Από τα πρώτα μου χρόνια στο ρεπορτάζ, θυμάμαι τον εαυτό μου να κυνηγά τις φωτιές. Δεν ειν’ εύκολο σπορ. Γιατί η πληροφόρησή σου, εάν δεν είσαι μπροστά-μπροστά, φάτσα με τη φωτιά, κάτι που δεν συνίσταται, για νάχεις εικόνα αλλά και άμεση επαφή και πληροφόρηση από πυροσβέστες και κατοίκους, απλώς λειτουργείς … πολεμικά!

Με τα χρόνια, κυρίως χάρη στη τεχνολογία, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και δεν χρειάζεται να είσαι ρεπόρτερ-κομάντο για να κάνεις τη δουλειά σου. Όσοι το επιχειρούν ακόμα, και δυστυχώς δεν είναι λίγοι, το κάνουν από κεκτημένο πόθο ηρωοποίησης.

Η φωτιά είναι ύπουλος αντίπαλος. Αψυχολόγητος. Αφού σύμμαχός της είναι ο καιρός.

Εμείς, βάζουμε την περιγραφή του δράματος. Κάτι, που δεν χρειάζεται πολλά λόγια. Τι να πεις, όταν βλέπεις κάποιον που προσπαθεί να σώσει το σπίτι του, και οι πυροσβέστες τον τραβούν για να μη καεί κι αυτό μαζί; «Οι κόποι μιας ζωής…», είναι το συνηθισμένο «άνοιγμα» στα δραματικά μας ρεπορτάζ. Και συνήθως, προσπαθείς σε αυτήν την απελπισία, να κολλήσεις και έναν φταίχτη. Συνήθως το Κράτος. Που τα περιλαμβάνει όλα. Ακόμα και εμένα που αγνοώ τις εκκλήσεις των πυροσβεστών, και προσπαθώ να σώσω το σπίτι μου…

Όλα είναι κατανοητά σε τέτοιες καταστάσεις. Όχι όμως και αποδεκτά. Γιατί ακόμα και εγώ που τελώ σε κατάσταση αμόκ για να μη καεί το βιός μου («οι κόποι μιας ζωής»…), ήξερα από τη πρώτη στιγμή που γεννήθηκα ότι κάθε πράξη μου, νόμιμη ή όχι, ενέχει κινδύνους, έχει συνέπειες.

Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια που όλα τα σοβαρά ΜΜΕ στον κόσμο, μιλάνε τεκμηριωμένα για το μέγεθος της κλιματικής κρίσης σε όλο τον κόσμο, στη δική μας πλανητική γειτονιά, όπου τα φαινόμενα είναι παραπάνω από ακραία, δεν έχουμε ανησυχήσει και ενεργοποιηθεί στον βαθμό που πρέπει.

Μας βολεύει να τα περιμένουμε όλα από το κράτος μας – λες και εμείς δεν είμαστε μέρος του.

Έχω, όμως, την βεβαιότητα, ότι εάν από τα μεγαλύτερα ελλείμματα μας, είναι ο ίδιος, ο αδιάβαστος εαυτός μας. Ο τσιμπολογών λίγα από δω, λίγα κι από κει. Συνήθως όπου βρει.

Δεν υπάρχει τίποτα μη εξηγήσιμο στον κόσμο. Αρκεί να έχω στοιχειωδώς κριτική σκέψη. Που, δεν είναι τίποτ’ άλλο από το να μπορώ, όταν λάβω μια πληροφορία, να την επεξεργαστώ μες το μυαλό μου, να την καταλάβω, και να κρίνω αναλόγως. Αν είναι σωστή; Αν διαφωνώ; Και να εκφράσω έπειτα τη δική μου άποψη.

Εμείς, συνήθως κάνουμε το τελευταίο, χωρίς να έχουμε το υπόβαθρο του πρώτου…

Κλέβω κάτι που κυκλοφορεί στα σόσιαλ μίντια με τον τίτλο που «κοσμεί» τη στήλη σήμερα. Δεν ξέρω ποιος το έγραψε. Όποιος και ναναι όμως, είναι καλό, και λέει αλήθειες:

«Άκου λοιπόν Ελληναρά μου. Εσύ που θέλεις έξω από το σπίτι σου αποκλειστικά, έναν πυροσβέστη, έναν αστυνομικό, ένα νοσηλευτή, ένα γιατρό, ένα δάσκαλο, έναν υπάλληλο του δήμου, ένα υπάλληλο της ηλεκτρικής (ΔΕΗ). Εσύ, που δεν πληρώνεις τους φόρους σου, δεν καθαρίζεις ούτε την αυλή του σπιτιού σου, που πετάς τα σκουπίδια σου μες στο δρόμο και το δάσος, εσύ που βάζεις μέσο για να διοριστεί το παιδί σου στο δημόσιο, που δεν σέβεσαι τον συνάνθρωπο σου. Μην απορείς κι αναρωτιέσαι λοιπόν πού είναι το κράτος. Το κράτος είσαι εσύ, Ελληνάρα μου!».

ΥΓ: Ο «Ελληναρας» τονίζεται και στα δύο «α»!…

(*) Είναι παλιό το επιφώνημα. Καθώς και όλο το σκεπτικό που το στηρίζει. Είναι εσαεί επίκαιρο. Δεν αλλάζει ποτέ. Αυτό είναι και το … μεγαλείο του!