«Κάτσετε φρόνιμοι, ειδεμή εν να φωνάξω του αστυνομικού να σας κλείσει στη φυλακή» έλεγαν παλιά κάποιες μητέρες φοβερίζοντας τα παιδιά τους όταν αυτά έκαναν αταξίες, δεν διάβαζαν τα μαθήματά τους ή δεν έτρωγαν το φαγητό τους. Οι κεντρικές φυλακές βρίσκονταν στην πρωτεύουσα του νησιού, όπως και το Προεδρικό, η Βουλή, τα υπουργεία και το ψυχιατρείο. Οι κάτοικοι των παράκτιων πόλεων τις φαντάζονταν περικυκλωμένες από τείχη με σιδεριές, ηλεκτροφόρα καλώδια και συρματοπλέγματα, όπως αυτές που έβλεπαν σε αμερικανικές ταινίες, απ’ όπου η απόδραση ήταν ακατόρθωτη, κάτι σαν Alcazar State Prison. Όταν τα παιδιά της δεκαετίας του ’60, τα πρώτα παιδιά της Ανεξαρτησίας του νησιού έμπαιναν στην εφηβεία τους, όπως άλλωστε και η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε παιχτεί στο σινεμά «Το εξπρές του μεσονυχτίου». Ήταν λίγο μετά την τουρκική εισβολή, κάτι που καθιστούσε το δράμα της τύχης των αγνοουμένων ακόμη πιο οδυνηρό και αβάσταχτο.
Οι φυλακισμένοι με τις ριγέ στολές -σύμφωνα πάντα με τον κινηματογράφο- ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες, και υποβάλλονταν σε βασανιστήρια και δοκιμασίες, κάτι σαν τις σημερινές τηλεοπτικές σειρές με survivors, στις οποίες όμως συμμετέχουν εθελοντές. Στις ελληνικές φυλακές τα πράγματα ήταν αλλιώτικα, εφόσον οι κρατούμενοι με ένα μπαγλαμά ή μπουζούκι τραγουδούσαν τον καημό τους, φουμάροντας ή χορεύοντας μάλιστα. Για τις εγχώριες φυλακές δεν είχε γυριστεί καμμιά ταινία, μα κανένα παιδί δεν θα ήθελε να αφήσει την οικογενειακή φωλιά και θαλπωρή και να μετοικήσει στις φυλακές της Χώρας που δεν είχε καν θάλασσα, οπόταν και φάνταζε σαν μια ξένη χώρα στα μάτια τους. Έτσι κατάπιναν αδιαμαρτύρητα τα όσπρια και τα αυγουλάκια τους.
Εκείνο το μαγιάτικο βραδάκι η Δέσποινα διέσχιζε ενθουσιασμένη τη συνοικία του Αποστόλου Ανδρέα στην πρωτεύουσα, με τις όμορφες χαμηλές μονοκατοικίες, τις αυλάδες και τους κήπους, πηγαίνοντας για δείπνο σε φίλους που το σπίτι τους χώριζε ένας τοίχος από τις φυλακές. Προς μεγάλη της έκπληξη αν και τις είχε δει άπειρες φορές στο δελτίο ειδήσεων, ήταν ένα χαμηλό κτίριο, περιφραγμένο από ένα τοίχο, χαμηλότερο και από το Τείχος των Δακρύων. Της ήρθαν δάκρυα στα μάτια, αφού επιτέλους βρισκόταν εκεί, δίπλα στα φυλακισμένα μνήματα.
Στο νου της ήρθαν τα λόγια από το αλφαβητάρι του δημοτικού, «Μίμη, να ένα τόπι» που όπως τους εξηγούσε η δασκάλα στα κυπριακά σημαίνει «μάππα». Κανένα παιδί δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη τόπι, ούτε καν μπάλα γιατί θα γινόταν περίγελος, όπως σούργελο γινόμαστε στις μέρες μας όταν μάππες πέφτουν από τον δρόμο στο προαύλιο των φυλακών περιέχοντας κινητά τηλέφωνα ή ναρκωτικά. Οι φυλακισμένοι απολαμβάνουν μια άρτια τηλεπικοινωνία από τα παράνομα κινητά τους, ενώ οι περίοικοι έχουν σοβαρά προβλήματα εφόσον τα έξυπνα συστήματα των φυλακών απενεργοποιούν τα δικά τους τηλέφωνα αντί των φυλακισμένων.
Απολαμβάνοντας το φαγητό στην αυλή με τα βότανα και τα γιασεμιά, η Δέσποινα σκεφτόταν με ρίγος πως ακριβώς δίπλα εκείνη την ώρα θα έπαιρναν το δείπνο τους και οι φυλακισμένοι: στυγνοί εγκληματίες, γυναικοκτόνοι, παιδεραστές, βιαστές οι οποίοι συστεγάζονται στον ίδιο χώρο με βιοπαλαιστές που δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τον ηλεκτρισμό, τα ενοίκια ή το δάνειο για το σπίτι τους. «Αν κλέψεις ένα ψωμί είσαι κλέφτης, ενώ αν κλέψεις ένα εκατομμύριο είσαι εκατομμυριούχος» λέει κι η λαϊκή ρήση. Διαρρήκτες, απατεώνες και βαποράκια ναρκωτικών συγκατοικούν με φιλήσυχους πολίτες που η φτώχια τους έριξε πίσω από της φυλακής τα σίδερα. Γιατί οι βαρόνοι, οι μεγαλέμποροι ναρκωτικών, όπλων, τσιγάρων και όσοι έκλεψαν εκατομμύρια είναι έξω, παίζοντας μάλιστα τους σπουδαίους και τους τρανούς.
Ανάμεσά μας κυκλοφορούν οι πραξικοπηματίες, οι δολοφόνοι του Θανάση, αυτού του νέου, σύμβολο της ανεπάρκειας ενός κράτους και ενός συστήματος δικαιοσύνης που εδώ και δεκαετίες συγκαλύπτει εγκλήματα, οικονομικά σκάνδαλα, ακόμη και θανατηφόρα ατυχήματα, όπου οι ένοχοι αντί να τιμωρηθούν χαριεντίζονται και ποζάρουν στις κοσμικές στήλες, χωρίς αιδώ, χωρίς αισθήματα, άψυχα ανδρείκελα μιας κοινωνίας και ενός κράτους διαφθοράς.
Από τα έγκατα της γης ακούγονται θόρυβοι, από κάποιους φυλακισμένους που κατάφεραν να φτιάξουν σήραγγα και μια γιάφκα ακριβώς κάτω από το σπίτι των φίλων. Τους ακούν τις νύχτες που τα πίνουν, παίζουν τάβλι και έπειτα τσακώνονται, γιατί οι μεν είναι μακαριακοί και οι άλλοι γριβικοί και θέλουν την Ένωση. Υπάρχει και μια ομάδα αριστερών που φωνάζουν “Νο pasaran”. Όλοι αυτοί δεν έχουν πάρει χαμπάρι πως βρισκόμαστε στο έτος 2024 και πως ο Μακάριος δεν ζει, ούτε πως μας διοικεί ο Νικόλαος ο Β΄, ούτε πως έγινε τουρκική εισβολή και το νησί τελεί υπό κατοχή.
Αν γνώριζαν για τις αυριανές δημοτικές εκλογές με τους 93 αντιδημάρχους, στις οποίες το μισό νησί είναι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι, ε ρε τι γέλια και τι γλέντι θα έριχναν, με νταούλια και βιολιά, κρουστά, πνευστά και έγχορδα, όπως η ορχήστρα του Goran Brecovic “Wedding and Funeral Orchestra”, από την ταινία Underground του Emir Kusturica, γνωστή και με τον τίτλο «Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε μια χώρα»…
dena.toumazi@gmail.com