Την περασμένη βδομάδα, το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση κατά γιατρού, η οποία -στη δημοσιογραφική γλώσσα των κλισέ- άνετα μπορεί να χαρακτηριστεί «καταπέλτης». Τόσο για το γεγονός ότι σπάνια καταφέρνει να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη γιατρού, όσο και για το ύψος που καλείται να πληρώσει: 2.5 εκατομμύρια, συν τόκοι, συν  δικηγορικά έξοδα.

Η υπόθεση αφορά γέννηση παιδιού που έγινε το 2011. Πριν 12 χρόνια. Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (δηλαδή τα 12 αυτά χρόνια) ο γιατρός θεωρείτο αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου και συνέχιζε να εργάζεται, προστατευμένος από ανωνυμία. Ανωνυμία που συνεχίζει να τον περιβάλλει παρά την απόφαση καταπέλτη. Και, μπορεί να συνεχίζει να εργάζεται αφού δεν του αφαιρέθηκε η άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος.

Φυσικά, ο άνθρωπος δεν είχε πρόθεση να προκαλέσει εγκεφαλική παράλυση σε ένα παιδί. Πράγμα που ωστόσο έγινε, λόγω λάθος χειρισμών, όπως κατέληξε το δικαστήριο βασισμένο σε γνωματεύσεις εμπειρογνωμόνων που κλήθηκαν να ερευνήσουν την υπόθεση.

Σύμφωνα με την απόφαση, χορηγήθηκαν στην ετοιμόγεννη γυναίκα φάρμακα που δεν έπρεπε να χορηγηθούν αφού ο τοκετός εξελισσόταν ομαλά. Το λάθος θα μπορούσε να διορθωθεί μόνο αν γινόταν αμέσως καισαρική τομή. Πράγμα που δεν έγινε με αποτέλεσμα να προκληθεί  σοβαρή και ανεπανόρθωτη εγκεφαλική βλάβη στο νεογνό. Επίσης, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των εμπειρογνωμόνων, όπως καταγράφονται στη δικαστική απόφαση, ο ιατρικός φάκελος της γυναίκας ήταν ελλιπής και δεν υπήρχαν στοιχεία που να αιτιολογούν τις δράσεις που ακολουθήθηκαν. «Η απουσία ουσιαστικών στοιχείων από μόνη της, αποτελεί παράβαση καθήκοντος» όπως σημειώνεται.

Παρόλα αυτά, ο άνθρωπος συνέχισε να εργάζεται, με ενδεχόμενο οι ίδιες δράσεις να επαναληφθούν, αφού μέχρι και μετά από τόσα χρόνια, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, εξακολούθησε να υποστηρίζει πως οι ενέργειες του ήταν οι ενδεδειγμένες: ότι ορθά προχώρησε με φυσιολογική γέννα μέχρι το τέλος και ότι ορθά χορήγησε τα φάρμακα που χορήγησε στις δοσολογίες και τις χρονικές στιγμές που το έπραξε. Μάλιστα, για το αποτέλεσμα επέρριψε την ευθύνη στον παιδίατρο που δεν διασωλήνωσε το κοριτσάκι ευθύς μετά τη γέννησή της (θέση η οποία καταρρίφθηκε από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες).

Αφού λοιπόν πίστευε πως οι ενέργειες του ήταν ορθές θα μπορούσε να τις επαναλάβει και σε άλλους τοκετούς.

Από τη μια, η βραδύτητα της Δικαιοσύνης (12 χρόνια για μια τέτοια υπόθεση) και από την άλλη οι politically correct τακτική να προστατεύονται οι γιατροί με ανωνυμία, αφήνουν τους ανθρώπους απροστάτευτους, αναμένοντας ίσως τους νόμους της αγοράς ενός μικρού τόπου να διαδώσουν τα νέα και να προλάβουν παρόμοια ατυχήματα. Τα δε θύματα, παιδί και γονείς, έστω και αν με κάποιο τρόπο δικαιώνονται, θα πρέπει να υπόκεινται (μεταξύ άλλων δεινών) τους ρυθμούς του δικαστικού συστήματος.