Ο σπουδαίος Κύπριος συνθέτης ξετυλίγει για πρώτη φορά ιστορίες που σμίλεψαν τα πρώτα είκοσι χρόνια μιας εξηκονταετούς πορείας

Με αφορμή την επετειακή συναυλία «60 χρόνια μουσική», ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης ανοίγει για πρώτη φορά το κουτί με λιγότερο γνωστές, απρόβλεπτες, αστείες και συχνά συγκινητικές ιστορίες της νεότητάς του. Από το 1965, όταν ήταν ακόμη φοιτητής στο Παρίσι μέχρι τη δεκαετία του ’80, μοιράζεται μνήμες από μια εποχή που μαζί με τη μουσική έγραφε και την ιστορία της ζωής του. Συμπρωταγωνιστές του σπουδαίες προσωπικότητες σε καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές: από τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στον Χατζιδάκι, από τη Μάρθα Γκράχαμ στον Νίκο Χαραλάμπους, από τον κουμπάρο Μιχάλη Κακογιάννη στον «σίφουνα» Νίκη Κατσαούνη. Και από τον φορτισμένο Μάη του ’68 στη σπαραγμένη Κύπρο του ’74. 

Η πρώτη σύνθεση. «Το 1963 πήγα στο Παρίσι και από το 1965 στο Κονσερβατουάρ έγραφα μικρές μουσικές για ‘σταζ’, δηλαδή για θεατρικά εργαστήρια και εκπαιδευτικές παραγωγές. Ήταν μια πρώτη γνωριμία με τη γαλλική κουλτούρα. Η πρώτη μου επίσημη συνθετική δουλειά ήταν το 1967. Ο Νίκος Αθανασίου, ένας Κύπριος σκηνοθέτης μαθητής του Εύη Γαβριηλίδη, ήθελε ν’ ανεβάσει τον Πλούτο του Αριστοφάνη. Κατάφερε να βρει λεφτά και το ανεβάσαμε στο γνωστό Θέατρο Vieux-Colombier. Πήγε έτσι κι έτσι, αλλά φαίνεται ότι η μουσική έκανε εντύπωση».

Διαμαντόπουλος και Περιμονί. «Λίγο καιρό μετά ένας γαλλικός θίασος μού πρότεινε να κάνω τις Εκκλησιάζουσες για το Φεστιβάλ της Αβινιόν. Αρχικά, ξεκινήσαμε πρόβες με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο, που βρισκόταν στο Παρίσι την περίοδο της Δικτατορίας στην Ελλάδα. Ήταν εκπληκτικός σκηνοθέτης όσο και ηθοποιός. Ωστόσο, εν μέσω προβών, ο Κώστας Γαβράς τού πρότεινε να παίξει στην ταινία του ‘Ομολογία‘. Παράτησε για λίγο τον θίασο, ο διευθυντής θύμωσε και τον αντικατέστησε με τον Ζαν Περιμονί (Jean Périmony). Ο Διαμαντόπουλος πρότεινε να φύγουμε όλοι οι Έλληνες, αλλά του απάντησα ότι δεν φεύγω. Η παραγωγή είχε ενθουσιώδη επιτυχία. Μετά την Αβινιόν κάναμε καμιά 200αριά παραστάσεις. Ξεκινήσαμε με μετάφραση ενός Γάλλου φιλολόγου κι όταν αρχίσαμε τους είπα: ‘Παιδιά, δεν λειτουργεί έτσι ο Αριστοφάνης, δεν σημαίνει τίποτα για τους Γάλλους. Ξεχάστε τη μετάφραση κι αρχίστε να αυτοσχεδιάζετε’. Πράγματι, άρχισαν να αυτοσχεδιάζουν κρατώντας τον κορμό και κάνοντας αντιστοιχίες με τη γαλλική πολιτική σκηνή. Το έργο μίλησε. Ήταν η παράσταση που με σύστησε στους σκηνοθέτες της Γαλλίας. Έπειτα, άρχισα να γράφω μουσική για Μολιέρο, Ιονέσκο κ.ο.κ.»

Ο Μάης του 1968. «Ήταν καθοριστική τομή. Ήμουν 24 χρονών. Βρέθηκα σε μια επαναστατική επιτροπή του Κονσερβατουάρ και θέλαμε στα σοβαρά ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Θυμάμαι ότι το εστιατόριο του Κονσερβατουάρ είχε κλείσει επειδή δεν έφερναν υλικά. Έπρεπε να βρούμε λεφτά και κλείσαμε τον δρόμο της σχολής κοντά στην Γκαρ Σεν- Λαζάρ (Gare Saint-Lazare), έναν από τους πιο κεντρικούς σιδηροδρομικούς σταθμούς του Παρισιού. Παίζαμε με την ορχήστρα στη μέση του δρόμου και για να περάσουν οι αυτοκινητιστές έπρεπε να μας δώσουν ένα φράγκο. Παίζαμε, ανοίγαμε λίγο, μερικοί στεκόντουσαν και άκουγαν, αλλά πλήρωναν κιόλας τα ‘διόδια’. Φτιάξαμε ορχήστρα και πήγαμε και στο εργοστάσιο της Renault για συναυλία αδελφοποίησης των φοιτητών με τους εργάτες, με τις γροθιές ψηλά κι όλα αυτά. Βέβαια, κατόπιν οι εργάτες πήραν αυτό που ήθελαν κι όταν ξαναπήγαμε μάς έκλεισαν την πόρτα και είπαν ‘αρκετά με την κουλτούρα, τώρα δουλεύουμε’». 

Το αποτύπωμα του Γαλλικού Μάη. «Οι νέοι ένιωσαν ξαφνικά ότι τα καλούπια της Γαλλίας έπρεπε να σπάσουν. Δεν ξέρω πόσο έσπασαν τελικά και πόσο άλλαξαν τα πράγματα. Όταν ξαναπήγαμε τον Σεπτέμβριο πίσω, τα πανεπιστήμια άνοιξαν. Είχαν βγει αμέτρητα βιβλία που εξηγούσαν την επανάσταση και κάπου χάθηκε ο μπούσουλας. Ο καπιταλισμός, άλλωστε, έχει την ιδιότητα να τα απορροφά όλα και κάποια στιγμή τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους. Η επανάσταση ουσιαστικά τελείωσε μόλις άνοιξαν τα βενζινάδικα. Οι Γάλλοι βρήκαν βενζίνη κι έφυγαν για καλοκαιρινές διακοπές. Έμειναν οι μεγάλες διαδηλώσεις και αντι-διαδηλώσεις, η βία, το ξύλο, ο πετροπόλεμος. Αυτό όμως που συνέβη κυρίως ήταν ότι έκλεισε τον κύκλο της κι έχασε το χρώμα της μια σκληροπυρηνική άποψη της Αριστεράς. Ο κόσμος αναζητούσε διαφορετική διέξοδο κι άρχισαν να βρίσκουν έδαφος νεομαρξιστικές ιδέες. Αν διάβαζες Μαρκούζε εκείνη την εποχή, έβγαζες και γκόμενα». 

Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης.

Νέες τάσεις στη μουσική. «Στη μουσική η επανάσταση είχε ξεκινήσει αρκετά πιο πριν. Είχε ήδη εξελιχθεί η λεγόμενη Musique concrète και κάποιες άλλες τάσεις της νέας μουσικής, αλλά την περίοδο εκείνη όλα αναστατώθηκαν. Ένας νέος κόσμος ξεκινούσε. Ο άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι, φυσούσε νέος αέρας. Επίσης, στα πανεπιστήμια «έσπασε» η δεσποτεία των καθηγητών, το σχήμα του πρύτανη- κέρβερου. Το ίδιο και σε μεγάλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς, όπως η Comédie-Française, όπου στον διευθυντή της μιλούσες στο τρίτο πρόσωπο, ήταν αδιανόητο να του απευθυνθείς στο δεύτερο». 

Μολιέρος με «κυπριακή» μουσική. «Το 1971 που έκανα τη μουσική για τις ‘Γελοίες Κομψευόμενες’ του Μολιέρου στην Comédie-Française είχε έρθει στη δοκιμή ο γενικός διευθυντής, ο ηθοποιός Πιέρ Ντουξ (Pierre Dux) που το 1969 είχε ερμηνεύσει τον στρατηγό της Χωροφυλακής στο «Ζ» του Γαβρά. Απευθυνόμενος σε όλους είπε: ‘Θα ακούσουμε τον Μολιέρο με κυπριακή μουσική. Ποιος να το περίμενε!’ Επειδή ήμουν Κύπριος, υπέθεσε ότι κυπριακή θα ήταν και η μουσική».

Κουβαλούσα την Κύπρο παντού. «Μπήκα βαθιά στη γαλλική κουλτούρα. Άρχισα να ‘γαλλοποιούμαι’ επικινδύνως. Όμως, την Κύπρο την κουβαλάς παντού. Δεν μπορείς να την αποβάλλεις ακόμη κι αν το θέλεις. Ήταν όμως μια εποχή που έκανα αρκετά πράγματα στο γαλλικό θέατρο. Θυμάμαι την παράσταση ‘Οδύσσεια για ένα φλιτζάνι τσάι’ (L’Odyssée pour une tasse de thé) του Ζαν- Μισέλ Ριμπ (Jean-Michel Ribes). Προοριζόταν για τα εγκαίνια του ανακαινισμένου μεγάλου Δημοτικού Θεάτρου του Παρισιού, του Théâtre de la Ville στο Σατλέ (Châtelet). Ήταν το πάλαι ποτέ Θέατρο Σαρά Μπερνάρ και μετέπειτα Θέατρο των Εθνών, όπου είχε περιοδεύσει λίγα χρόνια πριν και ο Κάρολος Κουν. Το νέο κτήριο ήταν υπερμοντέρνο, με απίστευτες τεχνικές δυνατότητες. Στην Οδύσσεια ήταν μαζί μας ακόμη ένας Έλληνας, ο σκηνογράφος Γιάννης Κόκκος».

Ο «σίφουνας» Κατσαούνη. «Το καλοκαίρι του 1974 είχα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Αισθάνθηκα ξαφνικά ότι όλο αυτό που ζούσα στη Γαλλία, ήταν λίγο ψεύτικο, εκτός πραγματικότητας. Η πραγματικότητα ήταν αλλού και ήταν επιτακτική. Εκείνη την εποχή είχε μπει στη ζωή μου σαν σίφουνας και η Νίκη Κατσαούνη. Μια απίστευτη γυναίκα. Νομίζω ότι η Νίκη βγήκε από την κοιλιά της μάνας της με τη γροθιά υψωμένη. Πανέξυπνος άνθρωπος, εκπληκτική ποιήτρια, ήταν αυτή που με προσγείωσε στην πραγματικότητα της Κύπρου. Δηλαδή, να νιώσω ότι ωραίο το Παρίσι, αλλά υπάρχει και η Κύπρος». 

Φωτ. © Γιώργος Σαββινίδης.

Το καλοκαίρι του 1974. «Έτυχε να βρίσκομαι στο νησί. Είχα συνθέσει ένα μικρό ορατόριο πάνω σε ποίηση Έκτορα Πατριώτη, αφιερωμένο στον Μακάριο, που είχα γνωρίσει στο Παρίσι. Έκανα πρόβες με την Ορχήστρα του ΡΙΚ για να το ανεβάσουμε το φθινόπωρο. Τον Ιούλιο ήμουν στην Αμμόχωστο. Το σπίτι μας ήταν πολύ κοντά τα τείχη και είχαμε γείτονες Τουρκοκύπριους. Η Εθνική Φρουρά είχε τοποθετήσει κανόνια και χτυπούσε μέσα στην παλιά πόλη, ενώ οι Τούρκοι είχαν στήσει κανόνια πάνω στα τείχη και απαντούσαν. Εμείς στη μέση. Ένας όλμος έπεσε στην αυλή μας. Αποφασίσαμε να φύγουμε οικογενειακώς και πήγαμε σε κάτι παραθαλάσσια διαμερίσματα που είχαμε στον Άγιο Μέμνωνα, στην άλλη πλευρά του Βαρωσιού. Μαζί μας ήταν κι ο ξάδερφός μου, ο Νικόλας, καπετάνιος σε εβραϊκά πλοία που είχε ζήσει τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο. Ανεβήκαμε στην πολυκατοικία και υπολογίζαμε που θα έπεφταν οι βόμβες που έριχναν οι Τούρκοι με τα αεροπλάνα, μέχρι που ένα αεροπλάνο στόχευσε εμάς και η βόμβα χτύπησε το διπλανό ξενοδοχείο, κόβοντάς το στη μέση».

Ο κουμπάρος Κακογιάννης. «Με τη Νίκη παντρευτήκαμε σε μια ρωσική εκκλησία στο Παρίσι και μας πάντρεψε ο Μιχάλης Κακογιάννης. Στις ρωσικές γαμήλιες τελετές ο κουμπάρος στέκεται πίσω και βαστάει δύο βαριές κορώνες, κάτι που είναι κουραστικό. Ο Μιχάλης άρχισε να βαριέται και να δυσφορεί. Κάποια στιγμή, τον ακούω πίσω να σχολιάζει τον παπά. Ήταν ένας νεαρός Ρώσος, πολύ όμορφος, με περιποιημένο γενάκι. ‘Σίγουρα αυτός πάει κομμωτήριο για το γενάκι’ ακούω τη φωνή του. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν όταν βγαίνοντας από την εκκλησία μου είπε: ΄Να ξέρεις, όσους έχω παντρέψει μετά χώρισαν’. Εμείς δεν αποτελέσαμε εξαίρεση».

Ο Ιάσονας, η Αθήνα και ο Κίμωνας. «Το 1975, χάσαμε τον πρώτο μας τον γιο με τη Νίκη, τον Ιάσονα, σε μια επιδημία γρίπης. Ήταν πέντε μηνών. Μάς στοίχισε πολύ. Για τη Νίκη ήταν μεγάλο το πλήγμα. Ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και γενικά δυσκολευόμασταν να το διαχειριστούμε. Νιώσαμε ότι έπρεπε να βρεθούμε πιο κοντά σε δικούς μας ανθρώπους, που μιλούν τη γλώσσα μας. Κρίναμε ότι ήρθε ο καιρός να φύγουμε. Το 1977 πήγαμε στην Αθήνα και το 1978 γεννήθηκε ο Κίμωνας. Δεν μετάνιωσα που πήγα στην Ελλάδα, ήταν ευλογία που βρέθηκα εκεί τη συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν μια καθοριστική αλλαγή σελίδας».

Ο Χατζιδάκις και η ΕΡΤ. «Στην Αθήνα πήγα συστημένος. Ήμασταν φίλοι με τον μαέστρο Δημήτρη Χωραφά, πατέρα του ηθοποιού Γιώργου Χωραφά, ο οποίος γνώριζε τον Χατζιδάκι κι όταν τον ρώτησε σχετικά του είχε πει ότι έχει ανάγκη από προγραμματιστές για το Τρίτο Πρόγραμμα και καλώς να έρθω. Ρώτησα τον Δημήτρη πόσο σοβαρή είναι η πρόταση και μου απάντησε ‘πολύ’. Τα μαζέψαμε, φτάσαμε στην Αθήνα και πήγα να δω τον Χατζιδάκι. ‘Ξέρετε είμαι ο τάδε που με σύστησε ο δείνα’. ‘Πιθανόν. Δεν θυμάμαι, μπορεί. Έλα την άλλη βδομάδα’ απάντησε. Αυτό το παιχνίδι κράτησε 3-4 μήνες. Πήγα τότε στον πρόεδρο της ΕΡΤ, του εξήγησα και μου είπε ότι τα κάνει αυτά, να μην ανησυχώ και θα με προσλάβουν. Όντως. Μετά από κάποιους μήνες, συναντηθήκαμε με τον Χατζιδάκι στο ασανσέρ κι εκεί παραδέχτηκε ότι διάφοροι τύποι του είχαν πει άσχημα πράγματα για μένα».

Στη μαύρη λίστα του Χατζιδάκι. «Ο Χατζιδάκις τσακωνόταν συχνά με τη διοίκηση της ΕΡΤ. Δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του. Έδινε παραίτηση, έφευγε και ζητούσε στήριξη από τον Καραμανλή για να επιστρέψει. Κάποια από τις φορές που είχε παραιτηθεί, ο τότε πρόεδρος της ΕΡΤ μού είπε να κατέβω να φροντίσω εγώ για λίγο το Τρίτο Πρόγραμμα, όσο λείπει. Πράγματι, πήγα και μου έδωσαν ένα γραφείο, το οποίο ήταν γεμάτο με φωτογραφίες του Χατζιδάκι σε διάφορες πόζες: να διευθύνει, να κάνει, να ράνει. Ήθελα να τακτοποιήσω λίγο, οπότε άνοιξα ένα συρτάρι και τις έβαλα μέσα. Οι ‘κατάσκοποι’ του Χατζιδάκι έσπευσαν να τον ενημερώσουν ότι ‘ο Χριστοδουλίδης ήρθε να κάνει το πρόγραμμα και πέταξε όλες τις φωτογραφίες’. Όταν επέστρεψε ξανά, είχε μια λίστα με ανεπιθύμητους στο Τρίτο Πρόγραμμα κι εγώ ήμουν πάνω- πάνω».

Το «προσπέρασμα» του Μαρκόπουλου. «Δεν είναι ότι δεν υπήρχε κάποια αλληλοεκτίμηση με τον Χατζιδάκι σε ό,τι αφορούσε τουλάχιστον το καλλιτεχνικό έργο. Ήταν άλλωστε η εποχή που είχα κάνει την Ορέστεια με το Θέατρο Τέχνης κι είχε ακουστεί ο Κύπριος που γράφει μουσική για τον Κάρολο Κουν. Είχα μπει βαθιά στον ανταγωνισμό. Είναι ένας σκληρός κόσμος, δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Να φανταστείς, έμαθα ότι ο Γιάννης Μαρκόπουλος έπαιρνε τηλέφωνο τον Κουν και του ‘λεγε ‘μα πού τον βρήκες αυτόν τον μπακάλη να σου γράφει μουσική;’ Στην πρεμιέρα της Ορέστειας στην Επίδαυρο, στεκόμασταν στο τέλος, ως είθισται, οι συντελεστές κι έρχονταν διάφοροι για τα συγχαρητήρια. Ο Μαρκόπουλος, αφού τους συνεχάρη όλους, σε μένα έκανε έναν κύκλο και πήγε στον επόμενο».

Η «μάχη» για την καρέκλα. «Μετά τις Ικέτιδες, ήμουν στο Πρώτο Πρόγραμμα κι είχε έρθει ο Καμπανέλλης ως διευθυντής ραδιοφωνίας στην ΕΡΤ. Γνωριζόμασταν γιατί είχα ήδη κάνει μια μουσική για έργο του στο Εθνικό Θέατρο, αλλά και για τον ‘Μπαμπά τον Πόλεμο’ στην Καλαμάτα. Όμως η ΕΡΤ, όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ ήταν πια μια πελατειακή χαβούζα, που μάζευε βολεμένους ψηφοφόρους. Το 1984 είχαμε 50 κηπουρούς. Ούτε στις Βερσαλλίες δεν πρέπει να είχαν τόσους. Θυμάμαι ότι το 1985, όταν ξαναβγήκε ο Ανδρέας κερδίζοντας τον Μητσοτάκη, πηγαίναμε στο γραφείο πρωί- πρωί για να προλάβουμε να καπαρώσουμε την καρέκλα μας. Διότι οι νεοπροσληφθέντες που ήταν διάχυτοι έψαχναν να καθίσουν. Δεν είχε σημασία τι θέση είχες. Έπρεπε να διεκδικείς την καρέκλα σου. Κυριολεκτικά».

Η ηλεκτρονική μουσική. «Πειραματίστηκα με την ηλεκτρονική μουσική από το Κονσερβατουάρ, έστω και σε επίπεδο εργαστηρίου. Ήταν ακόμη στα σπάργανα. Πάντα μου άρεσε. Ξαφνικά, άνοιγε έναν κόσμο με απίστευτες δυνατότητες. Ο ήχος ήταν πια επανάσταση. Δεν μας κρατούσε τίποτα. Έγραψα τέτοιου είδους μουσική για θεατρικά, αλλά και για ένα μπαλέτο, για το οποίο χρησιμοποίησα ένα όργανο που λέγεται Κύματα Μαρτενό (Ondes Martenot), ένα πληκτρολόγιο χωρίς πλήκτρα που μετακινούσες μια κορδέλα κι άλλαζε η συχνότητα».

Τα χοροδιδασκαλεία και η Μάρθα Γκράχαμ. «Ο μπαμπάς μου ήταν ένας εμποράκος, δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στο υψηλό κόστος των σπουδών στη Γαλλία. Ο Γιάννης Χριστοδουλίδης από το ταπεινό Φτερικούδι της Πιτσιλιάς ήταν παντρεμένος με μια προσφυγοπούλα από το Αϊβαλί: τη μάνα μου. Για να βγάλω το ψωμί μου έκανα στην αρχή όλες τις πιθανές δουλειές μέχρι που τελικά κατέληξα να παίζω τα απογεύματα πιάνο στα χοροδιδασκαλεία. Αυτό με βοήθησε και μεγάλωσε την αγάπη μου για τον χορό. Μια φορά είχε έρθει στο Παρίσι για παραστάσεις η Μάρθα Γκράχαμ και η Ομοσπονδία Χορού κλήθηκε να της προτείνει πιανίστες. Ήμουν κι εγώ ανάμεσα στους τρεις προταθέντες. Ήταν μια τοσοδά κοντούλα. Συστηθήκαμε, αλλά δεν μπορώ να πω ότι τη γνώρισα σε στενό προσωπικό επίπεδο. Ερχόταν στο μάθημα, που το έκανε η μαθήτριά της η γνωστή Γιούρικο, μια δυναμική Γιαπωνέζα. Ειδικεύτηκα κάπως στην Μάρθα Γκράχαμ. Μ’ άρεσε να γράφω για χορό και μπαλέτο, αλλά όταν πήγα στην Ελλάδα δεν είχα τόσες ευκαιρίες, όσες αν είχα μείνει στη Γαλλία».

Οι Ικέτιδες κι ο Χαραλάμπους. «Έκανα αρκετές δουλειές στην Κύπρο, ειδικά στο θέατρο. Κυρίως, εξαιτίας του Εύη Γαβριηλίδη, την εποχή που ήταν διευθυντής στον ΘΟΚ. Η ευκαιρία δόθηκε με τις Ικέτιδες κι έτσι γνώρισα τον Νίκο Χαραλάμπους. Θυελλώδης προσωπικότητα. Ο Νίκος ήθελε να είναι κουλτουριάρης σκηνοθέτης. Του άρεσε να λέει και να γράφει λίγο βαρύγδουπες αναλύσεις για το θέατρο, όμως στην ουσία ήταν ενστικτώδης δημιουργός. Δούλευε μέσα του η εικόνα, η μουσική, ήταν ικανότατος. Έβλεπε τις σκηνές και το μυαλό του γεννούσε ιδέες. Όμως, ο κερατάς ήθελε να τα δικαιολογεί όλα αυτά μ’ ένα περίβλημα κάπως ‘διανοουμενίστικο’. Θυμάμαι όταν έστειλε το αρχικό σενάριο για τις Ικέτιδες, πήρα τηλέφωνο τον Γιώργο Ζιάκα κι αρχίσαμε να το σχολιάζουμε κάπως περιπαιχτικά. Να όμως που η ικανότητα του Χαραλάμπους συνεπήρε κι εμένα και τον Ζιάκα, που είχαμε έντονες και συγκεκριμένες απόψεις για το θέατρο. Κατάφερε να τα παντρέψει όλα, να πλάσει την παράσταση στα χέρια του και να την εκτοξεύσει στο πάνθεον. Ήταν μια μαγική στιγμή».

Ο Κουν και ο Λαζάνης. «Φοβερή στιγμή ήταν και η Ορέστεια του Κουν. Την επαναφέραμε το επόμενο καλοκαίρι (1981) και κάναμε ταυτόχρονα στο Θέατρο Τέχνης και τους Σφήκες, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη.  Ήταν σκοτωμός, η απόλυτη κούραση. Οι πρόβες για τους Σφήκες ήταν το απόγευμα, αλλά ο Κουν ήθελε τον Λαζάνη δίπλα του και το πρωί στην Ορέστεια, για να βλέπει την πρόβα. Κάποια στιγμή ήρθε δίπλα μου και με ρώτησε: ‘πώς σου φαίνεται μέχρι τώρα;’. ‘Γιώργο μου, νομίζω ότι δεν έχει περάσει ακόμη βιολογικά στους ηθοποιούς’. Ύστερα από λίγο τον ρώτησε ο Κουν: ‘Γιώργο, τι νομίζεις για την πρόβα;’ Και απαντά ο Λαζάνης: ‘Κοίταξε να δεις, καλά πάει, αλλά βιολογικά δεν έχει περάσει στους ηθοποιούς…’ Ο Κουν απάντησε: ‘Μαλακίες!’. Γυρνάει τότε κι ο Λαζάνης και μου λέει: ‘Μαλακίες, Κύπριε!’»

Ο Μιχάλης Κακογιάννης με την Ειρήνη Παππά.

Ο «καβγάς» Κακογιάννη- Παππά. «Το 1978 κάναμε μια μαγική παράσταση στο Εθνικό Θέατρο με τον ‘Γυάλινο Κόσμο’. Σκηνοθετούσε ο Κακογιάννης, με κάτι υπέροχα σκηνικά του Διονύση Φωτόπουλου κι έπαιζαν οι Βάσω Μανωλίδου, Δάνης Κατρανίδης, Ράνια Οικονομίδου, Φάνης Χηνάς. Λίγο μετά, το 1979, κάναμε τον ‘Αντώνιο και Κλεοπάτρα’ του Σαίξπηρ στο Ηρώδειο, με Κλεοπάτρα την Ειρήνη Παπά, Καίσαρα τον Γιώργο Χωραφά και Αντώνιο τον Κώστα Καζάκο. Τρεις μέρες πριν την πρεμιέρα η προπώληση δεν πήγαινε καλά. Τότε ο Κακογιάννης γέμισε τη γενική δοκιμή με δημοσιογράφους κι όπως γινόταν η πρόβα στήνει ξαφνικά έναν τρικούβερτο καβγά με την Ειρήνη Παπά. Μιλάμε, να σκυλοβρίζονται, να νομίζεις ότι θα πιαστούν στα χέρια. Οι δημοσιογράφοι έφυγαν άρον άρον να προλάβουν τις εφημερίδες της επομένης και να γράψουν για τη ‘σφαγή’. Η προπώληση εκτοξεύτηκε στο 80%! Το κόλπο έπιασε».

Ο Θούριος του Ρήγα. «Πριν μερικά χρόνια έγινε μια εκδήλωση για τις 25 Μαρτίου και σκέφτηκα εκτός από τα άλλα πατριωτικά να μελοποιήσω ένα μέρος από τον ‘Θούριο’. Τον επόμενο χρόνο μπήκα βαθιά μέσα στο ποίημα κι άρχισα να το επεξεργάζομαι. Είναι απίθανο έργο, με οικουμενικές, πανανθρώπινες ιδέες, αριστερές πριν τον Μαρξ. Στα τέλη του 18ου αιώνα επιχείρησε να ενώσει όλες τις φυλές των Βαλκανίων, ακόμη και τους μουσουλμάνους, κατά της εξουσίας. Είναι ένας ύμνος στην ελευθερία και την αδελφοσύνη των λαών. Όσες φορές πήγα στο Βελιγράδι είχα εκπλαγεί από το πόσο γνώριζαν τον Ρήγα και τον ‘Θούριο’ και τι σήμαινε γι’ αυτούς. Αποφάσισα να αφήσω τα σκίτσα που είχα κάνει και να το μελοποιήσω ολόκληρο. Διαρκεί περίπου μισή ώρα και θα παιχτεί για πρώτη φορά».

Ελεύθερα, 30.11.2025