πως έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής. Πως δεν είναι αγγελάκια σε αναγεννησιακούς πίνακες. Δεν ήταν ποτέ. Ούτε σοκολατένιες καρδούλες που λιώνουν ηδονικά στο στόμα – αλλά δαιμονικός μπελάς. Κι αυτό καλό είναι να το θυμόμαστε πού και πού στις μεγάλες μας εξάρσεις.
Ελεύθερα, 8.2.2026