Πήγε να δημιουργηθεί σίριαλ όταν οι ερευνώντες λειτουργοί για τις επιχειρηματικές δοσοληψίες του πρόεδρου της ΚΟΠ Γιώργου Κούμα με την ΑΤΗΚ, ζήτησαν πρακτικά από τη διεύθυνση της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Οι νομικοί που διορίστηκαν από την Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας Αθλητισμού, στην βάση των όρων εντολής τους, καλούνται να ρίξουν φως στην υπόθεση ενδεχόμενου ασυμβίβαστου για τον επικεφαλής της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας.

Κι επειδή το θέμα συζητήθηκε σε δυο συνεδριάσεις της κοινοβουλευτικής επιτροπής Θεσμών, οι προαναφερθέντες, στο πλαίσιο των καθηκόντων που τους ανατέθηκαν, αποτάθηκαν στο καθ΄ ύλην αρμόδιο σώμα για να λάβουν τα πρακτικά. Θέλησαν να μάθουν από την πλέον επίσημη πηγή, για τα διαμειφθέντα στις επίμαχες συνεδριάσεις.

Εισέπραξαν, ωστόσο, άρνηση. Αναζητώντας απαντήσεις, για την αινιγματική στάση που τηρήθηκε από τη διεύθυνση της Βουλής, καταλήξαμε στο -διόλου αυθαίρετο- συμπέρασμα πως το «όχι» ήταν μάλλον… συμβολικό. Δεν ήταν, δηλαδή, για λόγους ουσίας.

Η επιστολή δεν συντάχθηκε με τον «αρμόζοντα τρόπο βάσει της συνταγματικής εξουσίας της Βουλής» μας ειπώθηκε. Μάθαμε, ακόμη, πως «η Βουλή δεν μπορεί να είναι υπόλογη σε κανέναν». Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι αμφισβητήθηκε ο θεσμός και η ανεξαρτησία της Βουλής, που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα.

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που έγραψαν στην επιστολή τους οι ερευνώντες λειτουργοί ώστε να προκαλέσει το «όχι»; Κι εδώ βρήκαμε απαντήσεις. Οι εν λόγω νομικοί, ενεργώντας στο πλαίσιο του Νόμου περί της καταπολέμησης της χειραγώγησης αθλητικών γεγονότων, έπραξαν ό,τι υπαγορεύει το εδάφιο «3» του άρθρου «7» της νομοθεσίας. Ήταν υποχρεωμένοι να ενημερώσουν γραπτώς την Βουλή, ποιες θα ήταν οι ενδεχόμενες επιπτώσεις σε περίπτωση άρνησης παροχής πληροφοριών όταν ζητηθούν.

Δεν το έβγαλαν από το κεφάλι τους. Αναφέρεται ξεκάθαρα στη νομοθεσία. Αυτό είναι που ενόχλησε τη διεύθυνση της Βουλής. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο να σου λένε (σ.σ. δική μας η ερμηνεία) «καλείσαι να δώσεις πληροφορίες και αν δεν τις δώσεις είσαι υπόλογος». Ωστόσο, αυτό λέει ο Νόμος. Και η διεύθυνση της Βουλής έπρεπε να το γνωρίζει αυτό.

Τα όσα διαδραματίσθηκαν την περασμένη Τετάρτη, επιβεβαίωσαν ότι η άρνηση ήταν για άνευ ουσίας λόγους. Ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Θεσμών, Δημήτρης Δημητρίου, αποκάλυψε ότι μια ημέρα προηγουμένως αναγκάστηκε να καταθέσει οικειοθελώς στους ερευνώντες λειτουργούς για τα όσα ειπώθηκαν στις συνεδριάσεις, επειδή η διεύθυνση της Βουλής αρνήθηκε. Αργότερα εντός της ίδιας ημέρας μάθαμε ότι από πλευράς Βουλής έγιναν δεύτερες σκέψεις ώστε να διαβιβαστούν τα πρακτικά. Καταλυτικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτισε επιστολή από την Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας Αθλητισμού, στην οποία υπήρχε το ανάλογος ύφος που δεν έθιγε την ανεξαρτησία του κοινοβουλευτικού Σώματος… Προχθές, μάλιστα, τα πρακτικά διαβιβάστηκαν.

Ένα ήταν το μέγα θέμα στην προκειμένη: Να διερευνήσουν οι διορισμένοι -από την Επιτροπή Δεοντολογίας- ερευνώντες λειτουργοί, μια υπόθεση που βρίσκεται στη σφαίρα του δημοσίου συμφέροντος και μας απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια. Κι αυτό με διακριτικότητα, για να μην επηρεαστεί το ερευνητικό έργο. Στο τέλος, το μόνο που επετεύχθη ήταν να γίνει σούσουρο για μια πρόνοια της νομοθεσίας που θεωρήθηκε πως έπληξε το πρεστίζ της Βουλής ως θεσμού. Κάτι τέτοια χαρακτηρίζονται ως καπρίτσια. Κι είναι τα μόνο που δεν έχει ανάγκη η κυπριακή κοινωνία…