Σήμερα είναι του Αγίου Χαραλάμπους. Δεν γνωρίζω τίποτα γι’ αυτόν τον Άγιο ούτε για τους βίους άλλων αγίων που πλημμύριζαν τις μέρες μας και το ημερολόγιο τοίχου της κουζίνας με τα ονόματά τους. Κάθε πρωί αφαιρούσαμε το χαρτάκι της προηγούμενης μέρας, στην πίσω πλευρά του οποίου αναγραφόταν κάποιο γνωμικό ή ανέκδοτο. Η γιαγιά Δέσποινα που έμενε στο μικρό της σπιτάκι πίσω στην αυλή, ήταν η δέσποινα του σπιτιού μας, αφού κρατούσε το νοικοκυριό, μαγείρευε, φρόντιζε τον κήπο και τα παιδιά, ενώ η μητέρα εργαζόταν.

Τη δεκαετία του ’60 μόνο τα μικρά παιδιά γιορτάζαμε γενέθλια, ουδέποτε οι γονείς, παππούδες ή θείοι για τους οποίους η ημερομηνία γεννήσεώς δεν ήταν λόγος γιορτής, απλά αναγραφόταν στα πιστοποιητικά γεννήσεως και στην ταυτότητά τους. Εντούτοις, σχεδόν όλοι γιόρταζαν τις ονομαστικές τους, εκτός από όσους είχαν αρχαία ελληνικά ονόματα. Δέχονταν ευχές, άνοιγαν τα σπίτια και τα σαλόνια απ’ όπου περνούσαν οι επισκέπτες για να ευχηθούν, να σερβιριστούν από το γεμάτο με εδέσματα τραπέζι και να συνεχίσουν τις επισκέψεις στους επόμενους γιορτάρηδες. Φεύγοντας, η οικοδέσποινα τους ξεπροβόδιζε με τα κεραστικά στο χέρι, «παστίτσι» ή «εργολάβο». Η γιαγιά είχε τη ονομαστική της στα Εισόδια της Θεοτόκου αλλά ουδέποτε δέχτηκε επισκέψεις, αφού είχε χηρέψει από τα εικοσιπέντε της. Επιπλέον οι πλείστες γιορτές γίνονταν από τις γυναίκες για τον σύζυγό τους, τον «στύλο του σπιτιού». Αυτός ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, έστω κι αν γιόρταζαν ερήμην του, του εφόσον ο ίδιος μπορεί να έλειπε στη δουλειά.

Το πρόσωπο της γιαγιάς φωτιζόταν, επιστρέφοντας την παραμονή κάθε γιορτής από τον εσπερινό ή το επόμενο πρωί από τον όρθρο. Με γαλήνη και λάμψη στο πρόσωπο έβγαζε από τη μαύρη τσάντα της το μαντηλάκι, όπου είχε τυλιγμένο το αντίδωρο, προσέχοντας μην πέσει ούτε ψίχουλο. Με τα μικροσκοπικά μαγικά ψωμάκια, νιώθαμε σαν πουλάκια στη φωλιά τους, τα απολαμβάναμε, ενώ αυτή μας ετοίμαζε το γάλα και τα αυγουλάκια μας, με ζεστό κουλούρι από τον κουλουρά που έσπρωχνε το αμαξούδι του περνώντας από τη γειτονιά μας.

Μα κανένα κουλούρι ή ψωμί δεν είχαν τη γεύση, τη μαγεία και τη μαγιά του αντίδωρου, που μας έκανε να φουσκώνουμε από πληρότητα. Η γιαγιά είχε ένα χρυσό φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της που μόνο εμείς τα παιδιά βλέπαμε. Η παρουσία της είχε κάτι το καθησυχαστικό, ήταν πλάσμα άγιο και νεραϊδένιο μαζί, μπορούσε να πραγματοποιήσει τις ευχές μας, να απαλύνει τον πόνο όταν πέφταμε και χτυπούσαμε ή σαν αρρωστούσαμε να μας γιατρέψει με τα μαγικά βοτάνια και τους χυλούς της. Τα ακούραστα χέρια της έκαναν καθημερινά θαύματα με τα φαγητά της, τα γλυκά, τα κεντήματα, τα παραμύθια και τα λουλούδια της αυλής που άνθιζαν χάρη σ’ αυτήν.

Τα χρόνια περνούσαν. Με την τουρκική εισβολή χάθηκαν τα σπίτια, οι κήποι και οι άνθρωποι μεταξύ τους. Τα παιδιά και οι έφηβοι της Κυπριακής Δημοκρατίας αναγκάστηκαν να φύγουν στο εξωτερικό για να φοιτήσουν σε πανεπιστήμια, αφού δεν διέθετε το νησί. Χαθήκαμε κι εμείς με την αδελφή σε ξένες χώρες, με ξένες μυρωδιές και γεύσεις.

Επιστρέφοντας, ένα κρύο Φεβρουάριο του 1987 γιορτάσαμε για πρώτη φορά τα γενέθλια της γιαγιάς, ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους με μια τούρτα όπως αυτές της δεκαετίας του ’60, φτιαγμένες από σαντιγί και χρωματιστά λουλούδια που έφερνε όταν ήμασταν μικρές στο σπίτι μας το παιδί του ζαχαροπλαστείου με το μαύρο ποδήλατο και την ειδική θήκη. Βγήκε από την κουζίνα όπου έτριβε κιτρόμηλα, έβγαλε την ποδιά της και έσβησε για πρώτη φορά κεράκια, ογδόντα στο σύνολο. Απολαύσαμε την τούρτα μας με καφέ και τις ευχαριστίες της γιαγιάς προς εμάς και τον Άγιο Χαράλαμπο. Παρόλο που ήταν διαβητική την καταβρόχθισε στα κρυφά το βράδυ και σε δυο μέρες πήγαμε στο νοσοκομείο για τις καθιερωμένες αναλύσεις για «τον ζάχαρη». Όλα ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα γι’ αυτό και η αδελφή της η Ανδριανή επιβεβαίωσε την παλιά της διαπίστωση πως η Δέσποινα «εν έσιει ζάχαρη, εν πελλάρες των γιατρών».

Από τότε και κάθε Φεβρουάριο, όποτε χτυπούν οι καμπάνες του Εσπερινού για τη γιορτή του Αγίου Χαραλάμπους, θυμάμαι και νοσταλγώ ακόμη περισσότερο τη γιαγιά Δέσποινα με το ροδόσταμα, τα περγαμόντα, τα κόλλυβα και τα Ψυχοσάββατα της, τις μαγικές, καθημερινές χειρονομίες της, τις μυρωδιές, τους αγίους και τα ξόρκια της που μουρμούριζε όταν μας κάπνιζε με λιβάνια και αγιασμένη ελιά. Μας λείπει κι αυτή και όλοι οι δικοί μας άνθρωποι αλλά και όσοι πέρασαν, άγγιξαν και φώτισαν έστω και εφήμερα τις μικρές μας ζωές. Οι στιγμές που ζήσαμε μαζί τους έγιναν αιώνιες, δεν χάθηκαν στον χρόνο, παραμένουν ζωντανές και ανεξίτηλες μέσα μας.

dena.toumazi@gmail.com