Στο Σικάγο, ένας άντρας 71 χρόνων σκοτώνει ένα παιδί 6 χρόνων, μόνο και μόνο γιατί ήταν παιδί Παλαιστινίων. Σε τίποτα δεν έφταιξε, δεν πρόλαβε να διαμορφώσει άποψη για τον κόσμο, ήταν απλά ένα παιδί, όπως όλα τα άλλα. Αν δεν ήξερε κάποιος την καταγωγή και την εθνικότητα των γονιών του, θα μπορούσε να εκληφθεί από οπουδήποτε.

Στις Βρυξέλλες, ένας άντρας από την Τυνησία, ανοίγει πυρ έξω από γήπεδο και σκοτώνει δύο φιλάθλους από τη Σουηδία που βρέθηκαν τυχαία μπροστά του.

Είναι τα δύο γεγονότα μεμονωμένα, πράξεις φανατικών παρανοϊκών που βρήκαν αφορμή να εκτονώσουν το μίσος τους; Πιθανόν. Κι αυτό είναι μια αισιόδοξη προσέγγιση. Να είναι απλά μεμονωμένα. Ταυτόχρονα όμως, είναι ενδεικτικό του μίσους που διαβρώνει πλέον τις ζωές μας. Μπορεί να εκφραστεί με οποιονδήποτε απροσδόκητο τρόπο μέσα στην καθημερινότητα μας, οπουδήποτε κι αν βρισκόμαστε, οτιδήποτε κι αν πρεσβεύουμε.

Σε άλλες δεκαετίες, όσο μαινόταν ένας πόλεμος –ο πόλεμος στο Βιετνάμ, για παράδειγμα– οι άνθρωποι εξέφραζαν τη διαμαρτυρία τους κατά των κυβερνήσεων. Όχι ο ένας κατά του άλλου. Υπήρχαν οργανώσεις, τρομοκρατικές ή επαναστατικές (οι όροι μέσα στα χρόνια διαβάζονται αλλιώς) που προέβαιναν σε βίαιες πράξεις κατά αθώων, αδιάκριτα. Δεν σκότωναν, όμως, με τόση ευκολία ο ένας τον άλλο, για να εκδικηθούν αυτόν που κατά τη γνώμη τους είναι ο αίτιος.

Πεπεισμένοι πλέον πως υπάρχει σωστή πλευρά της ιστορίας, θεωρούμε υποχρέωση μας να ταχθούμε με οποιονδήποτε τρόπο, με –την κατ’ εμάς– σωστή πλευρά. Η μόνη σωστή πλευρά όμως είναι η ειρήνη, είναι το δικαίωμα του ανθρώπου να ζει και να διεκδικεί τη χαρά και την πρόοδο.

Εξοικειωμένοι με τη θέαση της βίας, παρακολουθούμε παθητικά να συμβαίνουν πράγματα, που αν τα διαβάζαμε σαν ιστορικά γεγονότα, θα αναρωτιόμασταν πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνουν χωρίς να επέρχεται λογική, χωρίς κάποιος να παρεμβαίνει να τα σταματήσει; Πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει τόσο μίσος, άνθρωπος να επιδεικνύει τέτοια βαρβαρότητα κατά άλλου ανθρώπου; Πώς μπορούσαν άνθρωποι να οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, να βασανίζονται βάναυσα και να αφήνονται να πεθάνουν ή να καίγονται σε φούρνους; Κι όμως, συμβαίνουν σήμερα, δίπλα μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις διαστάσεις του κακού. Σε δέκα μόνο μέρες, σκοτώθηκαν πέραν των 4.500 ανθρώπων και από τις δύο πλευρές. Ο αριθμός όμως δεν έχει πρόσωπο, δεν δείχνει πρόσωπα. Ακόμα κι οι σκηνές από τα κτήρια που βομβαρδίζονται θα μπορούσαν να είναι από κάποιο βιντεοπαιχνίδι που έχουμε συνηθίσει.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, τον δρόμο για το άγνωστο. Άνθρωποι θάβουν τους νεκρούς τους, κουβαλούν τραυματίες, ζητούν να μάθουν νέα για τους δικούς τους… Κι ο πόνος όλων είναι ο ίδιος.