Η Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023 πρέπει να φυλαχθεί στις πλέον σημαντικές ημερομηνίες της Ιστορίας της Εκκλησίας της Κύπρου.

Για να ανατρέχουν σ’ αυτήν οι επόμενες γενιές και να αντικρίζουν το πραγματικό προσωπείο εκείνων που έλαχε να κρατάνε στα χέρια τους τα σκήπτρα της εξουσίας της. Εκείνο της ασπλαχνίας, της απαξίωσης του βασικού πυλώνα του Χριστιανισμού που είναι η αγάπη, της αδικίας και της υποκρισίας. Με θύμα έναν άνθρωπο αγνό, καλοκάγαθο, που το «αμάρτημά» του είναι ότι έτυχε πριν από 27 χρόνια να αγαπηθεί τόσο πολύ από τον κόσμο ώστε να συγκατανεύσει στην πρόσκληση του χριστεπώνυμου πλήθους να διεκδικήσει το μητροπολιτικό θρόνο. Την περασμένη Πέμπτη, λοιπόν, μετά από ένα καλοσχεδιασμένο παρασκήνιο, μπήκε ταφόπλακα στην πλήρη δικαίωση του Παγκράτιου Μερακλή, ο οποίος καρτερικά περίμενε όλα αυτά τα χρόνια να διαγραφεί εκείνη η φρικτή σκευωρία.

Παρά τη συνεχιζόμενη επί 27 χρόνια λαϊκή απαίτηση για άρση της αργίας στην οποία τον καταδίκασαν, αναγκάζοντας τον αντί να φροντίζει το ποίμνιο του Θεού να φροντίζει ένα άλλο ποίμνιο ως κτηνοτρόφος (μακριά από λύκους με ανθρώπινο προσωπείο), φρόντισαν να τον υποχρεώσουν να αποδεχτεί τα ψίχουλα που του πρόσφεραν. Μάλιστα, το σχεδίασαν με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται στα μάτια του εκκλησιαστικού ποιμνίου ως «ικανοποίηση» δικού του αιτήματος.

Θα μπορεί τώρα να κάνει μερικές λειτουργίες τον χρόνο και να τελεί κάποιες κηδείες συγχωριανών του! Δεν θα μπορεί, όμως, να τελεί θεία Μυστήρια! Όλη αυτή η «μεγαλοψυχία» των συνοδικών ακολούθησε ένα δήθεν αίτημα του ιδίου του αρχιμανδρίτη. Έτσι ώστε να δείχνουν στο λαό πως ο ίδιος το ζήτησε κι αυτοί οι «μεγαλόψυχοι» του το πρόσφεραν.

Οποία υποκρισία! Οποίος εμπαιγμός! Η πραγματικότητα είναι πως η εξέταση της άρσης της αργίας του Παγκράτιου προέκυψε μετά από την έντονη λαϊκή απαίτηση και τη δημοσιοποίησή της από τον θεολόγο Θεόδωρο Κυριακού την περίοδο πριν από το θάνατο του Χρυσοστόμου Β’. Η στήλη είχε αρκετές φορές αναφερθεί στην υπόθεση, καλώντας τον τέως αρχιεπίσκοπο να προλάβει να άρει εκείνη την εκκωφαντική αδικία. Στη συνέχεια καλέσαμε το νέο αρχιεπίσκοπο να δώσει τα διαπιστευτήριά του ακυρώνοντας την αργία του Παγκράτιου, ώστε να αποδείξει ότι με αγάπη θα καθοδηγήσει την Εκκλησία της Κύπρου.

Προς τιμήν του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου, πήρε το θέμα στην Ιερά Σύνοδο. Δυστυχώς, όμως, ανέλαβε δράση ο οικείος μητροπολίτης Μόρφου. Ακολούθησε ένα θέατρο του παραλόγου. Ζήτησε από τον Παγκράτιο να αποστείλει επιστολή που να ζητά άρση της αργίας του. Πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε. Στη συνέχεια, όμως, ο Μόρφου Νεόφυτος ζήτησε από τον Παγκράτιο να απευθυνθεί σε όποιον πνευματικό επιθυμούσε και αφού του εξιστορούσε όσα συνέβησαν προ της καταδίκης του, να τον ρωτήσει κατά πόσον ενδείκνυται να τελεί τη θεία λειτουργία και να μετέχει των μυστηρίων.

Ένα άκρως προκλητικό αίτημα, λες και ο Μόρφου δεν γνώριζε την σκευωρία η οποία είχε στηθεί τη διετία 1996-1998, η οποία απέφερε την καταδίκη του Παγκράτιου, για να ακολουθήσει αργότερα η δική του εκλογή στο μητροπολιτικό αξίωμα. Όταν δεν πήρε την απάντηση που ανέμενε, έδειξε ότι δεν ήταν πρόθυμος να θέσει στην Ιερά Σύνοδο θέμα άρσης της αργίας.

Με αυτό το κλίμα το οποίο προκάλεσε ο Μόρφου, προέκυψε η μέση λύση της άρσης μερικώς της αργίας. Και μόνο να ψελλίσει κάποιος τη λύση αυτή «μερική άρση αργίας», θυμώνει, διότι αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για εμπαιγμό. Είτε υπάρχει αργία είτε όχι. Μερική αργία ισοδυναμεί με απόλυτη κοροϊδία.

Έθεσαν, ως εκ τούτου, τον Παγκράτιο προ ενός αμείλικτου διλήμματος: Είτε αποδέχεται τη γελοία λύση είτε αν επιμένει για πλήρη άρση της αργίας να πρέπει ουσιαστικά να «δικαστεί» εκ νέου από τη Σύνοδο με ό,τι αυτό συνεπάγεται: Νέο ψυχολογικό πλήγμα για τον ίδιο, διασάλευση της ενότητας της Εκκλησίας και σκανδαλισμό των πιστών.

Το θύμα ενός φοβερού εγκλήματος σκευωρίας έθεσε την διατήρηση της γαλήνης στους κόλπους της Εκκλησίας υπεράνω όλων και αποδέχθηκε τη γελοία μέση λύση. Έτσι θα παραμείνει για πάντα σε αργία, διότι οι μερικές λειτουργίες τον χρόνο και καμιά κηδεία μέσα-μέσα αποτελούν υποτίμηση της νοημοσύνης μας.

Οι θλιβεροί πρωταγωνιστές είχαν μια μοναδική ευκαιρία. Να διαγράψουν ένα αμάρτημα βαρύ. Αυτό της γνώσης μιας τεράστιας αδικίας με θύμα έναν αθώο άνθρωπο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, θα λύτρωναν και την Εκκλησία από ένα βαρύτατο ολίσθημα, το οποίο αμαυρώνει την Ιστορία της.