Η Κύπρος ζει, εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, μέσα σε έναν συντηρημένο θρήνο. Και σε ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης όπου ή έννοια του συμβιβασμού είναι απαγορευτική…
Το επίμονο μέρος του εαυτού μου αδυνατεί να βολευτεί με την ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μια λύση επανένωσης με ένα κομμάτι (και μιλώ κυρίως για το ανθρώπινο στοιχείο του), που δεν το ξέρουμε καν. Οι πολλοί…
Δεν έχουμε σχεδόν ποτέ κουβεντιάσει μαζί του. Δεν κατέχουμε ούτε ένα στιγμιότυπο της ζωής του, της καθημερινής. Δεν έχουμε εικόνα τόπων και ανθρώπων. Η μνήμη μας έχει σβήσει πολλά. Κι όσοι είχαν παραστάσεις και μας τις διηγούνταν, τις πήραν μαζί τους. Έφυγαν. Έχουν πεθάνει!
Για μία ακόμη φορά λοιπόν, ετοιμαζόμαστε να στήσουμε το πλαίσιο! Έχουμε μάθει απέξω κι ανακατωτά τον μηχανισμό. Και είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τον ρυθμίσουμε έτσι που η ημερομηνία λήξεώς του θα επιβεβαιωθεί την κατάλληλη στιγμή: εκείνην, που θα αρχίσουν πάλι να αχνοφαίνονται ελπίδες.
Σοβαρά τώρα! Περιμένει κάποιος λογικός άνθρωπος ότι μπορεί να συνυπάρξουμε χωρίς ειλικρινή επιθυμία, βούληση και προετοιμασία; Δείξετε μου δέκα από τους γνωστούς σας, που έχουν ιδέα για το απ’ εκεί κομμάτι μας. Το ίδιο ισχύει και για τους της άλλης πλευράς.
Ξέρω ότι υπάρχουν μικροί πυρήνες ανθρώπων, που χρόνια τώρα, εκπροσωπώντας ίσως και όλους εμάς τους απ’ έξω βολεμένους και ολίγον απαθείς, που κάνουν ακριβώς αυτό το bonding που έπρεπε να κάνουμε όλοι μας. Εδώ, και εκεί. Κρατούν αναμμένη τη φλόγα, κι ας τους κοροϊδεύουν οι πολλοί, που έχουν την αφέλεια να πιστεύουν και να υποστηρίζουν ότι πρώτα πρέπει να τεθούν τα πλαίσια, τα όρια και οι κανόνες, και έπειτα να κτυπήσουμε μια-μια πόρτα και να πούμε «καλημέρα, με λένε Χρήστο, ή Ρένα, ή Αντώνη, ή Γιώργο, ή Βιβή».
Όταν έπεσε το τείχος στη Γερμανία, χωρίς όρους και υποσημειώσεις , πέρασαν χρόνια ώσπου να συνυπάρξουν πραγματικά οι άνθρωποι. Να γνωριστούν κατ’ αρχάς. Να ζυγίσουν τις διαφορές τους. Να προσαρμόσουν αντιδράσεις και συμπεριφορές. Να κοιταχτούν στα μάτια. Να καθίσουν και να πιούν μια μπύρα.
Γίνεται στην Κύπρο. Το ξέρω. Αλλά είναι λίγο, σε σύγκριση με αυτό που θέλουμε να πετύχουμε. Την συνένωση. Δεν φτάνει η μπίρα. Ούτε και μια πρόσκληση στο σπίτι. Ούτε να πάμε μαζί σε ένα κονσέρτο στο Κούριο ή στη Σαλαμίνα.
Μας ενοχλεί, μας εξοργίζει, και καλώς, το αφήγημα των δύο κρατών. Τι κάνουμε όμως στα grassroots; Δηλαδή στην βάση των πραγμάτων, για να αποδυναμώσουμε εντελώς αυτήν την ανώμαλη εκδοχή; Περιμένουμε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις και να υπάρξει συμφωνία που να λέει «όχι, το καινούργιο μας το κράτος (ομόσπονδο; Πείτε το όπως θέλετε) θα είναι ένα και ενιαίο»;
Αρκεί αυτό, αλήθεια; Πόσο θα αντέξει στην βαθιά αποξένωση που έχει επέλθει, και στα εγγενή συμπτώματα που αυτή έχει στερεώσει;
Θυμάμαι λεπτό-προς-λεπτό την προηγούμενη προσπάθεια. Που, σε κάποιο σημείο, είχα την αφέλεια να πιστέψω ότι «τούτη τη φορά, τελειώνουμε». Δεν θα σταθώ στο ναυάγιο – το έχω χαρτογραφήσει μέσα μου οργιά με την οργιά, και ξέρω όλες τις συντεταγμένες του!. Όμως, μου έκανε μεγάλη εντύπωση σε όλη εκείνη τη πορεία πλεύσης, ιδίως όταν ήταν τόσο ορατά τα αισιόδοξα στίγματα, που δεν έγιναν παρά ελάχιστες προσπάθειες να έρθουμε πιο κοντά με τους ανθρώπους της άλλης πλευράς.
Να γνωριστούμε, βρε αδερφέ. Να ξεφοβηθούν οι φοβισμένοι. Να αρχίσουν να ελπίζουν οι απελπισμένοι. (Οι βολεμένοι από την άλλη, σόρι, αλλά δεν με απασχολούν…)
Μα πιο πολύ: να γίνονταν κάποιες κοινές εκπομπές συζήτησης για το υπο διαπραγμάτευση σχέδιο. Μεταξύ μας καυγαδίζαμε. Πείραζε, αν χρειαζόταν, να «καυγαδίζαμε» και με εκείνους με τους οποίους δεν έχουμε συνομιλήσει ποτέ;
Επαναλαμβάνω και κλείνω: υπάρχουν άνθρωποι, κι από τις δυο πλευρές, που κάνουν θαυμαστή δουλειά. Αν και το «δουλειά» δεν μου κολλάει πολύ. Θα αρχίσω να πιστεύω ξανά, και πραγματικά, σε λύση, μόνο αν αυτοί οι «πρεσβευτές της καλής ελπίδας» όπως τους λέω, γίνουν πολύ περισσότεροι!
Αυτό, πιστέψτε με, θα δυσκολέψει, και πολύ μάλιστα, την δουλειά των πολιτικών εκείνων που κατά βάθος δεν θέλουν λύση…