Ως να χρειαζόταν τούτος ο απάνθρωπος ήχος, ο φοϊτσιάρικος, ο αχρείαστος για όσους περάσαν από εκείνη τη μέρα. Ξεχνιέται; Προς τι, λοιπόν; Για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, ως ο κόσμος να έφταιγε; Ως ο κόσμος να ήταν συνένοχος και το κτύπημα των σειρήνων να είναι προειδοποιητικό για να μην επαναληφθούν παρόμοιες τραγωδίες; Ποδά τζαι δα;
Όσο για την «αφύπνιση» της νέας γενιάς [που έτσι και αλλιώς κοιμάται εκείνη τη μαύρη ώρα] δε σημαίνει τίποτα. Είναι το ίδιο πνεύμα που καθοδηγεί και τις επετειακές σχολικές γιορτές, στα μαύρα ρούχα, το κλάμα και τον οδυρμό, το φταίξιμο άλλων, τη μιζέρια μας… μπροστά σε μαθητές που για να περάσει η ώρα παίζουν με το κινητό τους.
Η πλειοψηφία της τρίτης γενιάς των Ελληνοκυπρίων μεγαλώνει έχοντας μπροστά της μια Κύπρο ευημερούσα [το εάν είναι μισή και γιατί, ουδόλως τους αφορά], με ανέσεις, παραλίες, αυτοκινητόδρομους, πύργους και νάιτ κλάμπς. Για τους συνειδητοποιημένους, που παρακολουθούν την κατιούσα στο θέμα της λύσης, αυτοί συμπεραίνουν με τη λογική που τους προσφέρει ο νους τους και η παγκοσμιοποίηση ότι το πράγμα έχει τελειώσει. Δεν πιστεύουν στο εθνικό αφήγημά γιατί κατάλαβαν ότι είναι επινόηση ηγεσιών που αρνούνταν τη λύση. Συνεπώς κανείς δε χρειάζεται σειρήνες για να μη ξεχάσει!
Τουναντίον διαχρονικά δούλεψε ένα τεράστιο σύστημα για να ξεχάσουμε, ταΐζανε το λαό με συνθήματα κενού περιεχομένου, για να μην καταλάβουν ότι περνούσε ο χρόνος και χάναμε, επέλεγαν να τον αποκοιμίσουν, ιδιαίτερα τους πρόσφυγες που ζητούσαν ν’ ακουστούν, να στηριχτούν. Η δική τους απώλεια δε αφορούσε το σύνολο. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ουδείς άκουσε, μιλούμε για την απόλυτη εκμετάλλευσή τους, άλλοι έκαναν περιουσίες στη ράχη τους…«ο θάνατός σου, ζωή μου». Ξεχάσαμε, προπάντων, ότι η πατρίδα μας εκτός από ελληνική είναι και πατρίδα άλλων. Και των Τουρκοκυπρίων και των Κούρδων και Αρμενίων και Μαρωνιτών και των Λατίνων και αυτών που σήμερα λέγονται Λεσεψιανοί μετανάστες.
Λυπάμαι πάρα πολύ που το κείμενό μου πρέπει να φτάσει στην εφημερίδα την Πέμπτη και όχι την Παρασκευή, γιατί πολύ θα ήθελα ν’ ακούσω για να σχολιάσω τι θα λεχθεί το βράδυ της αποφράδας μέρας στον Προεδρικό θώκο, ενώπιον όλων των ηγεσιών των κομμάτων και των παρακοιμώμενων τους.
Έτσι, λοιπόν, το χάραμα της Πέμπτης 20ης Ιουλίου του 2023, με τα βουνά της Τουρκίας απόλυτα ορατά λόγω της απουσίας υγρασίας, έκλεισα τα αυτιά μου στις σειρήνες της τρομοκρατίας και άκουσα προσεχτικά την Ανδρομάχη Σοφοκλέους και τον Αντώνη Χατζήκυριάκο, τη νέα γενιά των επιστημόνων μας να λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Να μιλάνε για το δικό μας «στρεβλό και λανθασμένο αφήγημα» που πάει και πάει γιατί μας βολεύει, γιατί εξοστρακίζει το ανάθεμα που φοβόμαστε, την αποδοχή το ότι οι ηγεσίες μας φανήκαν ανίκανες να αντιμετωπίσουν αλήθειες, πραγματικότητες. Άκουγα για το «δίκαιο της ανάγκης», με το οποίο αναπαύεται το μισό νησί για ν’ αποκτά περισσότερη επενδυτική αξία.
Πώς φτάσαμε σε τούτο το δίκαιο που δικαιολογεί σήμερα τα αδικαιολόγητα και βασιλεύει εδώ και 49 χρόνια διαλύοντας την υπόσταση και την αξιοπρέπεια του κράτους, όχι μόνο ενώπιον ημών, αλλά και ανερυθρίαστα προς το εξωτερικό; Οι ξένοι, οι τρίτοι κατάλαβαν βέβαια, εμείς είμαστε οι μόνοι που στεκόμαστε αρνητικά μπροστά στην ιστορία και επιμένουμε φορτικά και επαναληπτικά να λέμε τα πράγματα μόνο μέσα από τη δική μας οπτική. Και οι αλήθειες των άλλων;
Στ’ αυτιά μου ηχούσαν τα λόγια της Ανδρομάχης Σοφοκλέους για το στάτους κβο! Δεν υπάρχει, είναι και αυτό ένα αφήγημά μας, βολεύει γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν έχουμε ετοιμάσει άλλο αφήγημα, αυτή τη φορά αληθινό και αξιοπρεπές. Όλα άλλαξαν. Ο Ηράκλειτος, πιστός στο «τα πάντα ρει» υπενθύμιζε ότι «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό» επειδή ανά πάσα στιγμή ο ποταμός αλλάζει. Εδώ δε μιλάμε για ποταμό, μιλάμε για πολιτείες που κτίστηκαν και κτίζονται επάνω σε ελληνοκυπριακές περιουσίες στο βορρά, αλλά και δρόμους και αυτοκινητόδρομους [και όχι μόνον]επάνω σε τουρκοκυπριακές στον νότο. Επάνω σε τάφους που ανοίχτηκαν νύχτα και κρυφά με μπουλντόζες για να κρυφτούν φριχτά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Στέκομαι στα λόγια του Αντώνη Χατζηκυριάκου για την απουσία της συνολικής επιστημονικής καταγραφής της ιστορικής αλήθειας από την ακαδημαϊκή κοινότητα, που πρέπει να έλθει σύντομα για να διορθώσει τα λανθασμένα, να αναλύσει τη σημασία της γεωγραφίας και του μεσογειακού περίγυρου και να ανανεώσει στις τάξεις των δημοτικών μας σχολείων τον περίφημο χάρτη της Ελλάδας που κρεμόταν στον τοίχο και έδειχνε την Αθήνα και τη Σπάρτη, τον Όλυμπο, τον Ταΰγετο και την Κρήτη, και εμάς μέσα σε μια «αμπούστα», μακριά και σφηνωμένη κάτω από μια αθέατη, μη υπολογίσιμη Τουρκία.
Τίποτα δεν είναι όπως εκείνο το πρωινό της 20ης Ιουλίου. Μόνο κοινό η ίδια ζέστη, οι ίδιοι 42 βαθμοί της πρωτεύουσας. Εκείνη τη μέρα, όμως, δεν καθόμασταν μέσα σε κλιματιζόμενους χώρους, είμασταν στους δρόμους, στην απόλυτη εξαθλίωση για να σώσουμε την οικογένεια, τα παιδιά, τον παππού και τη γιαγιά που δεν έφευγε από το σπίτι της και επέμενε να καπνίσει για να ξορκίσει το κακό…
Ελεύθερα, 23.7.2023