Με αφορμή τη έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Πριν την Αποχώρηση», ο γνωστός σκηνοθέτης και πανεπιστημιακός Αιμίλιος Χαραλαμπίδης, μιλά για την πρώτη του επαφή με το κείμενο, την πολιτική του διάσταση και τη δύναμη του θεάτρου να λειτουργεί ως υπενθύμιση απέναντι στην κανονικοποίηση της βίας και της παράνοιας.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το έργο; Το έργο γράφτηκε το 1979 από τον Τόμας Μπέρνχαρντ, μια εμβληματική μορφή της λογοτεχνίας στην Αυστρία. Στην Κύπρο το έργο του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, έχει παρουσιαστεί ελάχιστες φορές. Η δική μου σχέση με τον Μπέρνχαρντ διαμορφώθηκε στη Βιέννη κατά τη διάρκεια των σπουδών μου τη δεκαετία του ΄90. Εκεί είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω σημαντικές παραγωγές του, κυρίως σε σκηνοθεσία του Κλάους Πέιμαν — του κατεξοχήν συνεργάτη του.

Που επικεντρώθηκε το έργο του, ποια η υπεροχή του; Ο Μπέρνχαρντ συγκρούστηκε ανοιχτά με τη μεταπολεμική αυστριακή κοινωνία, καταγγέλλοντας την υποκρισία της και την κατασκευασμένη πραγματικότητα στην οποία ζούσε, επειδή δεν επεξεργάστηκε το τραύμα του ναζισμού. Η συζήτηση για το ρόλο της Αυστρίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο άργησε πολύ να ανοίξει δημόσια. Αυτή η άρνηση, αυτή η απώθηση, διατρέχει όλο του το έργο. Ο Μπέρνχαρντ ήταν πολέμιος αυτής της υποκρισίας. Ένας συγγραφέας που έσπαγε τις θεατρικές δομές, με μια ιδιότυπη γραφή βασισμένη στην επανάληψη και την εμμονή. Το βλέπεις και στα θεατρικά και στα λογοτεχνικά του έργα.

-Και γιατί αυτό το συγκεκριμένο; Το 1997 μου ζητήθηκε να το διαβάσω και να καταθέσω μια σκηνοθετική πρόταση στην Αυστρία. Τότε το γνώρισα για πρώτη φορά. Εντυπωσιάστηκα από την απλότητά του, από τους μεγάλους μονολόγους και τις επαναλήψεις, από τις εμμονικές, σχεδόν τελετουργικές πράξεις — μια ηρωίδα σιδερώνει, μια άλλη μαντάρει κάλτσες, σε όλη τη διάρκειά του. Μόλις το διάβασα, ήθελα να το μεταφράσω. Ένιωσα την ανάγκη να το ακούσω στα ελληνικά. Η μετάφραση μπήκε σε διαδικασία από τότε και, όταν αποφασίστηκε το ανέβασμά του, το επιμελήθηκα ξανά. Σε αρκετά σημεία η μετάφραση ήταν καίρια· άλλαξα πράγματα, άλλα τα διατήρησα.

©Μαρία Πησιηλή

Πώς συνομιλεί το έργο με το σήμερα; Ο Μπέρνχαρντ έγραψε το έργο με αφορμή την άνοδο ενός Γερμανού πολιτικού με ναζιστικό παρελθόν σε υψηλή θέση. Τον σόκαρε η κανονικοποίηση. Πώς γίνεται να ξεχνάμε; Πώς γίνεται να αποδεχόμαστε; Σήμερα, με την άνοδο ακροδεξιών κυβερνήσεων, με τον άκρατο συντηρητισμό και τα αυταρχικά καθεστώτα που φέρουν στοιχεία ολοκληρωτισμού, το έργο λειτουργεί ως υπενθύμιση. Ο ίδιος το χαρακτήριζε «μαύρη κωμωδία της γερμανικής ψυχής». Δεν μπορείς να το δεις και να μη νιώσεις ότι κάτι είναι παράλογο.

Η δύναμη της αμφισβήτησης αποτελεί αναγκαιότητα για το θέατρο; Το θέατρο έχει τη δύναμη της αμφισβήτησης. Από τη στιγμή που μπαίνεις στην αίθουσα, κάνεις μια συμφωνία με τον εαυτό σου: αποδέχεσαι την πραγματικότητα που σου δημιουργείται — με το φως, τον ήχο, την εικόνα. Και, στην καλύτερη περίπτωση, αφήνεσαι. Αν φύγεις από την παράσταση και μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς ποια είναι η σχέση σου με όσα είδες, ποια είναι η θέση σου, τότε το θέατρο έχει πετύχει. Δεν χρειάζεται να κάνεις επανάσταση. Αν ανοίξει ένας εσωτερικός διάλογος, είναι ήδη μια νίκη. Το θέατρο μετακινεί, έστω και λίγο.

Και στο συγκεκριμένο έργο πώς λειτουργεί; Το έργο αυτό είναι ένα καμπανάκι: να μείνουμε ξύπνιοι. Να μην επιτρέψουμε να μας περιβάλει η κανονικοποίηση της παράνοιας και του εγκλήματος. Όταν τοποθετείς το έγκλημα στο σαλόνι σου και το θεωρείς φυσιολογικό, τότε κάτι έχει ήδη χαθεί.

Πώς έχεις προσεγγίσει τους χαρακτήρες; Οι χαρακτήρες δεν είναι ψυχολογικά πορτρέτα με την κλασική έννοια, ούτε καρικατούρες. Είναι φορείς ιδεολογίας. Εκπροσωπούν κοινωνικές στάσεις απέναντι στην εξουσία, την ευθύνη και τη μνήμη. Ο ένας είναι ενεργός ακροδεξιός, με σαφές ναζιστικό παρελθόν. Η Βέρα λειτουργεί ως μηχανισμός συνενοχής. Η Κλάρα, πρώην επαναστάτρια και θύμα του ναζισμού, έχει παραιτηθεί — μια φιγούρα τραγική, που ενσαρκώνει την ήττα της αντίστασης. Η δράση στο έργο είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η σύγκρουση παράγεται μέσα από τον λόγο. Και ο λόγος εδώ είναι εξουσία: επιβολή, ταπείνωση, αναπαραγωγή ιδεολογίας. Το βάρος, επομένως, μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στην εκφραστική ακρίβεια των ηθοποιών.

Το πολιτικό θέατρο είναι μία συνειδητή επιλογή σου; Ναι, το πολιτικό θέατρο με απασχολεί βαθιά. Το πολιτικό θέατρο σου δίνει τη δυνατότητα να θέσεις ζητήματα μπροστά σε ένα ακροατήριο χωρίς διδακτισμό και απόλυτες απαντήσεις. Να ανοίξεις σκέψεις με έμμεσο τρόπο. Οι περισσότερες επιλογές μου κινούνται σε αυτό το πλαίσιο. Και θεωρώ πως αυτή τη στιγμή το συγκεκριμένο έργο είναι απολύτως επίκαιρο.

Θα έλεγες πως το κοινό ‘αντέχει’ στα σκληρά έργα; Ναι. Το κοινό βλέπει πολύ σκληρότερα πράγματα καθημερινά — και χωρίς καμία προειδοποίηση. Εδώ η ωμότητα περνά μέσα από τους ρόλους. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο κρίσιμο ερώτημα του έργου: όχι αν οι ρόλοι μάς δίνονται, αλλά αν αποδεχόμαστε να τους παίξουμε χωρίς αντίρρηση.

  • Η παράσταση «Πριν την Αποχώρηση», ανεβαίνει στην Πάνω Σκηνή του Σατιρικού Θεάτρου, από την Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου στις 8.30μ.μ. Παραστάσεις κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 8.30μ.μ. και Κυριακή στις 7μ.μ. Τηλ. 22312940.

Eλεύθερα, 15.02.2026