Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας για την απόδοση της περιουσίας σε Τουρκοκύπριο (μαζί και με αποζημίωση) μπορεί να αιφνιδίασε πολλούς.
Άτομα και φορείς με διαφορετικές προσεγγίσεις στο Κυπριακό και τη μορφή της λύσης κινήθηκαν ανάμεσα στην αμηχανία και τον θυμό. Σχεδόν διακόσιες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εξακολουθούν να στερούνται το δικαίωμα της δικής τους στέγης, το κατοχικό καθεστώς συνεπικουρούμενο από τον Σουλτάνο τσιμεντώνει τις περιουσίες των προσφύγων εκχωρώντας τις σε περιφερόμενους επενδυτές ποικίλης προέλευσης ενώ οι μεθοδεύσεις στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου λειτουργούν ήδη σαν ο επόμενος βραχίονας μονιμοποίησης της κατοχής με τη δημιουργία νέων μη αντιστρεπτών καταστάσεων.
Μέσα σ΄αυτό το κλίμα, ακραία θερμό ενός ακόμα Ιουλίου, είναι πολλοί που ενοχλήθηκαν. Ήταν και η χρονική συγκυρία της συγκεκριμένης εξέλιξης, ήταν και η αμεσότητα με την οποία το υπουργικό συμβούλιο έσπευσε να συμμορφωθεί. Άλλοι είπαν πως το θέμα των περιουσιών είναι πολιτικό (και πράγματι είναι), ουδείς όμως μπορεί να εμποδίσει ή να καθορίσει πότε ένας πολίτης δικαιούται να διεκδικήσει και νομικά τα δικαιώματά του ή όσα θεωρεί πως αποτελούν δικαιώματά του. Κι ας μην πέφτουμε στον πειρασμό άμεσων ή έμμεσων συγκρίσεων με τη συμπεριφορά της κατοχής. Αντίθετα, πρέπει να αναδειχτεί η προσήλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα ανθρώπινα δικαιώματα, στις περιπτώσεις όπου δεν συνυπάρχει η εκ της κατοχής καταπάτηση περιουσιών προσφύγων…
Κι αν δεν είναι Κύπριος πολίτης; Αυτό πώς αλλάζει το σκηνικό; Είναι πάρα πολλοί οι Κύπριοι που, έχοντας μεταναστεύσει πριν την ανεξαρτησία, δεν έσπευσαν αργότερα, για οποιουσδήποτε λόγους, να αποκτήσουν την κυπριακή υπηκοότητα. Δεν χρειάζεται, τώρα, να δικαιολογηθούν για αυτή τους την παράλειψη ή αμέλεια που δεν μπορεί να τους στερήσει τα δικαιώματά τους. Άλλωστε αυτοί, ζώντας στο εξωτερικό, δεν βρέθηκαν να είναι «χρήστες» κατεχόμενου σπιτιού που αυτονόητα θα αχρήστευε την όποια διεκδίκηση πριν τη λύση του Κυπριακού… Είναι και μια παράμετρος που δεν μας είπαν αν διερευνήθηκε: Ήταν, άραγε, μεγαλύτερος από δέκα χρονών το 1974 ο ομογενής Ορχάν; Είχε προλάβει να δημιουργήσει «συναισθηματικό δεσμό» που, κάποιοι λένε, δεν έχουν δημιουργήσει οι κάτω των εξήντα Κερυνειώτες, Μορφίτες, Βαρωσιώτες, Κυθρεώτες, Καρπασίτες… Ακόμα κι αν μεγαλύτερης ηλικίας κάποιος ξενητεμένος, πού τον βρήκε τον «συναισθηματικό δεσμό» αν είχε απουσιάσει αρκετά χρόνια πριν την εισβολή κι άλλοι πριν την ανεξαρτησία; Αυτοί, τελικά, κληρονομούν στα παιδιά τους ή χάνεται κι αυτό στην προοπτική του …φυσιολογικού κράτους; Είναι ευκαιρία να διαγραφούν αυτά τα κατοχικής προέλευσης «επιχειρήματα»!
Όπως και να το κάνουμε, η έκβαση της διεκδίκησης του Ορχάν Xoυσεϊν Ντερβίς είναι χρήσιμη! Όπως ήταν και πριν δεκαεφτά χρόνια η επιτυχής διεκδίκηση του Αρίφ Μουσταφά στη Λεμεσό που πολύ βόλεψε να ξεχαστεί… Αποτελεί μια άμεση και νομικά δικαιωμένη αμφισβήτηση της «περί χρηστών λογικής» και πολλών άλλων συναρτημένων. Μη πείτε πως δεν μπαίνει σε αμφισβήτηση κι εκείνος ο κατάλογος με τις εικοσιδύο ή εικοσιτέσσερεις κατηγορίες όπου χάνεις την περιουσία σου, την ώρα που μόνο σε μια περίπτωση δεν υπάρχει πρακτικά δυνατότητα επιστροφής: Ένα αεροδρόμιο, ένα εργοστάσιο, ένας συνοικισμός, ένας δρόμος… Είναι χρήσιμη και γιατί εκδηλώθηκε πριν την, όποτε επιτευχθεί, επανέναρξη των συνομιλιών «από εκεί που μείναμε».
Το γεγονός αποτελεί έμπρακτη αμφισβήτηση και εκείνης της παραμέτρου στο πλαίσιο Γκουτέρες που αναφέρεται στη δήθεν προτεραιότητα του «χρήστη» έναντι του νόμιμου ιδοκτήτη. Ο νονός του ομώνυμου πλαισίου θα έπρεπε να γνωρίζει πως αυτά δεν ισχύουν σε ένα φυσιολογικό κράτος που ο ίδιος υποστήριξε πως θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της λύσης. Είναι καλό που εκκρεμούν και άλλες περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων που διεκδικούν τις περιουσίες τους στις ελεύθερες περιοχές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν είναι ορατό ένα επιτυχές αποτέλεσμα πριν τη λύση, ενόσω κατέχουν περιουσίες που δεν τους ανήκουν. Παρόλα αυτά, οι διεκδικήσεις αποτελούν αμφισβήτηση και της προπαγάνδας της ηγεσίας τους πως οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται τους Ελληνοκύπριους ενώ, την ίδια ώρα, δημιουργείται η προοπτική για αποφυγή της σταδιακής ανταλλαγής περιουσιών ή αποξένωσης, μέσω αποζημίωσης.
Το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να αναδειχτεί και να αξιοποιηθεί ως μια έμπρακτη αμφισβήτηση και του γεωγραφικού διαχωρισμού των Κυπρίων. Η αποζημίωση μπορεί να είναι αποδεκτή μόνο όταν και εφόσον είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης σε συνθήκες όμως ελευθερίας και όχι εκβιαστικής «προσφοράς» από περιοδεύοντες μεσολαβητές και πονηρούς δωρητές, μέσα σε ένα πλαίσιο που στηρίζεται σε σειρά χωριστικών επινοήσεων. Νοείται πως το γλέντι με τις τουρκοκυπριακές περιουσίες πρέπει όχι μόνο να σταματήσει αλλά να αποκατασταθεί πλήρως η νομιμότητα, με άρση όλων των παρανομιών και με αποζημιώσεις προς το ταμείο διαχείρισης από τους παράνομα επωφεληθέντες. Γιατί, είπαμε, οποιοσδήποτε συσχετισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας με το κατοχικό καθεστώς βλάπτει σοβαρά, όχι μόνο το μέλλον μας σε ένα ευνομούμενο κράτος αλλά και τις δυνατότητες και τις προοπτικές μιας ειρηνικής λύσης σε μια ενωμένη κοινωνία ελεύθερων πολιτών. Αυτό που θα έλεγε και ο κ.Γκουτέρες, ένα φυσιολογικό κράτος!