Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 η κατοχή κομματικής ταυτότητας ισοδυναμούμε με ένα «χρυσό διαβατήριο» για να εργοδοτηθεί κάποιος στον δημόσιο τομέα, σε κάποιο ημικρατικό οργανισμό, αλλά – σε κάποιες περιπτώσεις – και σε τράπεζα. Απ’ εκεί και πέρα, αναλόγως του πόσο καλός ήταν κάποιος με το κόμμα του είχε και τα εξτρά του, δηλαδή κέρδιζε σημαντικές προαγωγές ή τοποθετήσεις της αρεσκείας του.
Σήμερα, 3-4 δεκαετίες μετά, με πολλά από τα δεδομένα να έχουν αλλάξει, αίφνης όλοι έχουν στραφεί εναντίον των κομμάτων τα οποία με περισσή ευκολία σπεύδουν να τα θεωρήσουν ως ένα «καρκίνωμα» για την κοινωνία. Η απέχθεια που πολλοί εμφανίζονται να δείχνουν απέναντι στα κόμματα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια «πολιτική παραλλαγή» του γνωστού μύθου του Αισώπου «Η Αλεπού και τα Σταφύλια». Καθώς πολλές από τις επικριτικές, αρνητικά και ενίοτε επιθετικές προσεγγίσεις πολλών προς τα κόμματα οφείλονται στο ότι σήμερα δεν υφίσταται το «χρυσό κομματικό διαβατήριο» το οποίο επιτρέπει στον κάτοχό του την είσοδο σε οποιοδήποτε δημόσιο ή άλλο οργανισμό στον οποίο ένας πολιτικός έχει πρόσβαση.
Αλήθεια, πόσοι εκεί έξω δεν έχουν κάποια στιγμή απευθυνθεί στο οικείο κόμμα (ηγεσία, βουλευτές, κ.λπ.) ζητώντας να «ανταμειφθούν» για τον κομματικό πατριωτισμό που επέδειξαν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Και από την άλλη στα κόμματα υπήρχαν πάντοτε τα πρόθυμα στελέχη για να εξυπηρετήσουν εκείνους που απευθύνονταν κοντά τους. Δημιουργούνταν έτσι μιας μορφής αλληλοεξαρτήσεις ανάμεσα στις πλευρές.
Για όσα χρόνια οι προσφερόμενες μέσω κομμάτων θέσεις του δημόσιου/ημιδημόσιου τομέα αποτελούσαν θέλγητρο για τους πολίτες κανείς δεν διαμαρτυρόταν για τη δράση των κομμάτων του και ούτε βεβαίως θεωρούσαν «καρκίνωμα της κοινωνίας» τα κόμματα.
Αυτά βεβαίως μέχρι την ώρα που τα ίδια τα κόμματα (είτε ως κυβερνήσεις, είτε ως κοινοβουλευτική πλειοψηφία) αποφάσιζαν να βάλουν μετρήσιμα κριτήρια και να προωθήσουν προστατευτικά μέτρα ως προς το ποιοι εισέρχονται ή προσλαμβάνονται σε θέσεις του δημόσιου/ημιδημόσιου τομέα. Όταν πλέον τα ίδια τα κόμματα μέσα από συγκεκριμένες νομοθεσίες επέβαλαν κανονισμούς που διέπουν τις διαδικασίες πρόσληψης σε δημόσιους οργανισμούς.
Και εκεί που τα ονόματα βουλευτών και πολιτικών κατείχαν περίοπτη θέση σε κάθε τηλεφωνική ατζέντα αίφνης άρχισαν να διαγράφονται ή να μπαίνουν δίπλα από το όνομα αστερίσκος. Ο «φίλος βουλευτής» έγινε ένας «άγνωστος απατεώνας». Και τα κόμματα βρέθηκαν να κατηγορούνται για ελλείμματα δημοκρατίας και πολλά άλλα.
Όλα αυτά βεβαίως μέχρι την επόμενη φορά που θα χρειαστεί κάποιος ένα κόμματα είτε για «να βοηθήσει…» είτε για να αποτελέσει το όχημα για κάποιο να ανελιχθεί. Και τότε ξεχνά και το παρελθόν και τα όσα έλεγε και σπεύδει να εκμεταλλευθεί το μομέντουμ που μπορεί να του προσφέρει η συμπερίληψη του στο κομματικό ψηφοδέλτιο σε μια εκλογική διαδικασία.
Μια τέτοια περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί η Άννα Θεολόγου η οποία σήμερα διεκδικεί θέση στο ευρωκοινοβούλιο μέσα από το ψηφοδέλτιο του ΑΚΕΛ και όχι μέσω μιας άλλης ανεξάρτητης ομάδας. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η διαδικασία των ευρωεκλογών, σε αντίθεση με τις βουλευτικές, δίνει το δικαίωμα ακόμα και σε άτομα ή ανεξάρτητες ομάδες να διεκδικήσουν επί ίσοις όροις θέση στο ευρωκοινοβούλιο.
Πριν από μια τετραετία, όταν η κ. Θεολόγου ήταν ακόμα μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων είχε μια άλλη αντίληψη των πραγμάτων και κατηγορούσε τα κόμματα (στα οποία βεβαίως συμπεριελάμβανε και το ΑΚΕΛ με το οποίο σήμερα είναι υποψήφια) ότι λίγο ή πολύ ποδηγετούσαν το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ίδια σε παρέμβασή της στο συμπόσιο για το θεσμό της Βουλής των Αντιπροσώπων σημείωνε πως «ο κομματικός κοινοβουλευτισμός […] δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική εκπροσώπηση της κομματικής βούλησης» και ότι «ενώ η ΕΕ ήδη έχει προνοήσει για την ίση μεταχείριση και την πολιτική ισότητα κομματικών και ανεξάρτητων ατόμων όσον αφορά την εκλογική διαδικασία των ευρωεκλογών, εντούτοις στη διαδικασία την εκλογική για τη ΒτΑ δεν υπάρχει αυτή η προσέγγιση».
Όλα αυτά είχαν ίσχυαν ενόσο δεν υπήρχε κομματική ομπρέλα για να μπει από κάτω και να διεκδικήσει μία έδρα. Μόλις τα δεδομένα άλλαξαν, διαφοροποιήθηκε και η προσέγγιση ένεκα του «κομματικού χρυσού διαβατηρίου» που προσφέρει μια θέση, ένα έδρανο…