Δεν θα μας λείψει ως άνθρωπος γιατί δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Ωστόσο η είδηση του θανάτου του Μίλαν Κούντερα προκαλεί μία αδιόρατη θλίψη.

Λες και καθώς αναχωρεί μας παίρνει μια βόλτα πίσω όταν τον πρωτοανακαλύψαμε τη δεκαετία του ’80 μέσα από την «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Μέσα σε μικρά βιβλιοπωλεία, όπως τα Οκτωβριανά της Γεωργίας και ο Κοχλίας της Νίκης, όπου μπαίναμε και ανακατεύαμε, διαβάζαμε τα οπισθόφυλλα κι ενίοτε και λίγες σελίδες λες κι ο χρόνος δεν μας κυνηγούσε τότε.

Και κάπως έτσι επιλέγαμε -στα τυφλά κι όχι γιατί ήταν trend- βιβλία που σαν κομμάτια παζλ προστίθεντο το ένα δίπλα στο άλλο διαμορφώνοντας μια εικόνα. Ακολουθήσαν «Το αστείο» (παρόλο που εκδοτικά προηγήθηκε), «Η ζωή είναι Αλλού», «Το βαλς του αποχαιρετισμού», «Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης», «Η άγνοια»… Υπαρξιακές αναζητήσεις και πολιτικά συμβάντα πλέκονται μέσα από ερωτικές ιστορίες αγγίζοντας ένα ευρύ κοινό.

Κι έπειτα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα» γίνεται ταινία με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Ζιουλιέτ Μπινός και προβάλλεται από τον Όμιλο Φίλων Κινηματογράφου στο Ρωσικό Πολιτιστικό Κέντρο, σε μια εποχή που υπήρχε ένα αστικό κέντρο -έστω και ασθενικό- και ο κόσμος κινείτο και δημιουργείτο μια κάποια ώσμωση.

Δεν είναι νοσταλγία για το παρελθόν. «Στα αρχαία ελληνικά, εξηγεί ο Κούντερα στο βιβλίο του «Άγνοια», η επιστροφή λέγεται νόστος. Άλγος σημαίνει πόνος. Νοσταλγία λοιπόν είναι ο πόνος που προκαλεί σε κάποιον η ανικανοποίητη λαχτάρα της επιστροφής». Εξάλλου όπως λέει ένας ήρωας του στη «Γιορτή της ασημαντότητας» «γνωρίζαμε εδώ και πολύ καιρό ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να ανατρέψουμε αυτόν τον κόσμο, ούτε να τον αναμορφώσουμε, ούτε να αποτρέψουμε την επικίνδυνη ορμή του. Υπήρχε μόνο μια πιθανή αντίσταση: να μην τον πάρουμε στα σοβαρά».

Ο ίδιος ωστόσο ο Κούντερα, μάλλον δεν κατάφερε να μην πάρει τα πράγματα στα σοβαρά, εξ ου και αποβλήθηκε δύο φορές από το κομμουνιστικό κόμμα της χώρας τους, της Τσεχοσλοβακίας κι έπειτα κατέληξε αυτοεξόριστος στο Παρίσι απ’ όπου είδε τη διάλυση της χώρας του. «Αν κάποιος μου έλεγε όταν ήμουν παιδί πως μια μέρα θα δω τη χώρα μου να εξαφανίζεται από τον κόσμο, θα το θεωρούσα ανοησία, κάτι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ.

Ένας άνθρωπος γνωρίζει πως είναι θνητός, ωστόσο θεωρεί δεδομένο πως η χώρα του έχει ένα είδος αιώνιας ζωής», είχε δηλώσει ο Κούντερα σε συνέντευξή του στους New York Times.

Αλλά η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο: «Ο άνθρωπος, εν αγνοία του, συνθέτει τη ζωή του σύμφωνα με τους νόμους της ομορφιάς, ακόμα και τις στιγμές της πιο βαθιάς απελπισίας».