Mέρος Β΄: Το ρολόιν του σιερκού
Τα σπίτια τα έχτισε ο παππούς Λεωνίδας κουβαλώντας πέτρες και ξύλα με τα δυο γαϊδούρια του, ώσπου με τα χρόνια έφτασε να κατασκευάσει τέσσερις κάμαρες. Το μακρινάρι χρησίμευε για μαειρκό και καθιστικό με την τσιμινιά, το τραπέζι και τις τόνενες καρέκλες που έφτιαξε επίσης με τα δυο του χέρια. Πολυτεχνίτης, ο παππούς. Όταν δεν δούλευε στα αμπέλια, στα τεράτσια, στις ελιές, στα αθάσια ή στα αλώνια, καθόταν στην αυλή του, έπλεκε κοφίνες και καρέκλες, κεντούσε κολότζιες.
Η δεύτερη κάμαρη ήταν το οινοποιείο με τα γιγάντια, για μας τα παιδιά, πιθάρια πίσω από τα οποία παίζαμε κρυφτό. Εκεί μέσα φύλαγαν τη ζιβανία και το κρασί που παρασκεύαζε ο ίδιος, τις ελιές και το λάδι, τα λουκάνικα, το «κριάς» και τις αναράδες. Τον χειμώνα ήταν πάντα ζεστή η κάμαρη τούτη ενώ τα καλοκαίρια δροσερή. Εδώ μαζεύονταν οι ανεράδες, οι καλικάντζαροι και οι ήρωες των παραμυθιών που γνωρίζαμε από τις νυχτερινές τους διηγήσεις προτού μας τυλίξει ο ύπνος στο ψηλό κρεβάτι με τις κουνουπιέρες και τον «ουρανό», τα κολλαριστά σεντόνια που ευωδίαζαν πράσινο σαπούνι, ενώ η μυρωδιά από τη λάμπα πετρελαίου διαχεόταν σε όλο το δωμάτιο.
Οι άλλες δύο κάμαρες βρίσκονταν στο ανώι με πανοραμική θέα σ’ όλο το χωριό, την οροσειρά του Τρόοδους και την κοιλάδα του Διαρίζου. Στη μια όπου κοιμούνταν οι παππούδες, βρισκόταν το ερμάρι με τα προικιά και τα σάβανα που έβγαζε κάθε τόσο η γιαγιά για να τα πλύνει και να τα φρεσκάρει, να ’ναι έτοιμα όταν θα ερχόταν η ώρα να πάει στους ουρανούς. Μας τα επιδείκνυε περήφανη. Πουθενά στο σπίτι δεν είχε ρολόι. Έτσι κι αλλιώς δεν ήξεραν να διαβάζουν αριθμούς ή γράμματα οι παππούδες, μόνο τα σημάδια στον ουρανό. Όλα ήταν ουρανός!
Το πρώτο ρολόι που είδαν ήταν ένα μικροσκοπικό με χρυσή καδένα το οποίο έκανε δώρο το μοναχοπαίδι τους ο Παναγιώτης στη χαρτωμένη του, μια κοπέλα από την πόλη. Το έβλεπαν στο λεπτό της χέρι και γελούσαν, «έναν μιτσίν μασκαραλλίκιν σαν χρυσόν βρασιολούιν που ακούεις γράφει την ώρα. Η ώρα γράφεται να χαρείς; Έτo, το πρωίν φκαίνει ο νήλιος πίσω ’που το βουνόν, το μεσημέριν μεσουρανεί τζαι άμαν ππέσει το δείλις βουττά πίσω ’που τα βουνά. Τη νύχτα που οι αδρώποι τζοιμούνται ούλλες οι ώρες εν οι ίδιες ώσπου να φέξει». Φορούσε κι ο Παναής τους ένα μεγάλο ρολόι στο αριστερό του χέρι. Κατέβηκε στην πόλη ο παππούς με «Το Πουλλάκι», το λεωφορείο της γραμμής και αγόρασε της νύμφης του ένα χοντρό χρυσό βραχιόλι, σαν το κέντημα, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή λίρα. «Τούτον μάλιστα, έπιαννεν τόπον».
Ο γάμος θα γινόταν στην πόλη, στην ενορία της Αγίας Ζώνης. Ναύλωσαν κι άλλα λεωφορεία γιατί μόνο «Το Πουλλάκι», το αγροτικό του χωριού δεν θα χωρούσε όλους τους συγχωριανούς. Είχαν μεγάλη εκτίμηση στον Λεωνίδα. «Ήτουν άδρωπος βαρετός». Έραψε μάλιστα παντελόνια και έβγαλε τη βράκα για τη μέρα του γάμου. Αμήχανος δεχόταν μετά το μυστήριο τα συγχαρητήρια των καλεσμένων. Οι νέοι και τα παιδιά ούτε που έσκυβαν να του φιλήσουν το χέρι, όπως γινόταν στο χωριό του, παρά μόνο έκαναν χειραψία. Ακολούθησε μεγάλο τραπέζι, «εταΐσαν ούλλον τον κόσμον, αλλά εν είσιεν με λαούτα με βκιολιά, μήτε εχορέψαν το κρεβάτι, μήτε το αντρόυνον εβκήκεν να το πλουμίσουν. Άλλα συστήματα στην πόλην. Αντί να δώσουν λοκκούμιν ή κουραπιέν, εδιούσαν κομπονιέρες, έναν κουππούιν ζωγραφιστόν με γρουσά που είσιεν μέσα κουφέττες. Ούλλες οι χωρκανές όμως είπαν πως καλλύττερα, ήταν ωραίος καλλωπισμός τζαι εστολίσαν το στην βιτρίναν τους. Το σπίτιν της νύφφης εγέμωσεν με δώρα τζαι εν τα εχωρούσεν η σαλοτραπεζαρία, τόσα γυαλλικά, βάζα, ρολόγια τζαι κουππούδκια για τα τσιγάρα…Τζαι το αντρόυνον αντί να βκάλει σεντόνιν στο παραθύριν έφυεν πορνόν πορνόν για την Τζερύνειαν…».
Μια φωτογραφία από τα σπίτια της Ρήγαινας και μια άλλη στο ξενοδοχείο Dôme βρίσκονται μέχρι σήμερα στη βιτρίνα του σπιτιού. Οι νεόνυμφοι ποζάρουν μπροστά από τη θάλασσα ενώ στο βάθος αχνοφαίνεται το περίγραμμα κάποιων βουνών που μπορεί να ήταν τα παράλια της Τουρκίας ή απλά μαύρα σύννεφα. «Τούτον ’εν εν’ καλόν σημάδιν» είχε πει η γειτόνισσα τους η Κασσάντρα, κοιτώντας τη μαυρόασπρη φωτογραφία.
dena.toumazi@gmail.com