Άκουγα χτες το μεσημέρι στο ΡΙΚ τον Νεοκλή Συλικιώτη, που υπερασπιζόταν ξανά με πάθος και σιγουριά την ομοσπονδία ως τη μόνη λύση που έχουμε μπροστά μας.

Και σκεφτόμουν αν υπάρχει τρόπος να την κάνουμε μόνοι μας την ομοσπονδία. Να την ανακηρύξουμε μεταξύ μας και να μην περιμένουμε να την δεχθούν οι Τούρκοι. Μετά άκουγα την Ξένια Κωνσταντίνου, που επέκρινε τον Νίκο Χριστοδουλίδη ότι ανάλωσε δυνάμεις στην πρωτοβουλία για ενεργότερη εμπλοκή της Ευρώπης. Ενώ, προφανώς, θα έπρεπε να κάνει κάτι άλλο, δεν ξέρουμε τι. Να πάει ίσως γονατιστός στα Ηνωμένα Έθνη να δει τον Γκουτέρες, όπως πάνε οι πιστοί με τα γόνατα στην Παναγία της Τήνου.

Μετά διάβασα τις νέες δηλώσεις του Ερσίν Τατάρ. Μιλούσε για την νοοτροπία κυριαρχίας της ελληνοκυπριακής πλευράς, για το «εξαντλημένο μοντέλο ομοσπονδίας», για την απορριπτική στάση του Χριστοδουλίδη, για την προσπάθεια του να βρει «εξωτερικούς συμμάχους» και να προσπαθεί «να προσελκύσει τρίτους στο ζήτημα» (τρίτους, εννοεί την ΕΕ από την οποία παίρνει εκατομμύρια σε βοήθεια και της οποίας είναι πολίτες και οι Τουρκοκύπριοι) και, φυσικά, να διαβεβαιώνει ακόμα μια φορά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να συζητήσει οτιδήποτε χωρίς προηγουμένως να αναγνωριστεί η «κυριαρχική ισότητα» της «τδβκ». Με στόχο, όπως έλεγε, «την ευημερία των δύο λαών» οι οποίοι «ζουν δίπλα δίπλα με τις δικές τους εξουσίες και δομές». «Στόχος μας είναι να συμβάλουμε στην ευημερία των δύο λαών και στην ειρήνη και σταθερότητα της περιοχής μας μέσω της καλής γειτονίας και της συνεργασίας που θα δημιουργηθεί στο νησί της Κύπρου».

Επειδή μας συμβουλεύει κιόλας ο Τατάρ ότι «ο βασικότερος κανόνας των διαπραγματεύσεων και της διπλωματίας είναι ότι οι αντιμαχόμενες πλευρές συμφωνούν τουλάχιστον για τη βάση πάνω στην οποία θα διαπραγματευτούν», πρέπει αν μη τι άλλο να μας εξηγήσουν όλοι αυτοί οι «δικοί μας», όπως τον Νεοκλή, την Ξένια και τόσους άλλους που έχουν τις απαντήσεις και τις λύσεις οι οποίες οδηγούν στις διαπραγματεύσεις, σε ποια βάση θέλουν να διαπραγματευτούμε. Ή, δεν τους ενδιαφέρει αυτό; Διότι, αν έχει κάπου δίκαιο ο Τατάρ είναι μόνο σε αυτό. Ότι πρέπει τουλάχιστον να συμφωνήσουμε για τη βάση πάνω στην οποία θα διαπραγματευτούμε. Διότι, η βάση που ξέραμε, η βάση που έχουν στο μυαλό τους ή στη φαντασία τους, έχει γίνει κομμάτια και θρύψαλα εδώ και έξι χρόνια. Από τότε που αποδείχτηκε στο Κραν Μοντάνα ότι άλλα λέγαμε εμείς κι άλλα οι Τούρκοι, άλλη λύση εμείς, άλλη λύση οι Τούρκοι.

Τα τελευταία χρόνια γράψαμε σε αυτή τη στήλη πολλές φορές τη γνώμη μας για το τι αναμέναμε από την πολιτική ηγεσία κάτω από τις συνθήκες που δημιούργησε η τουρκική επιμονή σε διάλογο για λύση δυο κρατών. Και το πρώτιστο ήταν ότι όφειλαν να πάνε στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και να απαιτήσουν στο πλαίσιο των όρων εντολής που έχει από το Συμβούλιο Ασφαλείας, να ξεκαθαρίσει τη βάση των όποιων συνομιλιών ή της όποιας προσπάθειας θα γίνει. Από τη στιγμή, που η πλευρά μας παραμένει στη βάση που το ίδιο το Συμβούλιο Ασφαλείας καθόρισε, αλλά η άλλη πλευρά, η «αντιμαχόμενη πλευρά», την απορρίπτει κατηγορηματικά και διατυπώνει εντελώς αντίθετες αξιώσεις, η όποια συμμετοχή μας σε διάλογο θα είναι αποδοχή των αξιώσεων της.

Δηλαδή, αποδοχή διαλόγου στη βάση μιας διευθέτησης δυο κρατών. Και η όποια «διπλωματική ισορροπία» από τον Γενικό Γραμματέα το ίδιο σημαίνει. Ότι, δηλαδή, παραμερίζει το πλαίσιο λύσης που με σαφήνεια όρισε το Συμβούλιο Ασφαλείας, και για να μην δυσαρεστήσει την ισχυρή Άγκυρα ή και τον παράνομο Τατάρ (για φαντάσου!), αφήνει με διάφορους τρόπους ανοικτό το ενδεχόμενο να προσαρμοστεί η βάση των συνομιλιών στις τουρκικές απαιτήσεις. Ποιος θα το ξεκαθαρίσει αυτό όταν οι πολιτικοί ταγοί μας ούτε το συζητούν, ούτε θέλουν να το σκέφτονται, και προτιμούν να συνεχίζουν εσαεί τις αμπελοφιλοσοφίες εσωτερικής κατανάλωσης; Ενοχλούνται ακόμα κι από το ενδεχόμενο αρωγής στην προσπάθεια από την ΕΕ και δεν ενοχλούνται από τη λύση καλής γειτονίας και των δυο λαών που ζουν δίπλα δίπλα! Το συζητούν; Να μας πουν να ξέρουμε.